Άπους (Apus) 
Τα είδη του γένους Άπους (Apus) είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους πουλιά, που ανήκουν στην οικογένεια Αποδίδαι (Apodidae). Συναντούνται μόνο στον Παλαιό Κόσμο τα περισσότερα από αυτά στην Αφρική με 6 ενδημικά είδη και άλλα 5 είδη που διαχειμάζουν ή αναπαράγονται στην Αφρική αλλά συναντούνται και αλλού. Πέντε είδη αναπαράγονται στη δυτική Παλαιαρκτική και τα περισσότερα από αυτά διαχειμάζουν στην υποσαχάρια Αφρική.
Έχουν πολύ κοντά πόδια τα οποία χρησιμοποιούν για να σκαρφαλώνουν σε κάθετες επιφάνειες. Η επιστημονική του ονομασία προέρχεται από το Ελληνικό άπους, από το αναιρετικό α και το πους (πόδι), δηλαδή αυτός που δεν έχει πόδια.
Τα χρώματά τους είναι γενικά μουντά, ενώ δεν εμφανίζουν φυλετικό διμορφισμό. Έχουν μεγάλο κεφάλι και μεγάλα μάτια.
Μοιάζουν με μεγάλα χελιδόνια και πετούν με ανοιχτό το στόμα για να συλλαμβάνουν τα έντομα, που συνιστούν την αποκλειστική τροφή τους.
Φωλιάζουν σε δέντρα, σπηλιές και καμπαναριά και ζουν σε ομάδες που μετακινούνται.
Κατά την αποδημία τους, σχεδόν πάντα πετούν ψηλά καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας και την αυγή κατεβαίνουν στο έδαφος.
Τα πιο γνωστά είδη αυτού του γένους στην Ευρώπη είναι η Σταχτάρα (Apus apus) με ευρεία κατανομή. Άλλα είδη που συναντούνται στην Ευρώπη είναι το Στακτοπετροχελίδονο (Apus pallidus) και White-rumped Swift (Apus caffer), που συναντούνται μόνο στη νότια Ευρώπη.
Το μεγαλύτερο είδος του γένους Άπους είναι το Πετροχελίδονο του Ειρηνικού Pacific Swift (Apus pacificus) με μήκος σώματος από 17 έως 18 εκατοστά και το μικρότερο το Νανοπετροχελίδονο Little Swift, (Apus affinis) με 12 εκατοστά μήκος. Τα γρηγορότερα είδη μπορούν να πετάξουν με έως και 110 χιλιόμετρα την ώρα. Περνούν σχεδόν ολόκληρη τη ζωή τους πετώντας.
Τα είδη που υπάρχουν στη χώρα μας είναι η Σταχτάρα, η Ωχροσταχτάρα, ο Σκεπαρνάς ή Βουνοσταχτάρα ή πιό σωστά κύψελος ο μαύρος, κύψελος ο άλπειος και κολλοκαλία η εδώδιμη
Τα είδη του γένους Άπους μοιάζουν εμφανισιακά με τα χελιδόνια χωρίς όμως να είναι στενά συνδεδεμένα με αυτά.
Τα φτερά είναι μακρυά και δρεπανοειδή και η ουρά διχαλωτή. Στο χρωματισμό υπάρχουν δύο παραλλαγές: μαύρο φτέρωμα με λευκό λαιμό και καφετί έως σκουρόγκριζο με σκουρότερο το λαιμό.
Τα είδη του γένους Άπους χτίζουν τις φωλιές σε σπηλιές και ρωγμές, συνήθως σε ψηλούς βράχους ή σε κτίρια. Γεννούν συνήθως από 2 έως 4 αυγά.
Τρέφονται με διάφορα έντομα και αρθρόποδα τα οποία τα συλλαμβάνουν κατά την πτήση.
Τα πετροχελίδονα φτιάχνουν τις φωλιές τους με ένα πολύ ασυνήθιστο οικοδομικό υλικό το ίδιο τους το σάλιο! Έχοντας ειδικούς σιελογόνους αδένες, παράγουν μεγάλες ποσότητες σάλιου που παίζει το ρόλο συνδετικού παράγοντα για τα υλικά οικοδόμησης της φωλιάς.
Τα πετροχελίδονα σπάνια προσγειώνονται σε επίπεδο έδαφος, και δεν μπορούν να κουρνιάσουν όπως τα άλλα πουλιά. Τα πόδια τους καταλήγουν σε μικροσκοπικά καμπυλωτά άκρα και είναι τόσο κοντά ώστε δεν μπορούν να σηκώσουν το πουλί αρκετά πάνω από το έδαφος προκειμένου να χτυπήσει τα φτερά του. Ωστόσο, τα πόδια τους είναι ιδανικά για να προσκολλώνται σε κάθετες επιφάνειες, όπως σε βράχους, σπηλιές και τοίχους κτιρίων. Όταν έρθει ο καιρός να χτίσει τη φωλιά του, το πετροχελίδονο δεν μπορεί να μαζέψει φύλλα, κλαδιά ή λάσπη από το έδαφος, όπως συνηθίζουν να κάνουν τα άλλα πουλιά. Πρέπει να βρει κάποιον άλλον τρόπο.
Το πετροχελίδονο του είδους χαίτουρος ο πελάγιος (Chaetura pelagica) μαζεύει μικρά κλαδάκια πετώντας με φοβερή ταχύτητα ανάμεσα στα κλαδιά ενός δέντρου, από όπου αρπάζει ένα κλαδάκι και το κόβει χάρη στη φόρα που έχει αναπτύξει. Κατόπιν κολλάει τα κλαδάκια μαζί και τα στερεώνει σε μια κάθετη επιφάνεια με το κολλώδες σάλιο του. Το πετροχελίδονο του γένους Ταχόρνις (Tachornis) κινείται με μεγάλη σβελτάδα στον αέρα αρπάζοντας τρίχες, πούπουλα, κομματάκια βαμβάκι και άλλα ελαφριά υλικά που αιωρούνται, και συγκολλώντας τα με το σάλιο του χτίζει τη φωλιά του.
Ένα άλλο πετροχελίδονο έχει κατάλληλα ονομαστεί κολλοκαλία η εδώδιμος, γνωστή στην Ελλάδα με την κοινή ονομασία σαλαγγάνα. Η φωλιά του είναι κατασκευασμένη σχεδόν εξ ολοκλήρου από το ξεραμένο σάλιο του. Επί αιώνες, το σάλιο με το οποίο είναι κατασκευασμένες αυτές οι φωλιές αποτελεί το κύριο συστατικό της εύγευστης σούπας που φτιάχνεται από «χελιδονοφωλιές» στην Άπω Ανατολή. Αναφέρεται ότι εκατομμύρια φωλιές χρησιμοποιούνται κάθε χρόνο για αυτή τη γαστρονομική απόλαυση.
Μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες φωλιές φτιάχνεται με το κολλώδες σάλιο του είδους Cypsiurus parvus. Αυτό το μικροσκοπικό πουλί κολλάει ένα μικρό επίπεδο μαξιλαράκι από φτερά κάτω από ένα φύλλο φοίνικα.
Ο άνεμος πολλές φορές χτυπάει άγρια τη φωλιά, καθώς αυτή κρέμεται ανάποδα.
Πώς μένει το μικροσκοπικό αβγό μέσα στη φωλιά; Ο Ντέιβιντ Ατένμπορο στο βιβλίο του Δοκιμασίες της Ζωής (Trials of Life) εξηγεί: «Φαίνεται σχεδόν αδύνατον ότι το μοναδικό αβγό θα μπορούσε να μείνει μέσα στη μικροσκοπική κοιλότητα. Είναι αλήθεια ότι θα έπεφτε αν το πουλί δεν είχε κολλήσει, όχι μόνο τη φωλιά στο φύλλο, αλλά και το αβγό στη φωλιά».
Έτσι, ενώ η φωλιά και το αβγό είναι σταθερά κολλημένα στο φοινικόφυλλο, οι γονείς γαντζώνονται από τις άκρες της και επωάζουν το αβγό εναλλάξ.
Αφού ο νεοσσός εκκολαφθεί, μένει προσκολλημένος στο ανεμοδαρμένο σπίτι του μέχρι να βγάλει φτερά και να αρχίσει να πετάει.
🔸Ύπνος στον αέρα: Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ανεβαίνουν σε υψόμετρα 1.000 έως 3.000 μέτρων και κοιμούνται χρησιμοποιώντας ημισφαιρικό ύπνο (το μισό μέρος του εγκεφάλου κοιμάται ενώ το άλλο μισό ελέγχει την πτήση).
🔸Μορφολογία: Διαθέτουν μακριές, στενές και δρεπανόμορφες φτερούγες και αεροδυναμικό σώμα. Η πτήση τους είναι εξαιρετικά γρήγορη, με ταχύτητες που σε οριζόντια πτήση μπορούν να ξεπεράσουν τα 110 χλμ./ώρα.
Περιγραφή: Μήκος 16-17 εκ., άνοιγμα πτερύγων 42-48 εκ. Έχει ομοιόμορφο σκούρο καφέ-μαυριδερό φτέρωμα με μοναδική εξαίρεση ένα μικρό, υπόλευκο μπάλωμα στον λαιμό (συχνά δυσδιάκριτο). Η ουρά του είναι βαθιά διχαλωτή.
Καθεστώς: Εξαιρετικά κοινός καλοκαιρινός επισκέπτης στην Ελλάδα (Μάρτιος–Αύγουστος). Φωλιάζει σε αποικίες κάτω από κεραμίδια, σχισμές κτιρίων και βράχων.
Καθεστώς: Πολύ κοινός καλοκαιρινός επισκέπτης στην Ελλάδα, κυρίως σε ορεινούς όγκους, φαράγγια και απόκρημνες νησίδες.
Καθεστώς: Καλοκαιρινός επισκέπτης, κυρίως σε παράκτιες περιοχές, νησιά και μεγάλες πόλεις της νότιας Ελλάδας (π.χ. Αθήνα, Θεσσαλονίκη). Φτάνει νωρίτερα την άνοιξη και φεύγει πολύ αργότερα το φθινόπωρο (ορισμένα άτομα διαχειμάζουν).
Καθεστώς: Σπάνιος αναπαραγόμενος κάτοικος στη νότια Ευρώπη (π.χ. Ισπανία, Τουρκία) και σπάνιος διαβατικός επισκέπτης στην Ελλάδα.
Κατανομή: Ενδημικό των Καναρίων Νήσων και της Μαδέρα.
Κατανομή: Ενδημικό του αρχιπελάγους του Πράσινου Ακρωτηρίου (Cape Verde).
Η Αφρική φιλοξενεί τη μεγαλύτερη ποικιλία ειδών του γένους, πολλά από τα οποία είναι μόνιμοι κάτοικοι ή πραγματοποιούν ενδοαφρικανικές μεταναστεύσεις:
Σημείωση: Έχει επεκτείνει πρόσφατα την εξάπλωσή του στη νότια Ισπανία, αποτελώντας πλέον αναπαραγόμενο είδος της Ευρώπης.

Τα είδη του γένους Άπους (Apus) είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους πουλιά, που ανήκουν στην οικογένεια Αποδίδαι (Apodidae). Συναντούνται μόνο στον Παλαιό Κόσμο τα περισσότερα από αυτά στην Αφρική με 6 ενδημικά είδη και άλλα 5 είδη που διαχειμάζουν ή αναπαράγονται στην Αφρική αλλά συναντούνται και αλλού. Πέντε είδη αναπαράγονται στη δυτική Παλαιαρκτική και τα περισσότερα από αυτά διαχειμάζουν στην υποσαχάρια Αφρική.
Έχουν πολύ κοντά πόδια τα οποία χρησιμοποιούν για να σκαρφαλώνουν σε κάθετες επιφάνειες. Η επιστημονική του ονομασία προέρχεται από το Ελληνικό άπους, από το αναιρετικό α και το πους (πόδι), δηλαδή αυτός που δεν έχει πόδια.
Αποδόμορφα (Apodiformes) | Οικογένεια: Αποδίδαι (Apodidae)
Οι α. έχουν μικρό και βαθιά σχισμένο ράμφος, μακριά φτερά και μικρά πόδια που δεν τους επιτρέπουν το άνετο βάδισμα, αλλά είναι ισχυρά και φέρουν αιχμηρά νύχια.Τα χρώματά τους είναι γενικά μουντά, ενώ δεν εμφανίζουν φυλετικό διμορφισμό. Έχουν μεγάλο κεφάλι και μεγάλα μάτια.
Μοιάζουν με μεγάλα χελιδόνια και πετούν με ανοιχτό το στόμα για να συλλαμβάνουν τα έντομα, που συνιστούν την αποκλειστική τροφή τους.
Φωλιάζουν σε δέντρα, σπηλιές και καμπαναριά και ζουν σε ομάδες που μετακινούνται.
Κατά την αποδημία τους, σχεδόν πάντα πετούν ψηλά καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας και την αυγή κατεβαίνουν στο έδαφος.
Τα πιο γνωστά είδη αυτού του γένους στην Ευρώπη είναι η Σταχτάρα (Apus apus) με ευρεία κατανομή. Άλλα είδη που συναντούνται στην Ευρώπη είναι το Στακτοπετροχελίδονο (Apus pallidus) και White-rumped Swift (Apus caffer), που συναντούνται μόνο στη νότια Ευρώπη.
Το μεγαλύτερο είδος του γένους Άπους είναι το Πετροχελίδονο του Ειρηνικού Pacific Swift (Apus pacificus) με μήκος σώματος από 17 έως 18 εκατοστά και το μικρότερο το Νανοπετροχελίδονο Little Swift, (Apus affinis) με 12 εκατοστά μήκος. Τα γρηγορότερα είδη μπορούν να πετάξουν με έως και 110 χιλιόμετρα την ώρα. Περνούν σχεδόν ολόκληρη τη ζωή τους πετώντας.
Τα είδη που υπάρχουν στη χώρα μας είναι η Σταχτάρα, η Ωχροσταχτάρα, ο Σκεπαρνάς ή Βουνοσταχτάρα ή πιό σωστά κύψελος ο μαύρος, κύψελος ο άλπειος και κολλοκαλία η εδώδιμη
Τα είδη του γένους Άπους μοιάζουν εμφανισιακά με τα χελιδόνια χωρίς όμως να είναι στενά συνδεδεμένα με αυτά.
Τα φτερά είναι μακρυά και δρεπανοειδή και η ουρά διχαλωτή. Στο χρωματισμό υπάρχουν δύο παραλλαγές: μαύρο φτέρωμα με λευκό λαιμό και καφετί έως σκουρόγκριζο με σκουρότερο το λαιμό.
Τα είδη του γένους Άπους χτίζουν τις φωλιές σε σπηλιές και ρωγμές, συνήθως σε ψηλούς βράχους ή σε κτίρια. Γεννούν συνήθως από 2 έως 4 αυγά.
Τρέφονται με διάφορα έντομα και αρθρόποδα τα οποία τα συλλαμβάνουν κατά την πτήση.
Τα πετροχελίδονα φτιάχνουν τις φωλιές τους με ένα πολύ ασυνήθιστο οικοδομικό υλικό το ίδιο τους το σάλιο! Έχοντας ειδικούς σιελογόνους αδένες, παράγουν μεγάλες ποσότητες σάλιου που παίζει το ρόλο συνδετικού παράγοντα για τα υλικά οικοδόμησης της φωλιάς.
Τα πετροχελίδονα σπάνια προσγειώνονται σε επίπεδο έδαφος, και δεν μπορούν να κουρνιάσουν όπως τα άλλα πουλιά. Τα πόδια τους καταλήγουν σε μικροσκοπικά καμπυλωτά άκρα και είναι τόσο κοντά ώστε δεν μπορούν να σηκώσουν το πουλί αρκετά πάνω από το έδαφος προκειμένου να χτυπήσει τα φτερά του. Ωστόσο, τα πόδια τους είναι ιδανικά για να προσκολλώνται σε κάθετες επιφάνειες, όπως σε βράχους, σπηλιές και τοίχους κτιρίων. Όταν έρθει ο καιρός να χτίσει τη φωλιά του, το πετροχελίδονο δεν μπορεί να μαζέψει φύλλα, κλαδιά ή λάσπη από το έδαφος, όπως συνηθίζουν να κάνουν τα άλλα πουλιά. Πρέπει να βρει κάποιον άλλον τρόπο.
Το πετροχελίδονο του είδους χαίτουρος ο πελάγιος (Chaetura pelagica) μαζεύει μικρά κλαδάκια πετώντας με φοβερή ταχύτητα ανάμεσα στα κλαδιά ενός δέντρου, από όπου αρπάζει ένα κλαδάκι και το κόβει χάρη στη φόρα που έχει αναπτύξει. Κατόπιν κολλάει τα κλαδάκια μαζί και τα στερεώνει σε μια κάθετη επιφάνεια με το κολλώδες σάλιο του. Το πετροχελίδονο του γένους Ταχόρνις (Tachornis) κινείται με μεγάλη σβελτάδα στον αέρα αρπάζοντας τρίχες, πούπουλα, κομματάκια βαμβάκι και άλλα ελαφριά υλικά που αιωρούνται, και συγκολλώντας τα με το σάλιο του χτίζει τη φωλιά του.
Ένα άλλο πετροχελίδονο έχει κατάλληλα ονομαστεί κολλοκαλία η εδώδιμος, γνωστή στην Ελλάδα με την κοινή ονομασία σαλαγγάνα. Η φωλιά του είναι κατασκευασμένη σχεδόν εξ ολοκλήρου από το ξεραμένο σάλιο του. Επί αιώνες, το σάλιο με το οποίο είναι κατασκευασμένες αυτές οι φωλιές αποτελεί το κύριο συστατικό της εύγευστης σούπας που φτιάχνεται από «χελιδονοφωλιές» στην Άπω Ανατολή. Αναφέρεται ότι εκατομμύρια φωλιές χρησιμοποιούνται κάθε χρόνο για αυτή τη γαστρονομική απόλαυση.
Μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες φωλιές φτιάχνεται με το κολλώδες σάλιο του είδους Cypsiurus parvus. Αυτό το μικροσκοπικό πουλί κολλάει ένα μικρό επίπεδο μαξιλαράκι από φτερά κάτω από ένα φύλλο φοίνικα.
Ο άνεμος πολλές φορές χτυπάει άγρια τη φωλιά, καθώς αυτή κρέμεται ανάποδα.
Πώς μένει το μικροσκοπικό αβγό μέσα στη φωλιά; Ο Ντέιβιντ Ατένμπορο στο βιβλίο του Δοκιμασίες της Ζωής (Trials of Life) εξηγεί: «Φαίνεται σχεδόν αδύνατον ότι το μοναδικό αβγό θα μπορούσε να μείνει μέσα στη μικροσκοπική κοιλότητα. Είναι αλήθεια ότι θα έπεφτε αν το πουλί δεν είχε κολλήσει, όχι μόνο τη φωλιά στο φύλλο, αλλά και το αβγό στη φωλιά».
Έτσι, ενώ η φωλιά και το αβγό είναι σταθερά κολλημένα στο φοινικόφυλλο, οι γονείς γαντζώνονται από τις άκρες της και επωάζουν το αβγό εναλλάξ.
Αφού ο νεοσσός εκκολαφθεί, μένει προσκολλημένος στο ανεμοδαρμένο σπίτι του μέχρι να βγάλει φτερά και να αρχίσει να πετάει.
Οικολογία και Ακραίες Προσαρμογές
Οι σταχτάρες έχουν εξελιχθεί για να ζουν σχεδόν αποκλειστικά στον αέρα: 🔸Ζωή εν πτήσει: Εκτός από την περίοδο του φωλιάσματος, οι σταχτάρες περνούν ολόκληρο το εικοσιτετράωρο στον αέρα. Τρέφονται (συλλαμβάνοντας έντομα), πίνουν νερό (γλιστρώντας πάνω από την επιφάνεια λιμνών), ζευγαρώνουν, ακόμα και κοιμούνται εν πτήσει.🔸Ύπνος στον αέρα: Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ανεβαίνουν σε υψόμετρα 1.000 έως 3.000 μέτρων και κοιμούνται χρησιμοποιώντας ημισφαιρικό ύπνο (το μισό μέρος του εγκεφάλου κοιμάται ενώ το άλλο μισό ελέγχει την πτήση).
🔸Μορφολογία: Διαθέτουν μακριές, στενές και δρεπανόμορφες φτερούγες και αεροδυναμικό σώμα. Η πτήση τους είναι εξαιρετικά γρήγορη, με ταχύτητες που σε οριζόντια πτήση μπορούν να ξεπεράσουν τα 110 χλμ./ώρα.
Τα παρακάτω είδη ανήκουν στο γένος Άπους (Apus):
Α. Τα Ευρωπαϊκά και Ελληνικά Είδη
Στην Ελλάδα και τη νότια Ευρώπη συναντώνται τακτικά τέσσερα είδη της ομάδας (συμπεριλαμβανομένου του Σκεπαρνά):1. Σταχτάρα / Κοινό Πετροχελίδονο (Apus apus)
Περιγραφή: Μήκος 16-17 εκ., άνοιγμα πτερύγων 42-48 εκ. Έχει ομοιόμορφο σκούρο καφέ-μαυριδερό φτέρωμα με μοναδική εξαίρεση ένα μικρό, υπόλευκο μπάλωμα στον λαιμό (συχνά δυσδιάκριτο). Η ουρά του είναι βαθιά διχαλωτή.
Καθεστώς: Εξαιρετικά κοινός καλοκαιρινός επισκέπτης στην Ελλάδα (Μάρτιος–Αύγουστος). Φωλιάζει σε αποικίες κάτω από κεραμίδια, σχισμές κτιρίων και βράχων.
2. Σκεπαρνάς / Βουνοσταχτάρα (Tachymarptis melba / Apus melba)
Περιγραφή: Ο γίγαντας της ομάδας (μήκος 20-23 εκ., άνοιγμα πτερύγων έως 57 εκ.). Ξεχωρίζει πανεύκολα από την καθαρή λευκή κοιλιά και τον λευκό λαιμό, που διαχωρίζονται από μια καφέ λωρίδα στο στήθος.Καθεστώς: Πολύ κοινός καλοκαιρινός επισκέπτης στην Ελλάδα, κυρίως σε ορεινούς όγκους, φαράγγια και απόκρημνες νησίδες.
3. Ωχροσταχτάρα (Apus pallidus)
Περιγραφή: Μοιάζει εξαιρετικά με την κοινή Σταχτάρα, γεγονός που καθιστά την αναγνώρισή της στο πεδίο μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τους παρατηρητές. Είναι ελαφρώς πιο ανοιχτόχρωμη (προς το καφέ-γκρι), με πιο πλατιές φτερούγες, μεγαλύτερο λευκό μπάλωμα στον λαιμό και πιο αργό, «νωχελικό» φτεροκόπημα.Καθεστώς: Καλοκαιρινός επισκέπτης, κυρίως σε παράκτιες περιοχές, νησιά και μεγάλες πόλεις της νότιας Ελλάδας (π.χ. Αθήνα, Θεσσαλονίκη). Φτάνει νωρίτερα την άνοιξη και φεύγει πολύ αργότερα το φθινόπωρο (ορισμένα άτομα διαχειμάζουν).
4. Νανοπετροχελίδονο (Apus affinis)
Περιγραφή: Πολύ μικρόσωμο είδος (12 εκ.). Ξεχωρίζει από το εκτυφλωτικά λευκό ουροπύγιο (rump), τον λευκό λαιμό και την τετράγωνη (όχι διχαλωτή) ουρά του.Καθεστώς: Σπάνιος αναπαραγόμενος κάτοικος στη νότια Ευρώπη (π.χ. Ισπανία, Τουρκία) και σπάνιος διαβατικός επισκέπτης στην Ελλάδα.
Β. Ενδημικά Είδη των Νησιών του Ατλαντικού (Μακαρονησία)
5. Plain Swift (Apus unicolor)
Περιγραφή: Μικρότερο και πιο λεπτόσωμο από την κοινή Σταχτάρα, με ομοιόμορφο σκούρο φτέρωμα.Κατανομή: Ενδημικό των Καναρίων Νήσων και της Μαδέρα.
6. Cape Verde Swift (Apus alexandri)
Περιγραφή: Πολύ μικρόσωμο, ανοιχτόχρωμο γκρι-καφέ είδος, με στενές φτερούγες.Κατανομή: Ενδημικό του αρχιπελάγους του Πράσινου Ακρωτηρίου (Cape Verde).
Γ. Αφρικανικά Είδη
Η Αφρική φιλοξενεί τη μεγαλύτερη ποικιλία ειδών του γένους, πολλά από τα οποία είναι μόνιμοι κάτοικοι ή πραγματοποιούν ενδοαφρικανικές μεταναστεύσεις:
7. White-rumped Swift (Apus caffer)
Περιγραφή: Λεπτόσωμο, με πολύ μακριά και βαθιά διχαλωτή ουρά και στενή λευκή λωρίδα στο ουροπύγιο.Σημείωση: Έχει επεκτείνει πρόσφατα την εξάπλωσή του στη νότια Ισπανία, αποτελώντας πλέον αναπαραγόμενο είδος της Ευρώπης.
8. Horus Swift (Apus horus)
Περιγραφή: Μοιάζει με το Νανοπετροχελίδονο αλλά είναι μεγαλύτερο, με διχαλωτή ουρά. Φωλιάζει συχνά σε τρύπες που ανοίγουν άλλα πουλιά (όπως μελισσοφάγοι) σε αμμουδερές όχθες ποταμών.9. African Black Swift (Apus barbatus)
Περιγραφή: Μεγαλόσωμο, εξολοκλήρου μαύρο-καφέ, με έντονα ριγωτό κάτω μέρος σώματος. Συναντάται κυρίως στην ανατολική και νότια Αφρική.10. Nyanza Swift (Apus niansae)
Περιγραφή: Ανοιχτόχρωμο καφέ-γκρι είδος, ενδημικό της περιοχής της Ερυθράς Θάλασσας και του Κέρατος της Αφρικής.11. Forbes-Watson's Swift (Apus berliozi)
Περιγραφή: Πολύ παρόμοιο με την Ωχροσταχτάρα, ζει στις ακτές της Σομαλίας και στο νησί Σοκότρα.12. Bradfield's Swift (Apus bradfieldi)
Περιγραφή: Αρκετά μεγάλο, ανοιχτόχρωμο καφετί είδος των ξηρών περιοχών της Ναμίμπια και της Ανγκόλας.13. Bates's Swift (Apus batesi)
Περιγραφή: Ένα από τα μικρότερα είδη (10 εκ.). Έχει εντελώς γυαλιστερό μαύρο φτέρωμα και ζει στα τροπικά δάση της Κεντρικής Αφρικής.14. Fernando Po Swift (Apus sladeniae)
Περιγραφή: Σπάνιο και ελάχιστα μελετημένο είδος των ορεινών δασών της δυτικής Αφρικής (Καμερούν και νησί Μπιόκο).Δ. Ασιατικά και Μαλαγασικά Είδη
15. Pacific Swift (Apus pacificus)
Περιγραφή: Μεγαλόσωμη σταχτάρα με λευκό ουροπύγιο και έντονα ριγωτό στήθος. Μεταναστεύει σε τεράστιες αποστάσεις, από τη Σιβηρία έως την Αυστραλία.16. House Swift (Apus nipalensis)
Περιγραφή: Πολύ παρόμοιο με το Νανοπετροχελίδονο, συναντάται στη Νοτιοανατολική Ασία και φωλιάζει συχνά σε αστικά περιβάλλοντα κάτω από στέγες ναών και κτιρίων.17. Salim Ali's Swift (Apus salimali)
Περιγραφή: Διαχωρίστηκε πρόσφατα από το Apus pacificus. Ζει στα μεγάλα υψόμετρα των ανατολικών Ιμαλαΐων και του Θιβέτ.18. Blyth's Swift (Apus leuconyx)
Περιγραφή: Μικρόσωμο είδος με λευκό ουροπύγιο, ενδημικό της ινδικής υποηπείρου.19. Cook's Swift (Apus cooki)
Περιγραφή: Ζει στη Νοτιοανατολική Ασία (Ταϊλάνδη, Μιανμάρ) και φωλιάζει κυρίως σε σπήλαια καρστικών περιοχών.20. Dark-rumped Swift (Apus acuticauda)
Περιγραφή: Εξαιρετικά σπάνιο και απειλούμενο είδος με πολύ περιορισμένη εξάπλωση στους λόφους Khasi της Ινδίας και της Μιανμάρ. Δεν έχει λευκό ουροπύγιο.21. Malagasy Black Swift (Apus balstoni)
Περιγραφή: Σκούρο, σχεδόν μαύρο είδος, ενδημικό της Μαδαγασκάρης και των νησιών Κομόρες.✔ αποδόμορφα (apodiformes)
Τάξη πτηνών, που περιλαμβάνει τις οικογένειες των αποδιδών και των τροχιλιδών· η πρώτη περιλαμβάνει πτηνά που είναι γνωστά με την κοινή ονομασία πετροχελίδονα και η δεύτερη τα γνωστά ως κολιμπρί.
✔σαλαγγάνα
Κοινό όνομα διάφορων πτηνών του γένους κολλοκαλία (Collocalia), που μοιάζουν με χελιδόνια και, όπως κι αυτά, ανήκουν στην οικογένεια των αποδιδών, της τάξης των αποδομόρφων. Τα είδη που απαντιούνται στη νοτιοανατολική Ασία, στα αρχιπελάγη της Ινδονησίας και της Πολυνησίας, καθώς και στην Αυστραλία, είναι πασίγνωστα, γιατί οι φωλιές τους, που τις κατασκευάζουν σε απόκρημνους θαλάσσιους ή ορεινούς βράχους, τρώγονται από τους κατοίκους των γύρω περιοχών. Ένα από τα πιο διαδομένα είδη είναι η σαλαγγάνα η κοινή (Collocaliafucifaga), που έχει συνολικό μήκος 13 περίπου εκατοστών και άνοιγμα στις φτερούγες 30 εκ. Όπως και τα συγγενικά της γένη, τρέφεται με μικρά έντομα και χαρακτηρίζεται από την παρουσία μεγάλων γναθικών αδένων που διογκώνονται κατά την περίοδο της κατασκευής της φωλιάς. Οι αδένες αυτοί εκκρίνουν μια ελαστική ουσία που στερεοποιείται στην επαφή με τον αέρα. Με την ουσία αυτή, το αρσενικό κατασκευάζει, σε 30-40 ημέρες, μια φωλιά σε σχήμα μισού κυπέλλου. Τις φωλιές αυτές τις τρώγουν κυρίως οι ιθαγενείς της νοτιοανατολικής Ασίας και των γειτονικών νησιών και, ιδιαίτερα, οι Κινέζοι και οι Ιάπωνες. Εξαγωγή τους γίνεται στις ΗΠΑ, όπου θεωρούνται εκλεκτό έδεσμα.
Τάξη πτηνών, που περιλαμβάνει τις οικογένειες των αποδιδών και των τροχιλιδών· η πρώτη περιλαμβάνει πτηνά που είναι γνωστά με την κοινή ονομασία πετροχελίδονα και η δεύτερη τα γνωστά ως κολιμπρί.
✔σαλαγγάνα
Κοινό όνομα διάφορων πτηνών του γένους κολλοκαλία (Collocalia), που μοιάζουν με χελιδόνια και, όπως κι αυτά, ανήκουν στην οικογένεια των αποδιδών, της τάξης των αποδομόρφων. Τα είδη που απαντιούνται στη νοτιοανατολική Ασία, στα αρχιπελάγη της Ινδονησίας και της Πολυνησίας, καθώς και στην Αυστραλία, είναι πασίγνωστα, γιατί οι φωλιές τους, που τις κατασκευάζουν σε απόκρημνους θαλάσσιους ή ορεινούς βράχους, τρώγονται από τους κατοίκους των γύρω περιοχών. Ένα από τα πιο διαδομένα είδη είναι η σαλαγγάνα η κοινή (Collocaliafucifaga), που έχει συνολικό μήκος 13 περίπου εκατοστών και άνοιγμα στις φτερούγες 30 εκ. Όπως και τα συγγενικά της γένη, τρέφεται με μικρά έντομα και χαρακτηρίζεται από την παρουσία μεγάλων γναθικών αδένων που διογκώνονται κατά την περίοδο της κατασκευής της φωλιάς. Οι αδένες αυτοί εκκρίνουν μια ελαστική ουσία που στερεοποιείται στην επαφή με τον αέρα. Με την ουσία αυτή, το αρσενικό κατασκευάζει, σε 30-40 ημέρες, μια φωλιά σε σχήμα μισού κυπέλλου. Τις φωλιές αυτές τις τρώγουν κυρίως οι ιθαγενείς της νοτιοανατολικής Ασίας και των γειτονικών νησιών και, ιδιαίτερα, οι Κινέζοι και οι Ιάπωνες. Εξαγωγή τους γίνεται στις ΗΠΑ, όπου θεωρούνται εκλεκτό έδεσμα.
Ετικέτες:
Αποδόμορφα
Ευχαριστούμε που διαβάσατε την ανάρτηση Άπους