Πουλιά Τετραονίδαι (Tetraoninae) 
Οι Τετραονίδες είναι μια υποοικογένεια που ανήκει στα Ορνιθόμορφα (Galliformes). Τα περισότερα είδη ζούν στο βόρειο ημισφαιρίο, σε ψυχρά κλίματα στις αρκτικές περιοχές ή σε ψηλά βουνά. Κατά την περίοδο του χειμώνα τρέφονται με εξαιρετικά χαμηλής περιεκτικότητας σε θρεπτικά συστατικά τροφές, όπως πευκοβελόνες και βλαστούς από διάφορα φυτά.
Γνωστά είδη είναι ο αγριόκουρκος, ο λυροπετεινός και η βουνοχιονόκοτα (Lagopus).
Τα φτερά είναι κοντά και στρογγυλεμένα για απότομα και σύντομα πετάγματα με γρήγορο φτερούγισμα που τους επιτρέπει από το έδαφος να βρεθούν σε ένα ψηλότερο σημείο συνήθως όταν απειλούνται από κάποιον εχθρό. Συνήθως οι αποστάσεις που διανύουν πετώντας σπάνια ξεπερνούν τα 200 μέτρα.
Είναι προσμαρμοσμένα σε ψυχρά κλίματα και έχουν πυκνό φτέρωμα για προστασία από το κρύο που καλύπτει όλο το σώμα μέχρι και τη βάση των νυχιών και για να εμποδίζει τη βύθιση στο χιόνι.
Το φτέρωμα συνήθως γκρι με καφέ αποχρώσεις συνήθως με βούλες ή ραβδώσεις για να επιτυγχάνουν καλύτερη απόκρυψη από τα αρπακτικά. Εξαίρεση αποτελούν τα αρσενικά του γένους Tetrao τα οποία έχουν μαύρο φτέρωμα με δύο προεξοχές πάνω από τα μάτια που είναι κόκκινες και πολύ πιο έντονες στα αρσενικά.
Ο λαγοπόδης των Άλπεων (Lagopus mutus) έχει τρεις αλλαγές φτερώματος που του εξασφαλίζουν τέλεια απομίμηση με το περιβάλλον ανάλογα με την εποχή.
Σεξουαλικός διμορφισμός υπάρχει σε μερικά είδη όπως ο Λυροπετεινός, ο Αγριόκουρκος όπου τα αρσενικά είναι πολύ μεγαλύτερα και βαρύτερα από τα θηλυκά, αντίθετα στο είδος Λαγοπόδης δύσκολα ξεχωρίζονται τα δύο φύλα.

Οι Τετραονίδες είναι μια υποοικογένεια που ανήκει στα Ορνιθόμορφα (Galliformes). Τα περισότερα είδη ζούν στο βόρειο ημισφαιρίο, σε ψυχρά κλίματα στις αρκτικές περιοχές ή σε ψηλά βουνά. Κατά την περίοδο του χειμώνα τρέφονται με εξαιρετικά χαμηλής περιεκτικότητας σε θρεπτικά συστατικά τροφές, όπως πευκοβελόνες και βλαστούς από διάφορα φυτά.
Τετραονίδαι
Αγριόκουρκος
Μαυροκόκκορας
Αγριόκοτα
Bonasa umbellus
Spruce Grouse
Τυμπανούχοι
Λαγόπους (Lagopus)
Βαλτοχιονόκοτα
Λαγοπόδης
Λαγοπόδης των Άλπεων
Σκωτσέζικος Λαγοπόδης
Λαγόπους pyrenaicus
Λαγοπόδης λευκόουρος
Κατηγορία: Ορνιθόμορφα | Τετραονίδες
Χαρακτηριστικά: Το σώμα τους είναι κοντόχοντρο με βραχύ λαιμό, κοντά πόδια και μικρό ράμφος. Το μήκος του σώματος κυμαίνεται από 30 έως 90 εκατοστά, βάρος από 260 γραμμάρια έως 6 κιλά. Το μικρότερο είδος είναι η Αγριόκοτα (Tetrastes bonasia, ή Bonasa bonasia), ενώ το μεγαλύτερο το αρσενικό του αγριόκουρκου (Tetrao urogallus).Τα φτερά είναι κοντά και στρογγυλεμένα για απότομα και σύντομα πετάγματα με γρήγορο φτερούγισμα που τους επιτρέπει από το έδαφος να βρεθούν σε ένα ψηλότερο σημείο συνήθως όταν απειλούνται από κάποιον εχθρό. Συνήθως οι αποστάσεις που διανύουν πετώντας σπάνια ξεπερνούν τα 200 μέτρα.
Είναι προσμαρμοσμένα σε ψυχρά κλίματα και έχουν πυκνό φτέρωμα για προστασία από το κρύο που καλύπτει όλο το σώμα μέχρι και τη βάση των νυχιών και για να εμποδίζει τη βύθιση στο χιόνι.
Το φτέρωμα συνήθως γκρι με καφέ αποχρώσεις συνήθως με βούλες ή ραβδώσεις για να επιτυγχάνουν καλύτερη απόκρυψη από τα αρπακτικά. Εξαίρεση αποτελούν τα αρσενικά του γένους Tetrao τα οποία έχουν μαύρο φτέρωμα με δύο προεξοχές πάνω από τα μάτια που είναι κόκκινες και πολύ πιο έντονες στα αρσενικά.
Ο λαγοπόδης των Άλπεων (Lagopus mutus) έχει τρεις αλλαγές φτερώματος που του εξασφαλίζουν τέλεια απομίμηση με το περιβάλλον ανάλογα με την εποχή.
Σεξουαλικός διμορφισμός υπάρχει σε μερικά είδη όπως ο Λυροπετεινός, ο Αγριόκουρκος όπου τα αρσενικά είναι πολύ μεγαλύτερα και βαρύτερα από τα θηλυκά, αντίθετα στο είδος Λαγοπόδης δύσκολα ξεχωρίζονται τα δύο φύλα.
Τετραονίδαι (Tetraoninae)
Φασιανίδαι & Λοιπά Γαλλόμορφα
Οικογένεια: Φασιανίδες (Phasianidae) | Υποοικογένεια: Τετραονίνες (Tetraoninae)
Γένος Λαγοπόδηδες Ptarmigans (Lagopus)
Οι Λαγοπόδηδες (Ptarmigans / Grouse) του γένους Lagopus είναι μεσαίου μεγέθους εδαφόβια πουλιά, άριστα προσαρμοσμένα στις ακραίες συνθήκες της αρκτικής τούνδρας και των ψηλών, παγωμένων βουνών. Είναι διάσημοι παγκοσμίως για την ικανότητά τους να αλλάζουν πλήρως το χρώμα του φτερώματός τους ανάλογα με την εποχή του χρόνου.
Η ονομασία του γένους Lagopus προέρχεται από την Αρχαία Ελληνική λέξη λαγός και πούς, πόδι, λόγω των φτερωτών ποδιών μέχρι και τα δάχτυλα.
Υπάρχουν τρεις τύποι: o Λαγοπόδης (Lagopus lagopus) που είναι το πιο ευρέως διαδεδομένο είδος στη Βόρειο Αμερική και στην Ευρασία, ο Σκωτσέζικος αγριόγαλος ο οποίο βρίσκεται μόνο στις Βρετανικές Νήσους και δεν θεωρείται ξεχωριστό είδος, αλλά υποείδος του Λαγοπόδη. Ο Λαγοπόδης των Άλπεων (Lagopus mutus) είναι περιορισμένος στην κεντρική Ευρώπη στις Αλπεις. Ο Λαγοπόδης λευκόουρος (Lagopus leucurus) ζεί μόνο στην Αλάσκα, τη Βρετανική Κολομβία και τα Βραχώδη Όρη (Rocky Mountains) της Αμερικής.
Φωλεοποίηση: Η φωλιά είναι μια απλή λακκούβα στο έδαφος, επενδυμένη με λίγα χόρτα, εξαιρετικά καμουφλαρισμένη. Γεννούν συνήθως 6-10 αυγά.
Χαρακτηριστικά: Το μεγαλύτερο είδος του γένους (35-44 cm). Το καλοκαίρι, το αρσενικό έχει έντονο καστανόκοκκινο χρώμα στο κεφάλι και τον λαιμό.
Βιότοπος & Συμπεριφορά: Ζει σε πολύ μεγάλα υψόμετρα, πάνω από τη δενδρογραμμή, σε άγονες, βραχώδεις πλαγιές. Το χειμώνα παραμένει σε μια πολύ περιορισμένη περιοχή, αποφεύγοντας τον άνεμο και το τσουχτερό κρύο, συχνά σκάβοντας στοές κάτω από το χιόνι για μόνωση.
Βιότοπος: Ενδημικό είδος της Βόρειας Αμερικής, το οποίο βρίσκεται μόνο σε μια σχετικά περιορισμένη αλπική περιοχή πάνω από τη δενδρογραμμή, από την Αλάσκα και τη δυτική περιοχή του Καναδά μέχρι τα Βραχώδη Όρη των ΗΠΑ.
Οι Λαγοπόδηδες (Ptarmigans / Grouse) του γένους Lagopus είναι μεσαίου μεγέθους εδαφόβια πουλιά, άριστα προσαρμοσμένα στις ακραίες συνθήκες της αρκτικής τούνδρας και των ψηλών, παγωμένων βουνών. Είναι διάσημοι παγκοσμίως για την ικανότητά τους να αλλάζουν πλήρως το χρώμα του φτερώματός τους ανάλογα με την εποχή του χρόνου.
Η ονομασία του γένους Lagopus προέρχεται από την Αρχαία Ελληνική λέξη λαγός και πούς, πόδι, λόγω των φτερωτών ποδιών μέχρι και τα δάχτυλα.
Υπάρχουν τρεις τύποι: o Λαγοπόδης (Lagopus lagopus) που είναι το πιο ευρέως διαδεδομένο είδος στη Βόρειο Αμερική και στην Ευρασία, ο Σκωτσέζικος αγριόγαλος ο οποίο βρίσκεται μόνο στις Βρετανικές Νήσους και δεν θεωρείται ξεχωριστό είδος, αλλά υποείδος του Λαγοπόδη. Ο Λαγοπόδης των Άλπεων (Lagopus mutus) είναι περιορισμένος στην κεντρική Ευρώπη στις Αλπεις. Ο Λαγοπόδης λευκόουρος (Lagopus leucurus) ζεί μόνο στην Αλάσκα, τη Βρετανική Κολομβία και τα Βραχώδη Όρη (Rocky Mountains) της Αμερικής.
Διατροφή και Αναπαραγωγή
Διατροφή: Τρέφονται κυρίως με φυτική ύλη. Το χειμώνα επιβιώνουν τρώγοντας αποκλειστικά μπουμπούκια και κλαδάκια από ιτιές και σημύδες. Τα μικρά τους τρέφονται αρχικά με έντομα για να αναπτυχθούν γρήγορα.Φωλεοποίηση: Η φωλιά είναι μια απλή λακκούβα στο έδαφος, επενδυμένη με λίγα χόρτα, εξαιρετικά καμουφλαρισμένη. Γεννούν συνήθως 6-10 αυγά.
◾1. Λαγοπόδης Willow Ptarmigan, (Lagopus lagopus)
Εξάπλωση: Ζει σε χερσότοπους στην τούνδρα, σε χώρες όπως η Σκανδιναβία, η Σιβηρία, η Αλάσκα και ο βόρειος Καναδάς, με ιδιαίτερα σημαντικούς πληθυσμούς στην επαρχία της Νέας Γης και του Λαμπραντόρ.Χαρακτηριστικά: Το μεγαλύτερο είδος του γένους (35-44 cm). Το καλοκαίρι, το αρσενικό έχει έντονο καστανόκοκκινο χρώμα στο κεφάλι και τον λαιμό.
◾2. Σκωτσέζικος αγριόγαλος Red Grouse, Lagopus (lagopus) scoticus
Γνωστός και ως Red Grouse. Λόγω του ήπιου κλίματος της Σκωτίας και της Ιρλανδίας, αυτό το υποείδος δεν γίνεται λευκό τον χειμώνα. Το χρώμα του είναι σκούρο καφέ. Παρουσιάζει φυλετικό διμορφισμό, καθώς το μικρότερο σε μέγεθος θηλυκό είναι πιο ανοιχτόχρωμο από το αρσενικό, ενώ το καλοκαίρι το φτέρωμά του ανοίγει ακόμα περισσότερο σε τόνους. Είναι το εθνικό πτηνό-σύμβολο της Σκωτίας.
◾3. Λαγοπόδης των Άλπεων, Rock Ptarmigan (Lagopus mutus)
Χαρακτηριστικά: Ελαφρώς μικρότερος (34-36 cm) με βάρος που κυμαίνεται από 350-700 g. Στο χειμερινό λευκό φτέρωμα, το αρσενικό φέρει μια πολύ χαρακτηριστική μαύρη γραμμή (μάσκα) που ξεκινά από το ράμφος και περνά μέσα από το μάτι.Βιότοπος & Συμπεριφορά: Ζει σε πολύ μεγάλα υψόμετρα, πάνω από τη δενδρογραμμή, σε άγονες, βραχώδεις πλαγιές. Το χειμώνα παραμένει σε μια πολύ περιορισμένη περιοχή, αποφεύγοντας τον άνεμο και το τσουχτερό κρύο, συχνά σκάβοντας στοές κάτω από το χιόνι για μόνωση.
◾4. Λαγοπόδης λευκόουρος, White-tailed Ptarmigan, Lagopus leucura
Χαρακτηριστικά: Ο μικρότερος λαγόποδας της υποοικογένειας των Τετραονινών (30-31 cm). Είναι το μοναδικό είδος που έχει εντελώς λευκή ουρά όλο τον χρόνο (χωρίς μαύρα φτερά).Βιότοπος: Ενδημικό είδος της Βόρειας Αμερικής, το οποίο βρίσκεται μόνο σε μια σχετικά περιορισμένη αλπική περιοχή πάνω από τη δενδρογραμμή, από την Αλάσκα και τη δυτική περιοχή του Καναδά μέχρι τα Βραχώδη Όρη των ΗΠΑ.
Γένος Tetrao - black grouse
Τα γένη Tetrao και Lyrurus (τα οποία συχνά μελετώνται μαζί λόγω της στενής φυλογενετικής τους σχέσης) περιλαμβάνουν τα μεγαλύτερα, πιο επιβλητικά και εντυπωσιακά εδαφόβια πουλιά των βόρειων και ορεινών δασών της Ευρασίας. Είναι διάσημα για τον έντονο φυλετικό τους διμορφισμό και τις περίπλοκες τελετουργίες ερωτικής επίδειξης (leks) κατά την περίοδο της αναπαραγωγής.
Μέγεθος & Βάρος: Παρουσιάζει ακραίο φυλετικό διμορφισμό. Το αρσενικό είναι σχεδόν διπλάσιο από το θηλυκό, φτάνοντας σε μήκος τα 75-90 cm και βάρος που μπορεί να αγγίξει τα 4-6 kg. Το θηλυκό έχει μήκος μόλις 55-65 cm. και βάρος 1.5-2 kg.
Εμφάνιση: Το αρσενικό έχει σκούρο γκρίζο-μπλε φτέρωμα με μεταλλικές πράσινες ανταύγειες στο στήθος, μια εντυπωσιακή στρογγυλεμένη ουρά που ανοίγει σαν βεντάλια και ένα χαρακτηριστικό κόκκινο δέρμα πάνω από το μάτι. Το θηλυκό (κοκόρα) έχει καφετί-γκρίζο φτέρωμα με ραβδώσεις για τέλειο καμουφλάζ.
Στην Ελλάδα: Είναι εξαιρετικά σπάνιος και προστατεύεται αυστηρά. Φωλιάζει αποκλειστικά στα πυκνά, παρθένα δάση κωνοφόρων της Ροδόπης (π.χ. δάσος Φρακτού) και σε ορισμένα σημεία της βόρειας Πίνδου, που αποτελούν το νοτιότερο όριο εξάπλωσής του στην Ευρώπη.
Εμφάνιση: Το αρσενικό είναι κατάμαυρο με έντονες μπλε-μεταλλικές ανταύγειες, λευκή γραμμή στις φτερούγες και έντονα κόκκινα "φρύδια". Το πιο εντυπωσιακό του γνώρισμα είναι η ουρά του, η οποία έχει το σχήμα αρχαίας ελληνικής λύρας (εξ ου και το όνομα Λυροπετεινός). Το θηλυκό είναι γκριζοκάστανο με ραβδώσεις.
Βιότοπος & Υψόμετρο: Στη Γαλλία και την κεντρική Ευρώπη, οι πληθυσμοί του περιορίζονται στην περιοχή των Άλπεων. Ανάλογα με την εποχή του χρόνου, τους συναντάμε σε υψόμετρα από 1000 m. έως 2500 m., στα όρια της δενδρογραμμής, όπου υπάρχουν σημύδες, πεύκα και χαμηλοί θάμνοι (ρείκια, βακκίνια).
Συμπεριφορά: Την άνοιξη, τα αρσενικά συγκεντρώνονται σε παραδοσιακές αρένες (leks) στο έδαφος, όπου εκτελούν εντυπωσιακούς εικονικούς αγώνες με δυνατά σφυρίγματα και κρώξιμο για να προσελκύσουν τα θηλυκά.
Εξάπλωση: Φωλιάζει σε μεγάλα υψόμετρα (1500-3000 m.) στα βουνά του Καυκάσου (Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, βορειοανατολική Τουρκία και νότια Ρωσία).
Διαφορές από τον κοινό Λυροπετεινό:
Το αρσενικό είναι ματ μαύρο (χωρίς τις έντονες μπλε γυαλάδες) και η ουρά του, αν και διχαλωτή, λυγίζει χαρακτηριστικά προς τα κάτω χωρίς να σχηματίζει την έντονη "λύρα". Επίσης, δεν έχει λευκά σημάδια στις φτερούγες.
Το θηλυκό είναι πιο γκρίζο με λεπτότερες ραβδώσεις.
Κατάσταση: Ταξινομείται ως Σχεδόν Απειλούμενο (Near Threatened) λόγω της πίεσης από την υπερβόσκηση και τη λαθροθηρία στις αλπικές ζώνες.
Εξάπλωση: Αναπαράγεται στα απέραντα δάση της λάριξας (larch taiga) στην ανατολική Ρωσία (Σιβηρία), τη βόρεια Μογγολία και τμήματα της βόρειας Κίνας.
Διαφορές από τον Δυτικό Αγριόκουρκο:
Είναι ελαφρώς μικρότερος, με αισθητά μικρότερο και πιο σκούρο (μαύρο) ράμφος. Η ουρά του είναι πιο μακριά και ελαφρώς πιο μυτερή στο κέντρο.
Διαθέτει πολύ πιο έντονες και μεγάλες λευκές κηλίδες στις φτερούγες και στα καλυπτήρια φτερά της ουράς, που δημιουργούν έντονη αντίθεση με το κατάμαυρο σώμα του.
Προσαρμογή: Είναι εξαιρετικά ανθεκτικός στο ακραίο ψύχος, τρεφόμενος κατά τη διάρκεια του σιβηρικού χειμώνα σχεδόν αποκλειστικά με τις βελόνες και τους οφθαλμούς των δέντρων λάριξας.
Τα γένη Tetrao και Lyrurus (τα οποία συχνά μελετώνται μαζί λόγω της στενής φυλογενετικής τους σχέσης) περιλαμβάνουν τα μεγαλύτερα, πιο επιβλητικά και εντυπωσιακά εδαφόβια πουλιά των βόρειων και ορεινών δασών της Ευρασίας. Είναι διάσημα για τον έντονο φυλετικό τους διμορφισμό και τις περίπλοκες τελετουργίες ερωτικής επίδειξης (leks) κατά την περίοδο της αναπαραγωγής.
◾1. Αγριόκουρκος (urogallus Tetrao)
Ο βασιλιάς των δασών των κωνοφόρων και το μεγαλύτερο μέλος ολόκληρης της υποοικογένειας των αγριόγαλων.Μέγεθος & Βάρος: Παρουσιάζει ακραίο φυλετικό διμορφισμό. Το αρσενικό είναι σχεδόν διπλάσιο από το θηλυκό, φτάνοντας σε μήκος τα 75-90 cm και βάρος που μπορεί να αγγίξει τα 4-6 kg. Το θηλυκό έχει μήκος μόλις 55-65 cm. και βάρος 1.5-2 kg.
Εμφάνιση: Το αρσενικό έχει σκούρο γκρίζο-μπλε φτέρωμα με μεταλλικές πράσινες ανταύγειες στο στήθος, μια εντυπωσιακή στρογγυλεμένη ουρά που ανοίγει σαν βεντάλια και ένα χαρακτηριστικό κόκκινο δέρμα πάνω από το μάτι. Το θηλυκό (κοκόρα) έχει καφετί-γκρίζο φτέρωμα με ραβδώσεις για τέλειο καμουφλάζ.
Στην Ελλάδα: Είναι εξαιρετικά σπάνιος και προστατεύεται αυστηρά. Φωλιάζει αποκλειστικά στα πυκνά, παρθένα δάση κωνοφόρων της Ροδόπης (π.χ. δάσος Φρακτού) και σε ορισμένα σημεία της βόρειας Πίνδου, που αποτελούν το νοτιότερο όριο εξάπλωσής του στην Ευρώπη.
◾2. Μικρός μαυροκόκκορας Tetrao (Lyrurus) tetrix
Ένα πανέμορφο και πολύ δραστήριο πουλί, στενά συνδεδεμένο με τα όρια των δασών και τις ανοιχτές εκτάσεις.Εμφάνιση: Το αρσενικό είναι κατάμαυρο με έντονες μπλε-μεταλλικές ανταύγειες, λευκή γραμμή στις φτερούγες και έντονα κόκκινα "φρύδια". Το πιο εντυπωσιακό του γνώρισμα είναι η ουρά του, η οποία έχει το σχήμα αρχαίας ελληνικής λύρας (εξ ου και το όνομα Λυροπετεινός). Το θηλυκό είναι γκριζοκάστανο με ραβδώσεις.
Βιότοπος & Υψόμετρο: Στη Γαλλία και την κεντρική Ευρώπη, οι πληθυσμοί του περιορίζονται στην περιοχή των Άλπεων. Ανάλογα με την εποχή του χρόνου, τους συναντάμε σε υψόμετρα από 1000 m. έως 2500 m., στα όρια της δενδρογραμμής, όπου υπάρχουν σημύδες, πεύκα και χαμηλοί θάμνοι (ρείκια, βακκίνια).
Συμπεριφορά: Την άνοιξη, τα αρσενικά συγκεντρώνονται σε παραδοσιακές αρένες (leks) στο έδαφος, όπου εκτελούν εντυπωσιακούς εικονικούς αγώνες με δυνατά σφυρίγματα και κρώξιμο για να προσελκύσουν τα θηλυκά.
◾2.Λυροπετεινός του Καυκάσου, Caucasian Grouse, Tetrao mlokosiewiczi
Ένα σπάνιο και γεωγραφικά περιορισμένο είδος, ενδημικό της οροσειράς του Καυκάσου.Εξάπλωση: Φωλιάζει σε μεγάλα υψόμετρα (1500-3000 m.) στα βουνά του Καυκάσου (Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, βορειοανατολική Τουρκία και νότια Ρωσία).
Διαφορές από τον κοινό Λυροπετεινό:
Το αρσενικό είναι ματ μαύρο (χωρίς τις έντονες μπλε γυαλάδες) και η ουρά του, αν και διχαλωτή, λυγίζει χαρακτηριστικά προς τα κάτω χωρίς να σχηματίζει την έντονη "λύρα". Επίσης, δεν έχει λευκά σημάδια στις φτερούγες.
Το θηλυκό είναι πιο γκρίζο με λεπτότερες ραβδώσεις.
Κατάσταση: Ταξινομείται ως Σχεδόν Απειλούμενο (Near Threatened) λόγω της πίεσης από την υπερβόσκηση και τη λαθροθηρία στις αλπικές ζώνες.
◾4.Μαυρόραμφος Αγριόκουρκος, Black-billed Capercaillie, Tetrao parvirostris
Ο ανθεκτικός κάτοικος της παγωμένης Σιβηρίας.Εξάπλωση: Αναπαράγεται στα απέραντα δάση της λάριξας (larch taiga) στην ανατολική Ρωσία (Σιβηρία), τη βόρεια Μογγολία και τμήματα της βόρειας Κίνας.
Διαφορές από τον Δυτικό Αγριόκουρκο:
Είναι ελαφρώς μικρότερος, με αισθητά μικρότερο και πιο σκούρο (μαύρο) ράμφος. Η ουρά του είναι πιο μακριά και ελαφρώς πιο μυτερή στο κέντρο.
Διαθέτει πολύ πιο έντονες και μεγάλες λευκές κηλίδες στις φτερούγες και στα καλυπτήρια φτερά της ουράς, που δημιουργούν έντονη αντίθεση με το κατάμαυρο σώμα του.
Προσαρμογή: Είναι εξαιρετικά ανθεκτικός στο ακραίο ψύχος, τρεφόμενος κατά τη διάρκεια του σιβηρικού χειμώνα σχεδόν αποκλειστικά με τις βελόνες και τους οφθαλμούς των δέντρων λάριξας.
Γένος Tetrastes (Αγριόκοτες)
Το γένος Tetrastes περιλαμβάνει τους μικρότερους αγριόγαλους της Ευρασίας. Σε αντίθεση με τους επιβλητικούς Αγριόκουρκους, οι Αγριόκοτες βασίζονται στο τέλειο καμουφλάζ τους, τη μυστικοπαθή συμπεριφορά τους και την ικανότητά τους να κινούνται αθόρυβα ανάμεσα στην πυκνή δασική βλάστηση.
Φωλιά: Μια απλή, καλά καμουφλαρισμένη λακκούβα στο έδαφος κάτω από πεσμένα κλαδιά, ρίζες ή πυκνούς θάμνους. Γεννούν συνήθως 7-11 αυγά, τα οποία επωάζει αποκλειστικά το θηλυκό.
Μορφολογία & Μέγεθος: Έχει μέγεθος που θυμίζει μικρή πέρδικα, με μήκος σώματος 35-39 cm, άνοιγμα φτερών 48-54 cm και βάρος που κυμαίνεται από 350-500 g.
Εμφάνιση & Καμουφλάζ: Το φτέρωμά της είναι ένα περίπλοκο μωσαϊκό από γκρίζες, καφετιές, λευκές και μαύρες ραβδώσεις, προσφέροντας τέλειο καμουφλάζ στο έδαφος του δάσους.
Το αρσενικό διαθέτει ένα χαρακτηριστικό μαύρο μπάλωμα στο λαιμό με λευκό περίγραμμα, ένα μικρό λοφίο που ανασηκώνει όταν ανησυχεί και κόκκινο δέρμα πάνω από το μάτι.
Το θηλυκό είναι πιο ομοιόμορφα καφετί, χωρίς το μαύρο λαιμό.
Στην Ελλάδα: Είναι μόνιμος κάτοικος και αυστηρά προστατευόμενο είδος. Φωλιάζει στα πυκνά, υγρά, μικτά δάση κωνοφόρων και φυλλοβόλων της Ροδόπης (π.χ. Ελατιά, Φρακτό) και σε ορισμένα τμήματα της βόρειας Πίνδου. Η Ελλάδα αποτελεί το νοτιότερο όριο εξάπλωσής της στην Ευρώπη.
Συμπεριφορά: Είναι εξαιρετικά ντροπαλό πουλί. Περνά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας στο έδαφος αναζητώντας τροφή, ενώ όταν τρομάξει, πετάει ξαφνικά με ένα δυνατό, θορυβώδες φτερούγισμα και κάθεται σε χαμηλά κλαδιά δέντρων, όπου παραμένει εντελώς ακίνητη.
Εξάπλωση: Είναι ενδημικό είδος της Κίνας. Φωλιάζει σε μεγάλα υψόμετρα (1000-4000 m) στα ορεινά κωνοφόρα δάση της κεντρικής και δυτικής Κίνας (Σιτσουάν, Γκανσού, Τσινγκχάι, Θιβέτ).
Διαφορές από την Κοινή Αγριόκοτα:
Είναι ελαφρώς μικρότερη και πιο σκουρόχρωμη.
Το φτέρωμά της έχει πολύ πιο έντονες και σκούρες οριζόντιες ραβδώσεις (σαν ζέβρα) στη ράχη και το στήθος, με λιγότερο γκρίζο και περισσότερο κοκκινωπό-καφέ χρώμα.
Το αρσενικό έχει επίσης το μαύρο λαιμό με λευκό περίγραμμα, αλλά η μαύρη λωρίδα γύρω από το μάτι είναι πιο πλατιά.
Κατάσταση: Ταξινομείται ως Σχεδόν Απειλούμενο (Near Threatened) λόγω του κατακερματισμού και της σταδιακής απώλειας των ορεινών δασών μπαμπού και κωνοφόρων όπου ζει.
Το γένος Tetrastes περιλαμβάνει τους μικρότερους αγριόγαλους της Ευρασίας. Σε αντίθεση με τους επιβλητικούς Αγριόκουρκους, οι Αγριόκοτες βασίζονται στο τέλειο καμουφλάζ τους, τη μυστικοπαθή συμπεριφορά τους και την ικανότητά τους να κινούνται αθόρυβα ανάμεσα στην πυκνή δασική βλάστηση.
Διατροφή και Αναπαραγωγή
Διατροφή: Τρέφονται κυρίως με φυτική ύλη. Το χειμώνα επιβιώνουν τρώγοντας αποκλειστικά μπουμπούκια και κλαδάκια από σημύδες, σκλήθρα και φουντουκιές. Το καλοκαίρι προτιμούν μούρα, φύλλα και έντομα.Φωλιά: Μια απλή, καλά καμουφλαρισμένη λακκούβα στο έδαφος κάτω από πεσμένα κλαδιά, ρίζες ή πυκνούς θάμνους. Γεννούν συνήθως 7-11 αυγά, τα οποία επωάζει αποκλειστικά το θηλυκό.
◾1. Αγριόκοτα (Bonasia Bonasa)
Ο μικρότερος και πιο διακριτικός αγριόγαλος της Ευρώπης, με ευρεία εξάπλωση στη βόρεια Ευρασία.Μορφολογία & Μέγεθος: Έχει μέγεθος που θυμίζει μικρή πέρδικα, με μήκος σώματος 35-39 cm, άνοιγμα φτερών 48-54 cm και βάρος που κυμαίνεται από 350-500 g.
Εμφάνιση & Καμουφλάζ: Το φτέρωμά της είναι ένα περίπλοκο μωσαϊκό από γκρίζες, καφετιές, λευκές και μαύρες ραβδώσεις, προσφέροντας τέλειο καμουφλάζ στο έδαφος του δάσους.
Το αρσενικό διαθέτει ένα χαρακτηριστικό μαύρο μπάλωμα στο λαιμό με λευκό περίγραμμα, ένα μικρό λοφίο που ανασηκώνει όταν ανησυχεί και κόκκινο δέρμα πάνω από το μάτι.
Το θηλυκό είναι πιο ομοιόμορφα καφετί, χωρίς το μαύρο λαιμό.
Στην Ελλάδα: Είναι μόνιμος κάτοικος και αυστηρά προστατευόμενο είδος. Φωλιάζει στα πυκνά, υγρά, μικτά δάση κωνοφόρων και φυλλοβόλων της Ροδόπης (π.χ. Ελατιά, Φρακτό) και σε ορισμένα τμήματα της βόρειας Πίνδου. Η Ελλάδα αποτελεί το νοτιότερο όριο εξάπλωσής της στην Ευρώπη.
Συμπεριφορά: Είναι εξαιρετικά ντροπαλό πουλί. Περνά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας στο έδαφος αναζητώντας τροφή, ενώ όταν τρομάξει, πετάει ξαφνικά με ένα δυνατό, θορυβώδες φτερούγισμα και κάθεται σε χαμηλά κλαδιά δέντρων, όπου παραμένει εντελώς ακίνητη.
◾2. Κινεζική Αγριόκοτα, Chinese Grouse, (Tetrastes sewerzowi)
Γνωστή διεθνώς ως Severtzov's Grouse ή Chinese Grouse. Πρόκειται για έναν σπάνιο και γεωγραφικά απομονωμένο συγγενή της κοινής Αγριόκοτας.Εξάπλωση: Είναι ενδημικό είδος της Κίνας. Φωλιάζει σε μεγάλα υψόμετρα (1000-4000 m) στα ορεινά κωνοφόρα δάση της κεντρικής και δυτικής Κίνας (Σιτσουάν, Γκανσού, Τσινγκχάι, Θιβέτ).
Διαφορές από την Κοινή Αγριόκοτα:
Είναι ελαφρώς μικρότερη και πιο σκουρόχρωμη.
Το φτέρωμά της έχει πολύ πιο έντονες και σκούρες οριζόντιες ραβδώσεις (σαν ζέβρα) στη ράχη και το στήθος, με λιγότερο γκρίζο και περισσότερο κοκκινωπό-καφέ χρώμα.
Το αρσενικό έχει επίσης το μαύρο λαιμό με λευκό περίγραμμα, αλλά η μαύρη λωρίδα γύρω από το μάτι είναι πιο πλατιά.
Κατάσταση: Ταξινομείται ως Σχεδόν Απειλούμενο (Near Threatened) λόγω του κατακερματισμού και της σταδιακής απώλειας των ορεινών δασών μπαμπού και κωνοφόρων όπου ζει.
Γένος Bonasa
Μέγεθος & Βάρος: Μεσαίου μεγέθους πουλί με βάρος που κυμαίνεται από 450-750 g. και μήκος σώματος 40-48 cm.
Εμφάνιση & "Λόφιο": Το όνομά του (ruffed) προέρχεται από τα μακριά, μαύρα, ιριδίζοντα φτερά γύρω από τον λαιμό του, τα οποία ο αρσενικός ανασηκώνει σαν εντυπωσιακό "κολάρο" (ruff) κατά τη διάρκεια της ερωτικής επίδειξης. Το φτέρωμά του παρουσιάζει δύο χρωματικές φάσεις (γκρίζα στον Βορρά και κοκκινωπή-καφέ στον Νότο) για τέλειο καμουφλάζ.
Ενδιαίτημα: Ζει σε μικτά, φυλλοβόλα και κωνοφόρα δάση, δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση σε περιοχές με λεύκες (aspen), σημύδες (birch) και πυκνούς θάμνους.
Η ηχητική επίδειξη (Drumming): Ο αρσενικός δεν παράγει φωνητικούς ήχους για να προσελκύσει τα θηλυκά, αλλά χτυπάει αστραπιαία τις φτερούγες του στον αέρα ενώ στέκεται πάνω σε έναν πεσμένο κορμό. Η κίνηση αυτή δημιουργεί έναν υπόκωφο, επιταχυνόμενο ήχο που μοιάζει με εξωλέμβια μηχανή που παίρνει μπρος και ακούγεται σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων.
◾1. Λοφιοφόρος Αγριόγαλος, Ruffed Grouse (Bonasa umbellus)
Γνωστός διεθνώς ως Ruffed Grouse. Είναι ένα από τα πιο ευρέως εξαπλωμένα θηράματα της Βόρειας Αμερικής και το επίσημο πτηνό-σύμβολο της πολιτείας της Πενσυλβάνια.Μέγεθος & Βάρος: Μεσαίου μεγέθους πουλί με βάρος που κυμαίνεται από 450-750 g. και μήκος σώματος 40-48 cm.
Εμφάνιση & "Λόφιο": Το όνομά του (ruffed) προέρχεται από τα μακριά, μαύρα, ιριδίζοντα φτερά γύρω από τον λαιμό του, τα οποία ο αρσενικός ανασηκώνει σαν εντυπωσιακό "κολάρο" (ruff) κατά τη διάρκεια της ερωτικής επίδειξης. Το φτέρωμά του παρουσιάζει δύο χρωματικές φάσεις (γκρίζα στον Βορρά και κοκκινωπή-καφέ στον Νότο) για τέλειο καμουφλάζ.
Ενδιαίτημα: Ζει σε μικτά, φυλλοβόλα και κωνοφόρα δάση, δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση σε περιοχές με λεύκες (aspen), σημύδες (birch) και πυκνούς θάμνους.
Η ηχητική επίδειξη (Drumming): Ο αρσενικός δεν παράγει φωνητικούς ήχους για να προσελκύσει τα θηλυκά, αλλά χτυπάει αστραπιαία τις φτερούγες του στον αέρα ενώ στέκεται πάνω σε έναν πεσμένο κορμό. Η κίνηση αυτή δημιουργεί έναν υπόκωφο, επιταχυνόμενο ήχο που μοιάζει με εξωλέμβια μηχανή που παίρνει μπρος και ακούγεται σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων.
Γένος Αγριόγαλοι των Λειμώνων, prairie grouse (Tympanuchus)
Γνωστοί ως Prairie-chickens. Το όνομα του γένους προέρχεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις τύμπανον και ἔχω, αναφερόμενο στους εντυπωσιακούς gular sacs (αερόσακους) που φέρουν οι αρσενικοί στον λαιμό τους.
Μέγεθος: Το μήκος σώματος κυμαίνεται από 40-43 cm.
Ερωτική Συμπεριφορά (Lekking): Την άνοιξη, οι αρσενικοί συγκεντρώνονται σε παραδοσιακές αρένες (leks) στους λειμώνες. Εκεί εκτελούν έναν από τους πιο διάσημους χορούς της φύσης:
Φουσκώνουν τους έντονους πορτοκαλί ή κίτρινους αερόσακους στον λαιμό τους.
Ανασηκώνουν δύο όρθιες δέσμες φτερών στο κεφάλι τους, που μοιάζουν με κέρατα.
Χτυπούν τα πόδια τους με δύναμη στο έδαφος και παράγουν έναν βαθύ, αντηχητικό ήχο ("booming") που θυμίζει το φύσημα σε άδεια φιάλη.
Διατροφή και Προσαρμογές στο Ψύχος
Διατροφή: Το καλοκαίρι τρέφονται με μούρα, φύλλα, σπόρους και έντομα. Το χειμώνα επιβιώνουν τρώγοντας σχεδόν αποκλειστικά τους οφθαλμούς (buds) και τα κλαδάκια των δέντρων (λεύκες, σημύδες).
Προσαρμογές: Όπως και οι λαγοπόδηδες, έχουν φτερά που καλύπτουν τα ρουθούνια τους, ενώ το χειμώνα αναπτύσσουν μικρές κεράτινες προεξοχές στα δάχτυλα των ποδιών τους (pectinations), οι οποίες λειτουργούν ως φυσικές «χιονορακέτες» για να περπατούν στο χιόνι.
Τα Τρία Κύρια Είδη του Γένους:
Γνωστοί ως Prairie-chickens. Το όνομα του γένους προέρχεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις τύμπανον και ἔχω, αναφερόμενο στους εντυπωσιακούς gular sacs (αερόσακους) που φέρουν οι αρσενικοί στον λαιμό τους.
Μέγεθος: Το μήκος σώματος κυμαίνεται από 40-43 cm.
Ερωτική Συμπεριφορά (Lekking): Την άνοιξη, οι αρσενικοί συγκεντρώνονται σε παραδοσιακές αρένες (leks) στους λειμώνες. Εκεί εκτελούν έναν από τους πιο διάσημους χορούς της φύσης:
Φουσκώνουν τους έντονους πορτοκαλί ή κίτρινους αερόσακους στον λαιμό τους.
Ανασηκώνουν δύο όρθιες δέσμες φτερών στο κεφάλι τους, που μοιάζουν με κέρατα.
Χτυπούν τα πόδια τους με δύναμη στο έδαφος και παράγουν έναν βαθύ, αντηχητικό ήχο ("booming") που θυμίζει το φύσημα σε άδεια φιάλη.
Διατροφή και Προσαρμογές στο Ψύχος
Διατροφή: Το καλοκαίρι τρέφονται με μούρα, φύλλα, σπόρους και έντομα. Το χειμώνα επιβιώνουν τρώγοντας σχεδόν αποκλειστικά τους οφθαλμούς (buds) και τα κλαδάκια των δέντρων (λεύκες, σημύδες).
Προσαρμογές: Όπως και οι λαγοπόδηδες, έχουν φτερά που καλύπτουν τα ρουθούνια τους, ενώ το χειμώνα αναπτύσσουν μικρές κεράτινες προεξοχές στα δάχτυλα των ποδιών τους (pectinations), οι οποίες λειτουργούν ως φυσικές «χιονορακέτες» για να περπατούν στο χιόνι.
Τα Τρία Κύρια Είδη του Γένους:
◾1. Μεγάλος Αγριόγαλος των Λειμώνων (Tympanuchus cupido):
Ζει στις πεδιάδες των κεντρικών ΗΠΑ. Το υποείδος της ανατολικής ακτής (Heath Hen, T. c. cupido) έχει δυστυχώς εξαφανιστεί οριστικά από τις αρχές του 20ού αιώνα.◾2. Μικρός Αγριόγαλος των Λειμώνων (Tympanuchus pallidicinctus):
Μικρότερος, με πιο ανοιχτόχρωμες ραβδώσεις και κοκκινωπούς αερόσακους. Ζει σε ξηρές περιοχές του Τέξας, του Νέου Μεξικού και του Κολοράντο (Κατηγορία IUCN: Τρωτό - Vulnerable).◾3. Οξυουραίος Αγριόγαλος (Tympanuchus phasianellus / Sharp-tailed Grouse):
Ξεχωρίζει από την πιο μυτερή ουρά του και τους μοβ αερόσακους. Έχει ευρεία εξάπλωση από την Αλάσκα μέχρι τον κεντρικό Καναδά.
Γένος Αγριόγαλοι των Κωνοφόρων (Falcipennis)
Το γένος Falcipennis περιλαμβάνει αγριόγαλους που είναι απόλυτα προσαρμοσμένοι στα πυκνά, σκιερά και παγωμένα κωνοφόρα δάση του Βορρά. Το όνομά του προέρχεται από τις λατινικές λέξεις falx (δρεπάνι) και penna (φτερό), αναφερόμενο στο ιδιαίτερο δρεπανοειδές σχήμα των εξωτερικών φτερών της φτερούγας τους.
Παραδοσιακά, το γένος περιλάμβανε δύο είδη: τον Αγριόγαλο των Ελάτων της Βόρειας Αμερικής (Falcipennis canadensis) και τον Σιβηρικό Αγριόγαλο (Falcipennis falcipennis). Ωστόσο, σύγχρονες γενετικές και φυλογενετικές αναλύσεις έδειξαν ότι η ταξινόμηση αυτή ήταν παραφυλετική.
Ως αποτέλεσμα, ο Αγριόγαλος των Ελάτων μεταφέρθηκε ξανά στο δικό του μονοτυπικό γένος, Canachites (Canachites canadensis), αφήνοντας τον Σιβηρικό Αγριόγαλο ως τον μοναδικό αυθεντικό εκπρόσωπο του γένους Falcipennis.
Διατροφική Προσαρμογή
Όπως και οι άλλοι αγριόγαλοι των κωνοφόρων, τα είδη αυτά έχουν αναπτύξει μια εκπληκτική φυσιολογική προσαρμογή για να επιβιώνουν στο ακραίο ψύχος του χειμώνα:
Διατροφή: Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, η τροφή τους αποτελείται σχεδόν κατά 100% από βελόνες κωνοφόρων δέντρων (πεύκα, έλατα, ερυθρελάτες), μια τροφή εξαιρετικά ινώδη και φτωχή σε θρεπτικά συστατικά για τα περισσότερα πουλιά.
Το "Μυστικό": Διαθέτουν ένα εξαιρετικά ανεπτυγμένο και μακρύ τυφλό έντερο (caecum), το οποίο φιλοξενεί εξειδικευμένα βακτήρια. Αυτά τα βακτήρια διασπούν την κυτταρίνη των πευκοβελονών μέσω της ζύμωσης, επιτρέποντας στα πουλιά να εξάγουν ενέργεια από μια κατά τα άλλα αχώνευτη τροφή.
Μέγεθος & Βάρος: Μήκος σώματος 38-43 cm, άνοιγμα φτερών 55-57 cm. Οι αρσενικοί ζυγίζουν 550-650 g. και οι θηλυκοί 450-550 g.
Εμφάνιση: Ο αρσενικός είναι κυρίως γκρίζος στο πάνω μέρος και μαύρος στο κάτω, με χαρακτηριστικές λευκές κηλίδες στα πλευρά και μια έντονη κόκκινη δερμάτινη "χτένα" (eyebrow comb) πάνω από το μάτι. Η ουρά του είναι σκούρα με καστανό τελείωμα (ή εντελώς μαύρη στο υποείδος franklinii). Η θηλυκή έχει τέλειο καμουφλάζ με καφέ, γκρίζες και μαύρες ραβδώσεις.
Η συμπεριφορά της "Χαζόκοτας": Έχει κερδίσει το όνομα fool hen επειδή παρουσιάζει απίστευτη έλλειψη φόβου απέναντι στον άνθρωπο. Αντί να πετάξει όταν την πλησιάσει κανείς, βασίζεται απόλυτα στο καμουφλάζ της και παραμένει εντελώς ακίνητη, επιτρέποντας μερικές φορές στους ανθρώπους να την αγγίξουν ή να την πιάσουν.
Ενδιαίτημα & Εξάπλωση: Ζει στα βόρεια δάση της Βόρειας Αμερικής. Η εξάπλωσή του εκτείνεται από την Αλάσκα και τον Καναδά μέχρι το Μίσιγκαν, την Ουάσιγκτον, το Άινταχο και το Όρεγκον των ΗΠΑ.
Μορφολογία & "Δρεπανοειδείς" Φτερούγες: Μοιάζει πολύ σε μέγεθος (38-43 cm) και σχήμα με τον Αγριόγαλο των Ελάτων. Ωστόσο, το αρσενικό έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: τα εξωτερικά του πρωτεύοντα φτερούγα ( primaries ) είναι εξαιρετικά στενά, σκληρά και κυρτά σαν δρεπάνια. Κατά την πτήση ή τις ερωτικές επιδείξεις, τα φτερά αυτά παράγουν έναν χαρακτηριστικό συριστικό ήχο (σφύριγμα).
Εμφάνιση: Το φτέρωμά του είναι πιο σκουρόχρωμο (κοντά στο μαύρο-καφέ) με έντονες λευκές τριγωνικές κηλίδες στο στήθος και την κοιλιά, οι οποίες μοιάζουν με βέλη που δείχνουν προς τα κάτω. Φέρει επίσης τη χαρακτηριστική κόκκινη "χτένα" πάνω από το μάτι.
Ενδιαίτημα & Εξάπλωση: Κατοικεί αποκλειστικά στην Ανατολική Σιβηρία και τη Ρωσική Άπω Ανατολή (συμπεριλαμβανομένης της νήσου Σαχαλίνης). Προτιμά τα υγρά, σκιερά και παρθένα δάση ερυθρελάτης, ελάτης και λάριξας με πλούσιο υποόροφο από βρύα και μούρα. Ιστορικά ζούσε και στη βορειοανατολική Κίνα, όπου πλέον θεωρείται εξαφανισμένο είδος.
Κατάσταση Διατήρησης: Ταξινομείται ως Σχεδόν Απειλούμενο (Near Threatened) στην Κόκκινη Λίστα της IUCN/BirdLife. Απειλείται άμεσα από την εντατική υλοτομία των αρχέγονων δασών της τάιγκα, τις δασικές πυρκαγιές και τη λαθροθηρία.
Το γένος Falcipennis περιλαμβάνει αγριόγαλους που είναι απόλυτα προσαρμοσμένοι στα πυκνά, σκιερά και παγωμένα κωνοφόρα δάση του Βορρά. Το όνομά του προέρχεται από τις λατινικές λέξεις falx (δρεπάνι) και penna (φτερό), αναφερόμενο στο ιδιαίτερο δρεπανοειδές σχήμα των εξωτερικών φτερών της φτερούγας τους.
Παραδοσιακά, το γένος περιλάμβανε δύο είδη: τον Αγριόγαλο των Ελάτων της Βόρειας Αμερικής (Falcipennis canadensis) και τον Σιβηρικό Αγριόγαλο (Falcipennis falcipennis). Ωστόσο, σύγχρονες γενετικές και φυλογενετικές αναλύσεις έδειξαν ότι η ταξινόμηση αυτή ήταν παραφυλετική.
Ως αποτέλεσμα, ο Αγριόγαλος των Ελάτων μεταφέρθηκε ξανά στο δικό του μονοτυπικό γένος, Canachites (Canachites canadensis), αφήνοντας τον Σιβηρικό Αγριόγαλο ως τον μοναδικό αυθεντικό εκπρόσωπο του γένους Falcipennis.
Διατροφική Προσαρμογή
Όπως και οι άλλοι αγριόγαλοι των κωνοφόρων, τα είδη αυτά έχουν αναπτύξει μια εκπληκτική φυσιολογική προσαρμογή για να επιβιώνουν στο ακραίο ψύχος του χειμώνα:
Διατροφή: Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, η τροφή τους αποτελείται σχεδόν κατά 100% από βελόνες κωνοφόρων δέντρων (πεύκα, έλατα, ερυθρελάτες), μια τροφή εξαιρετικά ινώδη και φτωχή σε θρεπτικά συστατικά για τα περισσότερα πουλιά.
Το "Μυστικό": Διαθέτουν ένα εξαιρετικά ανεπτυγμένο και μακρύ τυφλό έντερο (caecum), το οποίο φιλοξενεί εξειδικευμένα βακτήρια. Αυτά τα βακτήρια διασπούν την κυτταρίνη των πευκοβελονών μέσω της ζύμωσης, επιτρέποντας στα πουλιά να εξάγουν ενέργεια από μια κατά τα άλλα αχώνευτη τροφή.
◾1. Αγριόγαλος των Ελάτων, Spruce Grouse (Falcipennis canadensis)
Γνωστός διεθνώς ως Spruce Grouse ή "Fool Hen" (Χαζόκοτα).Μέγεθος & Βάρος: Μήκος σώματος 38-43 cm, άνοιγμα φτερών 55-57 cm. Οι αρσενικοί ζυγίζουν 550-650 g. και οι θηλυκοί 450-550 g.
Εμφάνιση: Ο αρσενικός είναι κυρίως γκρίζος στο πάνω μέρος και μαύρος στο κάτω, με χαρακτηριστικές λευκές κηλίδες στα πλευρά και μια έντονη κόκκινη δερμάτινη "χτένα" (eyebrow comb) πάνω από το μάτι. Η ουρά του είναι σκούρα με καστανό τελείωμα (ή εντελώς μαύρη στο υποείδος franklinii). Η θηλυκή έχει τέλειο καμουφλάζ με καφέ, γκρίζες και μαύρες ραβδώσεις.
Η συμπεριφορά της "Χαζόκοτας": Έχει κερδίσει το όνομα fool hen επειδή παρουσιάζει απίστευτη έλλειψη φόβου απέναντι στον άνθρωπο. Αντί να πετάξει όταν την πλησιάσει κανείς, βασίζεται απόλυτα στο καμουφλάζ της και παραμένει εντελώς ακίνητη, επιτρέποντας μερικές φορές στους ανθρώπους να την αγγίξουν ή να την πιάσουν.
Ενδιαίτημα & Εξάπλωση: Ζει στα βόρεια δάση της Βόρειας Αμερικής. Η εξάπλωσή του εκτείνεται από την Αλάσκα και τον Καναδά μέχρι το Μίσιγκαν, την Ουάσιγκτον, το Άινταχο και το Όρεγκον των ΗΠΑ.
◾2. Σιβηρικός Αγριόγαλος, Siberian Grouse (Falcipennis falcipennis)
Γνωστός διεθνώς ως Siberian Grouse ή Amur Grouse. Είναι παρόμοιο είδος με το βορειοαμερικανικό Falcipennis canadensis.Μορφολογία & "Δρεπανοειδείς" Φτερούγες: Μοιάζει πολύ σε μέγεθος (38-43 cm) και σχήμα με τον Αγριόγαλο των Ελάτων. Ωστόσο, το αρσενικό έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: τα εξωτερικά του πρωτεύοντα φτερούγα ( primaries ) είναι εξαιρετικά στενά, σκληρά και κυρτά σαν δρεπάνια. Κατά την πτήση ή τις ερωτικές επιδείξεις, τα φτερά αυτά παράγουν έναν χαρακτηριστικό συριστικό ήχο (σφύριγμα).
Εμφάνιση: Το φτέρωμά του είναι πιο σκουρόχρωμο (κοντά στο μαύρο-καφέ) με έντονες λευκές τριγωνικές κηλίδες στο στήθος και την κοιλιά, οι οποίες μοιάζουν με βέλη που δείχνουν προς τα κάτω. Φέρει επίσης τη χαρακτηριστική κόκκινη "χτένα" πάνω από το μάτι.
Ενδιαίτημα & Εξάπλωση: Κατοικεί αποκλειστικά στην Ανατολική Σιβηρία και τη Ρωσική Άπω Ανατολή (συμπεριλαμβανομένης της νήσου Σαχαλίνης). Προτιμά τα υγρά, σκιερά και παρθένα δάση ερυθρελάτης, ελάτης και λάριξας με πλούσιο υποόροφο από βρύα και μούρα. Ιστορικά ζούσε και στη βορειοανατολική Κίνα, όπου πλέον θεωρείται εξαφανισμένο είδος.
Κατάσταση Διατήρησης: Ταξινομείται ως Σχεδόν Απειλούμενο (Near Threatened) στην Κόκκινη Λίστα της IUCN/BirdLife. Απειλείται άμεσα από την εντατική υλοτομία των αρχέγονων δασών της τάιγκα, τις δασικές πυρκαγιές και τη λαθροθηρία.
Γένος Dendragapus
Το γένος Dendragapus περιλαμβάνει μεγαλόσωμους αγριόγαλους που κατοικούν στα ορεινά κωνοφόρα δάση της δυτικής Βόρειας Αμερικής. Το όνομά τους προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις δένδρον και ἀγαπάω (αγαπώ το δέντρο), αναδεικνύοντας τη στενή τους σχέση με τα κλαδιά των μεγάλων κωνοφόρων.
Μέχρι το 2006, το γένος θεωρούνταν μονοτυπικό και περιλάμβανε μόνο ένα είδος, τον Μπλε Αγριόγαλο (Dendragapus obscurus). Ωστόσο, λεπτομερείς γενετικές, μορφολογικές και κυρίως ακουστικές αναλύσεις (οι διαφορές στους ήχους που παράγουν οι αερόσακοι των αρσενικών) οδήγησαν στον διαχωρισμό του σε δύο διακριτά είδη:
Τον Σκοτεινό Αγριόγαλο (Dendragapus obscurus / Dusky Grouse) της εσωτερικής ηπειρωτικής ζώνης.
Τον Αιθαλώδη Αγριόγαλο (Dendragapus fuliginosus / Sooty Grouse) της παράκτιας ζώνης του Ειρηνικού.
Διατροφή: Το καλοκαίρι τρέφονται με φύλλα, μούρα, σπόρους και έντομα. Το χειμώνα επιβιώνουν τρώγοντας σχεδόν αποκλειστικά βελόνες κωνοφόρων (κυρίως από ψευδοτσούγκες - Douglas-fir, έλατα και πεύκα).
Αντίστροφη Μετανάστευση: Τα είδη αυτά παρουσιάζουν μια μοναδική συμπεριφορά: Το φθινόπωρο, αντί να μετακινηθούν προς τις πεδιάδες για να αποφύγουν το κρύο, μεταναστεύουν προς τα πάνω, σε μεγαλύτερα υψόμετρα, βαθιά μέσα στα πυκνά δάση κωνοφόρων. Εκεί περνούν τον χειμώνα προστατευμένα στα κλαδιά των μεγάλων δέντρων, τρεφόμενα με τις πευκοβελόνες τους.
Εμφάνιση: Το αρσενικό έχει κυρίως σκούρο γκρίζο-μπλε φτέρωμα. Το χαρακτηριστικό του σημείο είναι οι αερόσακοι στον λαιμό (gular sacs), οι οποίοι κατά τη διάρκεια της ερωτικής επίδειξης φουσκώνουν και έχουν ένα κοκκινωπό-πορφυρό ή πορτοκαλί χρώμα, περιβαλλόμενοι από λευκά πούπουλα. Η ουρά του είναι σκούρα με μια αχνή ή καθόλου γκρίζα λωρίδα στην άκρη.
Ενδιαίτημα & Εξάπλωση: Αναπαράγεται στα κωνοφόρα δάση των Βραχωδών Ορέων, από τη νοτιοανατολική Αλάσκα και τον δυτικό Καναδά μέχρι νότια στο Νέο Μεξικό, την Γιούτα και το Κολοράντο.
Οι "Κίτρινοι" Αερόσακοι: Η κύρια και πιο θεαματική διαφορά από τον Σκοτεινό εντοπίζεται στους αερόσακους του αρσενικού. Κατά την επίδειξη, ο Αιθαλώδης φουσκώνει έντονους, φωτεινούς κίτρινους αερόσακους στον λαιμό του. Επίσης, η ουρά του φέρει μια πολύ καθαρή, πλατιά ανοιχτόχρωμη γκρίζα λωρίδα στην άκρη της.
Φωνή: Παράγει έναν εξαιρετικά βαθύ, χαμηλής συχνότητας ήχο ("hooting") που αποτελείται από 5-6 επαναλήψεις, ο οποίος μπορεί να ακουστεί σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων μέσα στο δάσος.
Ενδιαίτημα & Εξάπλωση: Αναπαράγεται στις ορεινές περιοχές της δυτικής ακτής της Βόρειας Αμερικής. Η εξάπλωσή του εκτείνεται κατά μήκος των ακτών του Ειρηνικού, από τη νοτιοανατολική Αλάσκα και τη Βρετανική Κολομβία μέχρι νότια στην Καλιφόρνια.
Το γένος Dendragapus περιλαμβάνει μεγαλόσωμους αγριόγαλους που κατοικούν στα ορεινά κωνοφόρα δάση της δυτικής Βόρειας Αμερικής. Το όνομά τους προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις δένδρον και ἀγαπάω (αγαπώ το δέντρο), αναδεικνύοντας τη στενή τους σχέση με τα κλαδιά των μεγάλων κωνοφόρων.
Μέχρι το 2006, το γένος θεωρούνταν μονοτυπικό και περιλάμβανε μόνο ένα είδος, τον Μπλε Αγριόγαλο (Dendragapus obscurus). Ωστόσο, λεπτομερείς γενετικές, μορφολογικές και κυρίως ακουστικές αναλύσεις (οι διαφορές στους ήχους που παράγουν οι αερόσακοι των αρσενικών) οδήγησαν στον διαχωρισμό του σε δύο διακριτά είδη:
Τον Σκοτεινό Αγριόγαλο (Dendragapus obscurus / Dusky Grouse) της εσωτερικής ηπειρωτικής ζώνης.
Τον Αιθαλώδη Αγριόγαλο (Dendragapus fuliginosus / Sooty Grouse) της παράκτιας ζώνης του Ειρηνικού.
Διατροφή: Το καλοκαίρι τρέφονται με φύλλα, μούρα, σπόρους και έντομα. Το χειμώνα επιβιώνουν τρώγοντας σχεδόν αποκλειστικά βελόνες κωνοφόρων (κυρίως από ψευδοτσούγκες - Douglas-fir, έλατα και πεύκα).
Αντίστροφη Μετανάστευση: Τα είδη αυτά παρουσιάζουν μια μοναδική συμπεριφορά: Το φθινόπωρο, αντί να μετακινηθούν προς τις πεδιάδες για να αποφύγουν το κρύο, μεταναστεύουν προς τα πάνω, σε μεγαλύτερα υψόμετρα, βαθιά μέσα στα πυκνά δάση κωνοφόρων. Εκεί περνούν τον χειμώνα προστατευμένα στα κλαδιά των μεγάλων δέντρων, τρεφόμενα με τις πευκοβελόνες τους.
◾1. Σκοτεινός Αγριόγαλος, Dusky Grouse (Dendragapus obscurus)
Μέγεθος & Βάρος: Μήκος σώματος 47-57 cm. Οι αρσενικοί ζυγίζουν από 1.1-1.4 kg. και οι θηλυκοί 800-900 g.Εμφάνιση: Το αρσενικό έχει κυρίως σκούρο γκρίζο-μπλε φτέρωμα. Το χαρακτηριστικό του σημείο είναι οι αερόσακοι στον λαιμό (gular sacs), οι οποίοι κατά τη διάρκεια της ερωτικής επίδειξης φουσκώνουν και έχουν ένα κοκκινωπό-πορφυρό ή πορτοκαλί χρώμα, περιβαλλόμενοι από λευκά πούπουλα. Η ουρά του είναι σκούρα με μια αχνή ή καθόλου γκρίζα λωρίδα στην άκρη.
Ενδιαίτημα & Εξάπλωση: Αναπαράγεται στα κωνοφόρα δάση των Βραχωδών Ορέων, από τη νοτιοανατολική Αλάσκα και τον δυτικό Καναδά μέχρι νότια στο Νέο Μεξικό, την Γιούτα και το Κολοράντο.
◾2. Αιθαλώδης Αγριόγαλος Sooty Grouse, (Dendragapus fuliginosus)
Εμφάνιση: Μοιάζει πολύ με τον Σκοτεινό Αγριόγαλο, αλλά το φτέρωμά του είναι ακόμη πιο σκούρο, σχεδόν μαύρο-αιθαλώδες (σαν καπνιά).Οι "Κίτρινοι" Αερόσακοι: Η κύρια και πιο θεαματική διαφορά από τον Σκοτεινό εντοπίζεται στους αερόσακους του αρσενικού. Κατά την επίδειξη, ο Αιθαλώδης φουσκώνει έντονους, φωτεινούς κίτρινους αερόσακους στον λαιμό του. Επίσης, η ουρά του φέρει μια πολύ καθαρή, πλατιά ανοιχτόχρωμη γκρίζα λωρίδα στην άκρη της.
Φωνή: Παράγει έναν εξαιρετικά βαθύ, χαμηλής συχνότητας ήχο ("hooting") που αποτελείται από 5-6 επαναλήψεις, ο οποίος μπορεί να ακουστεί σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων μέσα στο δάσος.
Ενδιαίτημα & Εξάπλωση: Αναπαράγεται στις ορεινές περιοχές της δυτικής ακτής της Βόρειας Αμερικής. Η εξάπλωσή του εκτείνεται κατά μήκος των ακτών του Ειρηνικού, από τη νοτιοανατολική Αλάσκα και τη Βρετανική Κολομβία μέχρι νότια στην Καλιφόρνια.
Γένος Αγριόγαλοι της Αρτεμισίας, sage grouse (Centrocercus)
Το γένος Centrocercus περιλαμβάνει τους μεγαλύτερους αγριόγαλους της εύκρατης Βόρειας Αμερικής. Είναι εμβληματικά πουλιά των ξηρών, ανοιχτών πεδιάδων που καλύπτονται από θάμνους αρτεμισίας (sagebrush), από τους οποίους εξαρτώνται απόλυτα για την τροφή, τη φωλεοποίηση και την αναπαραγωγή τους.
Μέγεθος & Βάρος: Παρουσιάζει έντονο φυλετικό διμορφισμό. Οι ενήλικοι αρσενικοί είναι ογκώδεις, με μήκος σώματος 65-75 cm. και βάρος που κυμαίνεται από 2-3 kg. Οι θηλυκοί είναι αισθητά μικρότεροι, με βάρος 1-2 kg.
Εμφάνιση: Το φτέρωμα και των δύο φύλων είναι γκριζο-καφέ με λεπτές λευκές ραβδώσεις, προσφέροντας τέλειο καμουφλάζ ανάμεσα στους θάμνους, ενώ η κοιλιά τους είναι χαρακτηριστικά σκουρόχρωμη (σχεδόν μαύρη).
Χαρακτηριστικά Αρσενικού:
Έχει μαύρο κεφάλι και λαιμό. Το στήθος του φέρει ένα εντυπωσιακό, φουντωτό λευκό "κολάρο" (ruff) από πούπουλα. Κατά μήκος του λαιμού διαθέτει δύο μεγάλους, λευκούς αεροφόρους σάκους (gular sacs) οι οποίοι κατά την επίδειξη φουσκώνουν και αποκαλύπτουν ένα έντονο κίτρινο χρώμα. Πάνω από τα μάτια φέρει δύο χαρακτηριστικά κίτρινα δερμάτινα εξογκώματα (κρεατοελιές/combs), που μοιάζουν με έντονα φρύδια. Η ουρά του είναι μακριά και μυτερή, και ανοίγει σε σχήμα "αστεριού" (starburst) κατά την επίδειξη.
Διαφορές από τον Μεγάλο Αγριόγαλο: Είναι περίπου ένα τρίτο μικρότερος σε μέγεθος (32-51 cm). Διαθέτει πολύ πιο πυκνά και μακριά φτερά (σαν πλεξούδες) στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, τα οποία τινάζει κατά τη διάρκεια του χορού του. Ο χορός επίδειξής του είναι λιγότερο έντονος και με διαφορετικούς ηχητικούς τόνους.
Κατάσταση Διατήρησης: Ταξινομείται ως Κρισίμως Κινδυνεύον (Critically Endangered) στην Κόκκινη Λίστα της IUCN. Ο πληθυσμός του υπολογίζεται σε λιγότερα από 5.000 άτομα, λόγω του ακραίου κατακερματισμού του βιοτόπου του.
Η Θεαματική Ερωτική Επίδειξη (Lekking)
Την άνοιξη (από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο), οι αρσενικοί συγκεντρώνονται σε παραδοσιακές ανοιχτές αρένες (leks). Εκεί εκτελούν ένα από τα πιο περίπλοκα τελετουργικά της φύσης:
Ανοίγουν την ουρά τους σαν βεντάλια με μυτερές ακτίνες.
Σέρνουν τις φτερούγες τους στο έδαφος και κάνουν μικρά, νευρικά βήματα (strutting).
Φουσκώνουν απότομα τους κίτρινους αερόσακους στο στήθος τους, παράγοντας έναν υπόκωφο, υγρό ήχο που μοιάζει με "φούσκα που σκάει" (plop/drumming), ο οποίος ακούγεται σε μεγάλες αποστάσεις.
Οι θηλυκοί παρακολουθούν τον χορό και επιλέγουν συνήθως μόνο 1-2 από τους πιο κυρίαρχους αρσενικούς για να ζευγαρώσουν.
Διατροφή και η Απόλυτη Εξάρτηση από την Αρτεμισία
Διατροφή: Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, η τροφή τους αποτελείται κατά 100% από φύλλα αρτεμισίας (sagebrush). Το καλοκαίρι συμπληρώνουν τη δίαιτά τους με αγριολούλουδα και έντομα (ακρίδες, σκαθάρια), τα οποία είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη των νεοσσών τις πρώτες εβδομάδες.
Απουσία Προλόβου: Αντίθετα με άλλες κότες και αγριόγαλους, οι αγριόγαλοι της αρτεμισίας δεν έχουν σκληρό πρόλοβο (gizzard) για να αλέθουν σκληρούς σπόρους με τη βοήθεια πετρών. Το πεπτικό τους σύστημα είναι μαλακό, προσαρμοσμένο αποκλειστικά στη χώνεψη των μαλακών, αν και τοξικών για άλλα ζώα, φύλλων της αρτεμισίας.
Το γένος Centrocercus περιλαμβάνει τους μεγαλύτερους αγριόγαλους της εύκρατης Βόρειας Αμερικής. Είναι εμβληματικά πουλιά των ξηρών, ανοιχτών πεδιάδων που καλύπτονται από θάμνους αρτεμισίας (sagebrush), από τους οποίους εξαρτώνται απόλυτα για την τροφή, τη φωλεοποίηση και την αναπαραγωγή τους.
◾1. Sage Grouse, (Centrocercus urophasianus)
Είναι ο μεγαλύτερος αγριόγαλος της Βόρειας Αμερικής.Μέγεθος & Βάρος: Παρουσιάζει έντονο φυλετικό διμορφισμό. Οι ενήλικοι αρσενικοί είναι ογκώδεις, με μήκος σώματος 65-75 cm. και βάρος που κυμαίνεται από 2-3 kg. Οι θηλυκοί είναι αισθητά μικρότεροι, με βάρος 1-2 kg.
Εμφάνιση: Το φτέρωμα και των δύο φύλων είναι γκριζο-καφέ με λεπτές λευκές ραβδώσεις, προσφέροντας τέλειο καμουφλάζ ανάμεσα στους θάμνους, ενώ η κοιλιά τους είναι χαρακτηριστικά σκουρόχρωμη (σχεδόν μαύρη).
Χαρακτηριστικά Αρσενικού:
Έχει μαύρο κεφάλι και λαιμό. Το στήθος του φέρει ένα εντυπωσιακό, φουντωτό λευκό "κολάρο" (ruff) από πούπουλα. Κατά μήκος του λαιμού διαθέτει δύο μεγάλους, λευκούς αεροφόρους σάκους (gular sacs) οι οποίοι κατά την επίδειξη φουσκώνουν και αποκαλύπτουν ένα έντονο κίτρινο χρώμα. Πάνω από τα μάτια φέρει δύο χαρακτηριστικά κίτρινα δερμάτινα εξογκώματα (κρεατοελιές/combs), που μοιάζουν με έντονα φρύδια. Η ουρά του είναι μακριά και μυτερή, και ανοίγει σε σχήμα "αστεριού" (starburst) κατά την επίδειξη.
◾2. Αγριόγαλος της Αρτεμισίας του Γκάνισον, Gunnison Sage-Grouse (Centrocercus minimus)
Εξάπλωση: Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σπάνιο και γεωγραφικά περιορισμένο είδος, ενδημικό στη λεκάνη του ποταμού Γκάνισον στο νοτιοδυτικό Κολοράντο και σε μικρά τμήματα της Γιούτα.Διαφορές από τον Μεγάλο Αγριόγαλο: Είναι περίπου ένα τρίτο μικρότερος σε μέγεθος (32-51 cm). Διαθέτει πολύ πιο πυκνά και μακριά φτερά (σαν πλεξούδες) στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, τα οποία τινάζει κατά τη διάρκεια του χορού του. Ο χορός επίδειξής του είναι λιγότερο έντονος και με διαφορετικούς ηχητικούς τόνους.
Κατάσταση Διατήρησης: Ταξινομείται ως Κρισίμως Κινδυνεύον (Critically Endangered) στην Κόκκινη Λίστα της IUCN. Ο πληθυσμός του υπολογίζεται σε λιγότερα από 5.000 άτομα, λόγω του ακραίου κατακερματισμού του βιοτόπου του.
Η Θεαματική Ερωτική Επίδειξη (Lekking)
Την άνοιξη (από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο), οι αρσενικοί συγκεντρώνονται σε παραδοσιακές ανοιχτές αρένες (leks). Εκεί εκτελούν ένα από τα πιο περίπλοκα τελετουργικά της φύσης:
Ανοίγουν την ουρά τους σαν βεντάλια με μυτερές ακτίνες.
Σέρνουν τις φτερούγες τους στο έδαφος και κάνουν μικρά, νευρικά βήματα (strutting).
Φουσκώνουν απότομα τους κίτρινους αερόσακους στο στήθος τους, παράγοντας έναν υπόκωφο, υγρό ήχο που μοιάζει με "φούσκα που σκάει" (plop/drumming), ο οποίος ακούγεται σε μεγάλες αποστάσεις.
Οι θηλυκοί παρακολουθούν τον χορό και επιλέγουν συνήθως μόνο 1-2 από τους πιο κυρίαρχους αρσενικούς για να ζευγαρώσουν.
Διατροφή και η Απόλυτη Εξάρτηση από την Αρτεμισία
Διατροφή: Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, η τροφή τους αποτελείται κατά 100% από φύλλα αρτεμισίας (sagebrush). Το καλοκαίρι συμπληρώνουν τη δίαιτά τους με αγριολούλουδα και έντομα (ακρίδες, σκαθάρια), τα οποία είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη των νεοσσών τις πρώτες εβδομάδες.
Απουσία Προλόβου: Αντίθετα με άλλες κότες και αγριόγαλους, οι αγριόγαλοι της αρτεμισίας δεν έχουν σκληρό πρόλοβο (gizzard) για να αλέθουν σκληρούς σπόρους με τη βοήθεια πετρών. Το πεπτικό τους σύστημα είναι μαλακό, προσαρμοσμένο αποκλειστικά στη χώνεψη των μαλακών, αν και τοξικών για άλλα ζώα, φύλλων της αρτεμισίας.

























