Ορνιθόμορφα

Ορνιθόμορφα (Galliformes)
Τα ορνιθόμορφα είναι πουλιά εδαφόβια, με βαρύ σώμα, κοντά και πλατειά φτερά, ενώ τα πόδια τους είναι μέτρια σε μήκος και σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα τους. Στην τάξη αυτή ανήκουν τα φτερωτά ενδημικά πουλιά όπως η ορεινή πέρδικα, η νησιωτική πέρδικα, η πεδινή πέρδικα, ο φασιανός καθώς και το αποδημητικό ορτύκι. Το καθένα από τα παραπάνω πουλιά ανήκουν σε διαφορετικές οικογένειες. Τα ορνιθόμορφα παρουσιάζουν φυλετικό διμορφισμό, δηλαδή τα αρσενικά και τα θηλυκά άτομα εμφανίζονται με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Αρκετά είδη φέρουν στο κεφάλι λειριά ή Κάλλαια ή άλλου είδους υπερσαρκώματα, τα οποία είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένα στα αρσενικά.
Στον πρώτο περίπου χρόνο της ζωής τους είναι ώριμα να γεννήσουν. Γεννούν πολλά αυγά, τα οποία κλωσσούν συνήθως μια φορά το χρόνο.
Τα αβγά έχουν γενικά χρώμα ομοιόμορφο και είναι λευκωπά, κιτρινωπά, γκριζωπά ή κοκκινωπά· ύστερα από επώαση, το πολύ 15-30 ημερών, γεννιούνται νεοσσοί που καλύπτονται από πυκνά πούπουλα και είναι σχεδόν αμέσως ικανοί να προμηθευτούν την τροφή τους.

Τετραονίδαι (Tetraoninae) Τα ο. δεν είναι ικανά για καλή πτήση, γι’ αυτό και παραμένουν σχεδόν πάντοτε στο έδαφος· λίγα είδη είναι δεντρόβια. Η τάξη αυτή των πουλιών, που είναι κατά διάφορους τρόπους διαδομένη σε όλη την υδρόγειο, υποδιαιρείται στις ακόλουθες οικογένειες.
◾1) τους μεγαποδίδες, που ζουν στην Αυστραλία, στη Νέα Γουινέα και στις Φιλιππίνες: έχουν το πρώτο δάχτυλο των ποδιών στο ίδιο επίπεδο με τα άλλα δάχτυλα· δεν κλωσσούν τα μεγάλα αβγά τους, γιατί την επώαση αναλαμβάνει η θερμότητα μεγάλων σωρών οργανικών υλικών που βρίσκονται σε αποσύνθεση. Τα πουλιά συσσωρεύουν τα υλικά αυτά και εναποθέτουν εκεί τ’ αβγά τους. Τυπικός εκπρόσωπος της οικογένειας αυτής είναι ο λεγόμενος γάλλος ή διάνος των δασών·
◾2) τους κρακίδες, γενικά δεντρόβιους, διαδεδομένους στη Βραζιλία και στο Μεξικό: έχουν το πρώτο δάχτυλο στο ίδιο επίπεδο των άλλων και δεν διαθέτουν πλήκτρο· το πτέρωμά τους είναι μαύρο ή πάντως όχι ζωηρόχρωμο. Στην οικογένεια αυτή ανήκουν οι οπισθόκομοι, που περιλαμβάνουν τρία γένη·
◾3) τους τετραονίδες, που ζουν στις εύκρατες και ψυχρές ζώνες της Ασίας, της Ευρώπης και της Αμερικής: είναι μάλλον μεγαλόσωμοι και ρωμαλέοι, έχουν φτερά στα ρουθούνια και στους ταρσούς και πτέρωμα συχνά διαφορετικό στα δύο φύλα. Από τα πιο γνωστά είδη είναι η πέρδικα, ο αγριόγαλλος και ο ορεινός φασιανός·
◾4) τους φασιανίδες, διαδεδομένους στις εύκρατες και τροπικές ζώνες, εκτός από την Πολυνησία: έχουν σχετικά μεγάλες διαστάσεις, ισχυρή σωματική κατασκευή, ταρσούς με πλήκτρα και πτέρωμα συχνά πολύ ωραίο με εμφανή γενετήσιο διμορφισμό. Η οικογένεια αυτή περιλαμβάνει την κοινή πέρδικα, την κόκκινη πέρδικα, το ορτύκι, τα διάφορα είδη φασιανών, το παγώνι και δυο είδη γάλλων·
◾5) τους νουμιδίδες, χαρακτηριστικούς της Αφρικής και της Αραβίας· είναι γνωστά συνήθως με την ονομασία κόττες του φαραώ και έχουν πτέρωμα σκούρο με λευκές βούλες·
◾6) τους μελεαγρίδες, οικογένεια στην οποία ανήκουν μόνο οι γάλλοι της βορειοκεντρικής Αμερικής, που τώρα όμως είναι διαδομένοι σε όλες τις ηπείρους·
◾7) τους οπισθοκομίδες, που αποτελούν μια μικρή υπόταξη με αρχέγονους χαρακτήρες, γι’ αυτό και τα ο. αυτά θεωρούνται ζωντανά απολιθώματα. Περιλαμβάνουν ένα μόνο είδος, ο οπισθόκομος της Νότιας Αμερικής που το κρέας του δεν το τρώνε ούτε τα ζώα, επειδή μυρίζει άσχημα.
Στην όγδοη οικογένεια, τους γαλινουλοειδίδες, ανήκουν μόνο απολιθωμένες μορφές.

Γένος: Τετραονίνες (Tetraoninae)

Οι Αγριόγαλοι της Ελλάδας και της Ευρώπης. Οι Τετραονίνες (Tetraoninae) αποτελούν μια ιδιαίτερη υποοικογένεια που ανήκει στην τάξη των Ορνιθόμορφων (Galliformes) και την οικογένεια των Φασιανιδών (Phasianidae). Η πλειονότητα των ειδών κατοικεί στο βόρειο ημισφαίριο, όντας άριστα προσαρμοσμένη σε ψυχρά κλίματα, ορεινά κωνοφόρα δάση, καθώς και στην αρκτική ή αλπική τούνδρα.
Αγριόκοτα (Bonasa bonasia)
Ο διακριτικός κάτοικος των πυκνών δασών. Η Αγριόκοτα είναι ένας μικρός, ντροπαλός και εξαιρετικά καμουφλαρισμένος αγριόγαλος με ευρεία εξάπλωση στην Ευρασία.
Εξάπλωση: Συναντάται από τη Βόρεια Ευρασία, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, μέχρι και τη βόρεια Ελλάδα (στα πυκνά και υγρά δάση της Ροδόπης), που αποτελεί το νοτιότερο όριο εξάπλωσής της.
Μορφολογία: Έχει μέγεθος πέρδικας με γκριζοκάστανο γραμμωτό φτέρωμα. Το αρσενικό ξεχωρίζει από το χαρακτηριστικό μαύρο μπάλωμα στον λαιμό του.
Συμπεριφορά: Βασίζεται απόλυτα στο καμουφλάζ της, παραμένοντας ακίνητη στο έδαφος ή σε χαμηλά κλαδιά δέντρων.


Αγριόκουρκος (Tetrao urogallus)
Ο Αγριόκουρκος είναι το μεγαλύτερο μέλος της υποοικογένειας των αγριόγαλων παγκοσμίως, διάσημος για τον ακραίο φυλετικό του διμορφισμό.
Διαστάσεις: Το αρσενικό είναι ογκώδες και φτάνει σε μήκος τα 75-90 εκατοστά, ενώ το θηλυκό είναι αισθητά μικρότερο, με μήκος που κυμαίνεται από 55-65 εκατοστά.
Εμφάνιση: Το αρσενικό φέρει σκούρο σχιστολιθικό φτέρωμα με μεταλλικές πράσινες ανταύγειες στο στήθος, έντονα κόκκινα «φρύδια» και μια εντυπωσιακή ουρά που ανοίγει σαν βεντάλια κατά την ερωτική επίδειξη.
Παρουσία στην Ελλάδα: Αποτελεί έναν εξαιρετικά σπάνιο και αυστηρά προστατευόμενο κάτοικο των παρθένων δασών της Ροδόπης και της βόρειας Πίνδου.


Μικρός μαυροκόκκορας Tetrao (Lyrurus) tetrix
Ένα πανέμορφο και ιδιαίτερα ενεργό πουλί, στενά συνδεδεμένο με τα όρια των δασών και τα αλπικά ξέφωτα.
Βιότοπος & Υψόμετρο: Στη Γαλλία και την Κεντρική Ευρώπη, οι πληθυσμοί του περιορίζονται στην περιοχή των Άλπεων. Ανάλογα με την εποχή του έτους, τους συναντάμε σε υψόμετρα από 1.000 έως 2.500 μέτρα, στα όρια της δενδρογραμμής όπου αφθονούν οι σημύδες και τα ρείκια.
Μορφολογία: Το αρσενικό είναι κατάμαυρο με μπλε ιριδισμούς και χαρακτηριστική ουρά σε σχήμα αρχαιοελληνικής λύρας. Το θηλυκό είναι καφετί με πυκνές ραβδώσεις.


Σκωτσέζικος αγριόγαλος (Lagopus lagopus scoticus)
Ο ένοικος των βρετανικών χερσότοπων. Πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο και διάσημο υποείδος της Βαλτοχιονόκοτας, ενδημικό των Βρετανικών Νήσων.
Διαστάσεις: Το μήκος του σώματός του είναι περίπου 40 εκατοστά.
Διαγνωστικό Στοιχείο: Ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα είδη του γένους Lagopus λόγω της πλήρους απουσίας λευκού χειμερινού φτερώματος. Λόγω του σχετικά ήπιου κλίματος της Σκωτίας και της Ιρλανδίας, διατηρεί το σκούρο καφεκόκκινο χρώμα του καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.


Λαγοπόδης των Άλπεων (Lagopus muta).
Ένα είδος απόλυτα προσαρμοσμένο στη ζωή πάνω από τη δενδρογραμμή, σε βραχώδεις και εκτεθειμένες πλαγιές.
Βάρος: Είναι σχετικά μικρόσωμο πουλί, με βάρος που κυμαίνεται από 350 έως 700 γραμμάρια.
Χειμερινή Διαβίωση: Το χειμώνα αποκτά ολόλευκο φτέρωμα (με εξαίρεση μια μαύρη γραμμή στα μάτια του αρσενικού). Παραμένει σε πολύ περιορισμένες περιοχές, αποφεύγοντας τον παγωμένο άνεμο και το ακραίο κρύο, συχνά σκάβοντας μικρές στοές κάτω από το χιόνι για θερμομόνωση.


Λαγοπόδης (Willow Grouse)
Ο κυρίαρχος της βόρειας τούνδρας. Η Βαλτοχιονόκοτα (διεθνώς γνωστή ως Willow Ptarmigan ή Willow Grouse) είναι στενός συγγενής του Λαγοπόδη των Άλπεων.
Μέγεθος: Είναι ελαφρώς μεγαλύτερη και πιο εύρωστη από τον Λαγοπόδη των Άλπεων, με ισχυρότερο ράμφος.
Γεωγραφική Εξάπλωση: Ζει στα βόρεια δάση και τους χερσότοπους της Βόρειας Ευρώπης, στα σκανδιναβικά κράτη, στη Σιβηρία και στη Βόρεια Αμερική.


Λαγοπόδης των Πυρηναίων (Lagopus muta pyrenaica)
Ο Λαγοπόδης των Πυρηναίων αποτελεί ένα γεωγραφικά απομονωμένο και εξαιρετικά ευάλωτο υποείδος του Λαγοπόδη των Άλπεων.
Γεωγραφική Απομόνωση: Ο πληθυσμός αυτός είναι εντελώς απομονωμένος στην οροσειρά των Πυρηναίων (στα σύνορα Γαλλίας και Ισπανίας).
Οικολογία: Όπως και στις Άλπεις, ο λαγοπόδης αυτός ζει αποκλειστικά σε μεγάλα υψόμετρα, πάνω από το ανώτατο όριο των δέντρων, αποτελώντας ένα «παγετώδες υπολειμματικό είδος» (glacial relict) που εγκλωβίστηκε στα ψηλά βουνά μετά το τέλος της τελευταίας εποχής των παγετώνων.

Υποοικογένεια Φασιανίνες (Phasianinae)

Η υποοικογένεια των Φασιανινών (Phasianinae) ανήκει στην οικογένεια των Φασιανιδών (Phasianidae) και την τάξη των Ορνιθόμορφων (Galliformes). Πρόκειται για μια ομάδα πτηνών με εξαιρετικό ορνιθολογικό, αισθητικό και ιστορικό ενδιαφέρον, καθώς περιλαμβάνει μερικά από τα πιο εντυπωσιακά, πολύχρωμα και αναγνωρίσιμα εδαφόβια πτηνά του πλανήτη.
Γενικά Χαρακτηριστικά και Βιολογία
Τα μέλη της υποοικογένειας Phasianinae μοιράζονται συγκεκριμένα ανατομικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά που τα διαφοροποιούν από άλλες ομάδες πτηνών:
Ακραίος Σεξουαλικός Διμορφισμός: Τα αρσενικά (κοκόρια) είναι αισθητά μεγαλύτερα σε μέγεθος και φέρουν εξαιρετικά φανταχτερά, ιριδίζοντα χρώματα, περίπλοκα σχέδια, μακριές εντυπωσιακές ουρές και διακοσμητικά φτερά. Τα θηλυκά είναι μικρότερα και έχουν διακριτικό, καφετί-μπεζ φτέρωμα (καμούφλάζ) για να προστατεύονται από τους θηρευτές κατά την επώαση.
Δερματικά Εξογκώματα & Προγούλια: Πολλά γένη φέρουν γυμνές περιοχές δέρματος στο κεφάλι, έντονα κόκκινες δερματικές «χτένες» πάνω από τα μάτια, σαρκώδη λοβία, προγούλια (wattle) ή ακόμη και σαρκώδη «κέρατα» που φουσκώνουν κατά τις ερωτικές επιδείξεις.
Απουσία Πατρικής Φροντίδας: Τα αρσενικά είναι κατά βάση πολυγαμικά. Δεν συμμετέχουν καθόλου στο χτίσιμο της φωλιάς, την επώαση των αυγών ή την ανατροφή και προστασία των νεοσσών, καθήκοντα που αναλαμβάνει αποκλειστικά το θηλυκό.
Διατροφή: Είναι παμφάγα εδαφόβια πουλιά. Τρέφονται κυρίως με σπόρους, καρπούς, μούρα, ρίζες, φύλλα, καθώς και με μια μεγάλη ποικιλία εντόμων και άλλων ασπόνδυλων, τα οποία αναζητούν σκαλίζοντας το έδαφος με τα ισχυρά τους νύχια.

Γένος Φασιανός (Phasianus)
Ο κλασικός «Κολχικός» Φασιανός. Το γένος αυτό περιλαμβάνει τον διάσημο Κοινό Φασιανό (Phasianus colchicus), ο οποίος πήρε το όνομά του από την αρχαία Κολχίδα.
Διαστάσεις: Παρουσιάζει έντονο διμορφισμό μεγέθους.
Το αρσενικό (♂): Το συνολικό μήκος του σώματός του φτάνει περίπου τα 85 εκατοστά, με την εντυπωσιακή, μυτερή και γραμμωτή ουρά του να καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος, πλησιάζοντας τα 40-45 εκατοστά. Το βάρος του κυμαίνεται από 1.1 έως 1.6 γραμμάρια.
Το θηλυκό (♀): Είναι αισθητά μικρότερο, με μήκος σώματος 53-63 εκατοστά, πολύ πιο κοντή ουρά (20-25 και βάρος 0.8 έως 1.1 γραμμάρια).
Εμφάνιση Αρσενικού: Χρυσό, χάλκινο και καφεκόκκινο σώμα με μαύρα στίγματα. Το κεφάλι του είναι μεταλλικό πράσινο-μπλε, φέρει μικρά «κερατάκια» από πούπουλα στο πίσω μέρος και έντονα κόκκινο, γυμνό δέρμα γύρω από τα μάτια.
Παρουσία: Αν και κατάγεται από την Ασία, έχει εισαχθεί σε ολόκληρο τον κόσμο (Ευρώπη, Βόρεια Αμερική, Αυστραλία) ως κορυφαίο θήραμα, ενώ στην Ελλάδα συναντάται τόσο ως ελεύθερος άγριος πληθυσμός (κυρίως στο Δέλτα του Νέστου) όσο και σε εκτροφεία.
Γενετική Μόλυνση: Οι απελευθερώσεις υβριδικών φασιανών εκτροφής απειλούν τη γενετική καθαρότητα των άγριων, αυτόχθονων πληθυσμών (όπως του αυθεντικού Phasianus colchicus colchicus στον Καύκασο και την Ελλάδα).


Γένος Τραγοπάνης (Tragopan)
Οι μυθολογικοί «Τράγοι-Πάνες» των υγρών δασών. Οι Τραγοπάνες αποτελούν ένα από τα πιο ιδιαίτερα και αρχαία γένη της υποοικογένειας, ενδημικά των ορεινών δασών της Ασίας (από τα Ιμαλάια έως την Κίνα).
Ετυμολογία: Η ονομασία του γένους προέρχεται από τη σύνθεση των αρχαίων ελληνικών λέξεων τράγος και Πάν (ο αρχαίος τραγοπόδαρος θεός των δασών και της άγριας φύσης). Το όνομα αυτό δόθηκε λόγω δύο μοναδικών χαρακτηριστικών των αρσενικών:
Φέρουν δύο σαρκώδη, φωτεινά μπλε «κέρατα» στο κεφάλι, τα οποία μπορούν να ανορθώνουν όταν είναι ερεθισμένα.
Παράγουν μια κραυγή κατά την περίοδο του ζευγαρώματος που μοιάζει εκπληκτικά με το βέλασμα τράγου.
Μορφολογία & Επίδειξη: Τα αρσενικά έχουν ένα συγκλονιστικό σχέδιο φτερώματος, συνήθως κατακόκκινο ή πορτοκαλί με αναρίθμητες λευκές, κυκλικές κηλίδες (ocelli) που μοιάζουν με πέρλες. Κατά την ερωτική επίδειξη, το αρσενικό ξεδιπλώνει ξαφνικά ένα τεράστιο, πολύχρωμο σαρκώδες προγούλι (bib/lappet) που κρύβει κάτω από τον λαιμό του, το οποίο έχει μοναδικά σχέδια (μπλε, κόκκινα, κίτρινα) και λειτουργεί ως διαφημιστική «σημαία».
Ιδιαίτερη Συμπεριφορά: Αντίθετα με τους περισσότερους φασιανούς που είναι αυστηρά εδαφόβιοι, οι Τραγοπάνες είναι εξαιρετικά δενδρόβιοι. Περνούν πολύ χρόνο ψηλά στα κλαδιά των δέντρων, όπου μάλιστα χτίζουν τις φωλιές τους (χρησιμοποιώντας παλιές φωλιές κοράκων ή αρπακτικών), κάτι εξαιρετικά σπάνιο για την οικογένεια Phasianidae.


Υποοικογένεια Μελεαγρίδες (Meleagridinae)
Οι Μελεαγρίδες (Turkeys) αποτελούν έναν διακριτό κλάδο (παραδοσιακά υποοικογένεια, πλέον συχνά ταξινομούμενες ως φυλή Meleagridini) εντός των Phasianidae, ενδημικό της Αμερικής.
Ταξινόμηση: Περιλαμβάνει μόνο ένα γένος (Meleagris) με δύο ζώντα είδη:
Άγρια Γαλοπούλα (Meleagris gallopavo): Ενδημικό είδος της Βόρειας Αμερικής, ο πρόγονος της κοινής κατοικίδιας γαλοπούλας.
Οφθαλμοφόρος Γαλοπούλα (Meleagris ocellata): Ένα εντυπωσιακό, πολύχρωμο είδος με μεταλλικό πράσινο-χάλκινο φτέρωμα και μπλε-πορτοκαλί κεφάλι, ενδημικό της χερσονήσου του Γιουκατάν στην Κεντρική Αμερική.
Μορφολογικά Χαρακτηριστικά:
Μέγεθος: Είναι τα μεγαλύτερα και βαρύτερα πουλιά της οικογένειας Phasianidae. Τα άγρια αρσενικά του Meleagris gallopavo μπορούν να φτάσουν σε μήκος τα 100-115 εκατοστά και βάρος από 5 έως 11 εκατοστά (ενώ οι εξημερωμένες φυλές εκτροφής ξεπερνούν τα 15-20 γραμμάρια).
Το Κεφάλι: Είναι εντελώς γυμνό από φτερά, με έντονα χρώματα (μπλε, κόκκινο, ροζ) και φέρει σαρκώδη εξογκώματα καρούμπαλα (caruncles). Στο μέτωπο των αρσενικών υπάρχει ένα μακρύ, σαρκώδες εξάρτημα που κρέμεται πάνω από το ράμφος και ονομάζεται snood.
Η Ουρά: Τα αρσενικά έχουν μια μεγάλη, στρογγυλεμένη ουρά την οποία ανοίγουν σε σχήμα τεράστιας βεντάλιας κατά την επίδειξη, ενώ σέρνουν τις φτερούγες τους στο έδαφος και παράγουν τον χαρακτηριστικό ήχο «γκλου-γκλου» (gobbling).

Περδικίνες (Perdicinae) & Συγγενείς Ομάδες Ορνιθόμορφων

Μεσαίου μεγέθους πουλιά που ζούν στην Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Είναι εδαφόβια και τρέφονται κυρίως με σπόρους. Στην υποοικογένεια ανήκουν οι πέρδικες, οι Φραγκολίνοι, τα γένη Tetraogallus, Coturnix κ.τλπ.
Οι Περδικίνες (Perdicinae) αποτελούν μια μεγάλη υποοικογένεια εντός των Φασιανιδών (Phasianidae). Τα μέλη της παρουσιάζουν ευρεία γεωγραφική εξάπλωση στην Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή.
Βιολογία & Ανατομία: Είναι μεσαίου έως μικρού μεγέθους πουλιά με στιβαρό, στρογγυλεμένο σώμα, κοντά και ισχυρά πόδια (κατάλληλα για γρήγορο τρέξιμο) και κοντές, στρογγυλεμένες φτερούγες που παράγουν έναν χαρακτηριστικό θορυβώδη ήχο κατά την απογείωση.
Διατροφή: Κατά βάση παμφάγα εδαφόβια. Τρέφονται κυρίως με σπόρους, βλαστούς, ρίζες και άγριους καρπούς, ενώ κατά την περίοδο της αναπαραγωγής καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες εντόμων και άλλων ασπόνδυλων (απαραίτητα για την πρωτεϊνική διατροφή των νεοσσών).
Κοινωνική Συμπεριφορά: Πολλά είδη σχηματίζουν συμπαγείς κοινωνικές ομάδες εκτός αναπαραγωγικής περιόδου, γνωστές στην κυνηγετική ορολογία ως «κοπάδια» ή «συγκεντρώσεις» (beveys).

Πετροπέρδικα (Alectoris graeca)
Η εμβληματική πέρδικα των ελληνικών ορθοπλαγιών. Η Πετροπέρδικα είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και όμορφα είδη της ελληνικής ορεινής πανίδας, απόλυτα προσαρμοσμένη στα σκληρά βραχώδη οικοσυστήματα.
Διαστάσεις: Μήκος σώματος: 32-35 εκατοστά. Άνοιγμα φτερούγων: 46-53 εκατοστά. Βάρος: 600-900 γραμμάρια.
Μορφολογία & Αναγνώριση: Το πάνω μέρος του σώματος, ο αυχένας, το κεφάλι και το στήθος έχουν ένα κομψό, ομοιόμορφο σταχτογάλανo (σχιστολιθικό) χρώμα.
Το πιο διαγνωστικό της στοιχείο είναι ο κατάλευκος λαιμός (τραχηλιά), ο οποίος περιβάλλεται από μια έντονη, καθαρή μαύρη λωρίδα που ξεκινά από το μέτωπο, περνά πάνω από το μάτι και κατεβαίνει στο στήθος σαν περιδέραιο.
Τα πλευρά της φέρουν εντυπωσιακές, κάθετες και παράλληλες ραβδώσεις με εναλλαγή μαύρου, λευκού και καστανού-κεραμιδί χρώματος.
Το ράμφος και τα πόδια έχουν έντονο κοραλλί-κόκκινο χρώμα. Τα αρσενικά φέρουν ένα μικρό σαρκώδες εξόγκωμα (πλήκτρο/σπιρούνι) στον ταρσό.
Βιότοπος: Απόκρημνες βραχώδεις πλαγιές, φαράγγια, γυμνές κορυφές βουνών και υποαλπικά λιβάδια με χαμηλή βλάστηση, συνήθως σε υψόμετρα από 800 έως 2.500 μέτρα.


Φραγκολίνος, Black Francolin (Francolinus francolinus).
Ο Μαυροφραγκολίνος (Black Francolin) ανήκει στο γένος Francolinus. Πρόκειται για ένα πτηνό με εκπληκτική εμφάνιση και έντονο φυλετικό διμορφισμό.
Διαστάσεις: Μήκος σώματος 33-36 εκατοστά και βάρος 400-550 γραμμάρια.
Μορφολογία (Αρσενικό ♂): Το σώμα του είναι κατά βάση κατάμαυρο με πυκνές, καθαρές λευκές κηλίδες στα πλευρά. Ο αυχένας περιβάλλεται από ένα εντυπωσιακό, φαρδύ κάστανο-κεραμιδί κολάρο. Οι παρειές (μάγουλα) φέρουν μια μεγάλη, καθαρή λευκή κηλίδα που έρχεται σε έντονη αντίθεση με το μαύρο κεφάλι.
Μορφολογία (Θηλυκό ♀): Πολύ πιο διακριτικό, με καφετιές και μπεζ ραβδώσεις (καμουφλάζ) και μια μικρότερη καστανή κηλίδα στον αυχένα.
Βιότοπος & Υψόμετρο: Προτιμά χαμηλά υψόμετρα, υγρά λιβάδια, καλαμιώνες, παρυφές καλλιεργειών και περιοχές με πυκνή θαμνώδη βλάστηση κοντά σε νερό. Ωστόσο, παρουσιάζει εξαιρετική προσαρμοστικότητα στην Ασία, φτάνοντας στο Νεπάλ σε υψόμετρα έως και 2.000-2.500 μέτρα κατά μήκος των καλλιεργημένων ορεινών κοιλάδων.
Καθεστώς στην Ελλάδα: Δυστυχώς, ο άγριος αναπαραγόμενος πληθυσμός του έχει εξαφανιστεί οριστικά από την ελληνική επικράτεια (ιστορικά φώλιαζε στη Σάμο, τη Λέσβο και τη Θράκη). Σήμερα συναντάται σε εξαιρετικούς πληθυσμούς στην Κύπρο (όπου προστατεύεται) και στη Μέση Ανατολή.


Κοινό Ορτύκι (Coturnix coturnix)
Το Ορτύκι είναι το μικρότερο μέλος της οικογένειας των Φασιανιδών στην Ευρώπη και το μόνο είδος της τάξης των Ορνιθόμορφων που πραγματοποιεί μαζική, μεγάλων αποστάσεων μετανάστευση.
Διαστάσεις: Μήκος σώματος 16-18 εκατοστά και βάρος που κυμαίνεται από 70 έως 135 γραμμάρια (αυξάνεται σημαντικά πριν από το ταξίδι της μετανάστευσης).
Εμφάνιση: Σώμα συμπαγές, σφαιρικό, με σχεδόν ανύπαρκτη ουρά. Το φτέρωμά του είναι αμμόχρωμο-καφέ με λεπτές λευκές και μαύρες ραβδώσεις στη ράχη, προσφέροντας το απόλυτο καμουφλάζ στα σιτοχώραφα και τα ξερά χόρτα. Το αρσενικό φέρει ένα σκούρο καφέ ή μαύρο σχέδιο στον λαιμό, το οποίο απουσιάζει από το θηλυκό.
Βιολογία & Μετανάστευση: Φτάνει στην Ευρώπη την άνοιξη (Απρίλιο) για να αναπαραχθεί και αναχωρεί το φθινόπωρο (Σεπτέμβριο-Οκτώβριο) για να ξεχειμωνιάσει στην Αφρική. Πετάει κυρίως τη νύχτα, χαμηλά πάνω από το έδαφος, σε μεγάλα κοπάδια.
Βιότοπος: Ανοιχτά πεδινά λιβάδια, καλλιέργειες δημητριακών (σιτάρια, κριθάρια) και τριφυλλοχώραφα.


Οικογένεια Νουμιδίδες (Numididae) - Φραγκόκοτες
Αν και παραδοσιακά ταξινομούνταν ως υποοικογένεια των Φασιανιδών, οι Φραγκόκοτες (Guineafowl) πλέον αναγνωρίζονται ως ξεχωριστή, αυτόνομη οικογένεια Νουμιδίδες (Numididae), ενδημική της Αφρικής.
Κοινή Φραγκόκοτα (Numida meleagris): Είναι ο πιο χαρακτηριστικός και αναγνωρίσιμος εκπρόσωπος της οικογένειας και το μοναδικό είδος του γένους Numida.
Μορφολογικά Χαρακτηριστικά:
Το Κεφάλι: Είναι εντελώς γυμνό από φτερά, με έντονο μπλε και κόκκινο δέρμα, και φέρει στην κορυφή ένα σκληρό, οστέινο κράνος (casque) με καφεκίτρινο χρώμα. Από τη βάση του ράμφους κρέμονται δύο σαρκώδη, κόκκινα λοβία. Το Σώμα: Στρογγυλό και ογκώδες (μήκος 53-58 εκατοστά, βάρος 1.1-1.6 γραμμάρια. Το φτέρωμά του είναι ομοιόμορφο γκρίζο-μαύρο, πυκνά στολισμένο με αναρίθμητες λευκές κυκλικές κηλίδες (σαν πέρλες), δίνοντας την αίσθηση μωσαϊκού.
Συμπεριφορά: Εξαιρετικά κοινωνικά πουλιά, κινούνται σε μεγάλες ομάδες (έως και 25 πουλιά) αναζητώντας τροφή στο έδαφος. Προτιμούν να τρέχουν παρά να πετούν όταν νιώσουν απειλή. Έχουν εξημερωθεί σε μεγάλο βαθμό παγκοσμίως για το νόστιμο κρέας και τα αυγά τους.


Οικογένεια Μεγαποδίδες (Megapodiidae)
Οι Μεγαποδίδες (Megapodes / Mound-builders) αποτελούν μια από τις πιο αρχαίες και εξελικτικά μοναδικές οικογένειες της τάξης των Ορνιθόμορφων, περιλαμβάνοντας 7 γένη με περίπου 22 είδη που απαντώνται στην Αυστραλία, τη Νέα Γουινέα, την Ινδονησία, τις Φιλιππίνες και τα νησιά του Δυτικού Ειρηνικού.
Η Μοναδική Στρατηγική Επώασης (Mound Builders):
Οι Μεγάποδοι δεν επωάζουν ποτέ τα αυγά τους χρησιμοποιώντας τη θερμότητα του σώματός τους.
Αντίθετα, κατασκευάζουν γιγαντιαίους λόφους (mounds) από χώμα, άμμο και οργανική ύλη (φύλλα, κλαδιά). Η αποσύνθεση της οργανικής ύλης παράγει θερμότητα, η οποία λειτουργεί ως φυσικό θερμοκήπιο επωάζοντας τα αυγά.
Ορισμένα είδη θάβουν τα αυγά τους σε αμμουδιές που θερμαίνονται από τον ήλιο ή σε περιοχές με γεωθερμική δραστηριότητα (κοντά σε ηφαίστεια).
Το αρσενικό ελέγχει καθημερινά τη θερμοκρασία του λόφου χρησιμοποιώντας το ευαίσθητο ράμφος του ως «θερμόμετρο», προσθέτοντας ή αφαιρώντας χώμα για να τη διατηρήσει σταθερή στους 33 C.
Υπερ-πρώιμοι Νεοσσοί (Superprecocial):
Οι νεοσσοί εκκολάπτονται βαθιά μέσα στον λόφο, πλήρως φτερωμένοι.
Σκάβουν μόνοι τους για να βγουν στην επιφάνεια (μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει έως και 15 ώρες).
Από την πρώτη κιόλας ημέρα, είναι εντελώς ανεξάρτητοι από τους γονείς: μπορούν να τρέξουν, να αναζητήσουν τροφή και να πετάξουν για να αποφύγουν τους θηρευτές.

Ετικέτες: Οικογένεια, Ορνιθόμορφα

Ευχαριστούμε που διαβάσατε την ανάρτηση Ορνιθόμορφα

Back To Top