Βαλτοχιονόκοτα - Willow Grouse (Lagopus Lagopus) 
Είναι ένα είδος λαγόποδα , λίγο πιο μεγάλο από τον άλλο (Άλπεων). Ζει στα Βόρεια της Ευρώπης και στα Σκανδιναυικά κράτη συνηπάρχουν και τα δύο είδη. Τα χαρακτηριστικά του, η βιολογία του και η γενικώς όλη η ζωή του, είναι ίδια με τον Λαγοπόδη των Άλπεων, Βραχολαγοπόδη (Lagopus muta). Και αυτός αλλάζει πτέρωμα, ανάλογα την εποχή. Παρατηρήστε ότι η μητέρα Φύση φροντίζει τα πλάσματα της και τα τρία είδη παίρνουν τον
μιμητικό χρωματισμό αναλόγως του βιότοπου που ζουν. Το κόκκινο Grouse, κόκκινο χρώμα μόνο επειδή ζει στα ρείκια (κόκκινα), το άλλο άσπρο-κόκκινο και αυτό που ζει σε βράχους, άσπρο μαύρο! Χαρακτηριστική διαφορά, ότι αυτός φέρει την κόκκινη πτυχή πάνω από το μάτι, ενώ των Άλπεων όχι. Επίσης το μέγεθος του είναι πιο μεγάλο.
Ένα ιδιαίτερο και πολύ γνωστό υποείδος της είναι η Κόκκινη Χιονόκοτα (Lagopus lagopus scotica), η οποία ζει αποκλειστικά στα ρεικότοπα (moorlands) της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας και, σε αντίθεση με τον κοινό τύπο, δεν ασπρίζει τον χειμώνα.
Οι τυπικοί βιότοποι του είδους περιλαμβάνουν:
Ανοιχτές εκτάσεις τούνδρας με χαμηλή βλάστηση.
Υγρά λαγκάδια και βαλτώδεις περιοχές με πυκνές συστάδες από ιτιές (Salix spp.) και σημύδες.
Παρθένα υποαλπικά δάση.
Χειμερινό πτέρωμα: Εντελώς κατάλευκο, με εξαίρεση τα εξωτερικά φτερά της ουράς που παραμένουν μαύρα (αλλά καλύπτονται όταν το πουλί κάθεται). Τα αρσενικά δεν φέρουν τη μαύρη χαλινωτή λωρίδα στα μάτια που χαρακτηρίζει τον συγγενικό Βραχολαγοπόδη (Lagopus muta).
Ανοιξιάτικο/Καλοκαιρινό πτέρωμα: Το κεφάλι και ο λαιμός του αρσενικού αποκτούν ένα βαθύ καστανόκκινο ή σκουρόχρωμο καφέ χρώμα, ενώ το σώμα εμφανίζει καφετιές, γκρίζες και ραβδωτές αποχρώσεις. Τα φτερά των πτήσεων (κώπες) παραμένουν λευκά όλο τον χρόνο.
Δερματικά εξαρτήματα: Τα αρσενικά φέρουν έντονα, κόκκινα σαρκώδη "τόξα" (ακρολοφίες) πάνω από τα μάτια, τα οποία διογκώνονται κατά την περίοδο της αναπαραγωγής.
Φυσική μόνωση: Τα πόδια και τα δάκτυλά τους είναι πλήρως καλυμμένα με πυκνά, κοντά φτερά μέχρι και τα νύχια. Αυτό λειτουργεί σαν φυσικό "χιονοπέδιλο", αυξάνοντας την επιφάνεια του πέλματος για να μην βουλιάζουν στο χιόνι, ενώ παράλληλα προσφέρει εξαιρετική μόνωση ενάντια στους υπό του μηδενός βαθμούς Κελσίου.
Όταν οι χιονοθύελλες γίνονται ακραίες, οι Βαλτοχιονόκοτες επιδεικνύουν μια μοναδική συμπεριφορά επιβίωσης: βουτούν μέσα στο μαλακό χιόνι δημιουργώντας μικρές υπόγειες στοές (snow burrows), όπου η θερμοκρασία παραμένει σημαντικά υψηλότερη από την εξωτερική ατμόσφαιρα.
Η φωλιά είναι μια απλή εδαφική κοιλότητα, καλυμμένη με λίγα χόρτα και φτερά. Η θηλυκή γεννά συνήθως 6–11 αυγά, τα οποία επωάζει για περίπου 21–22 ημέρες. Το αρσενικό παραμένει κοντά στη φωλιά, προστατεύοντας τη θηλυκή και αργότερα τους νεοσσούς από τους θηρευτές, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για τα περισσότερα ορνιθόμορφα.
Την απώλεια και τον κατακερματισμό των βιοτόπων τους.
Την κλιματική αλλαγή, η οποία προκαλεί αναντιστοιχία (mismatch) ανάμεσα στο λευκό χειμερινό τους πτέρωμα και τη διάρκεια της χιονοκάλυψης, καθιστώντας τες εύκολο στόχο για τους θηρευτές πάνω στο γυμνό έδαφος.
Στην ουσία, εκεί που τελειώνει η επικράτεια του ενός, ξεκινάει η επικράτεια του άλλου.
Βαλτοχιονόκοτα (Willow Grouse): Προτιμά χαμηλότερα υψόμετρα. Ζει σε υγρά λαγκάδια, ανοιχτές εκτάσεις της τούνδρας με θάμνους, και κυρίως σε περιοχές με πυκνές συστάδες από ιτιές και σημύδες που της προσφέρουν τροφή και κάλυψη.
Βραχολαγοπόδης (Rock Ptarmigan): Είναι ο "βασιλιάς των βράχων". Προτιμά πολύ πιο ψηλά υψόμετρα, πάνω από τη γραμμή των δέντρων (αλπική και υποαλπική ζώνη). Συναντάται σε απόκρημνες, άγονες πλαγιές, ανάμεσα σε βράχους, λιθώνες (scree) και χαμηλή, φτωχή βλάστηση ρεικιών.
Η Βαλτοχιονόκοτα βγάζει έναν δυνατό, σχεδόν "γελαστό" και ρυθμικό ήχο που μοιάζει με κακάρισμα: "go-back, go-back, go-back".
Ο Βραχολαγοπόδης παράγει έναν πολύ ιδιαίτερο, ξερό, τραχύ και υπόκωφο ήχο που μοιάζει με τρίξιμο ή με το γρύλισμα βατράχου/κουρδίσματος (ένα παρατεταμένο "krr-krr-krr").

Είναι ένα είδος λαγόποδα , λίγο πιο μεγάλο από τον άλλο (Άλπεων). Ζει στα Βόρεια της Ευρώπης και στα Σκανδιναυικά κράτη συνηπάρχουν και τα δύο είδη. Τα χαρακτηριστικά του, η βιολογία του και η γενικώς όλη η ζωή του, είναι ίδια με τον Λαγοπόδη των Άλπεων, Βραχολαγοπόδη (Lagopus muta). Και αυτός αλλάζει πτέρωμα, ανάλογα την εποχή. Παρατηρήστε ότι η μητέρα Φύση φροντίζει τα πλάσματα της και τα τρία είδη παίρνουν τον
Τετραονίδαι
Αγριόκουρκος
Μαυροκόκκορας
Αγριόκοτα
Bonasa umbellus
Spruce Grouse
Τυμπανούχοι
Λαγόπους (Lagopus)
Βαλτοχιονόκοτα
Λαγοπόδης
Λαγοπόδης των Άλπεων
Σκωτσέζικος Λαγοπόδης
Λαγόπους pyrenaicus
Λαγοπόδης λευκόουρος
Γεωγραφική Εξάπλωση & Βιότοπος
Η Βαλτοχιονόκοτα έχει κυκλοπολική εξάπλωση στις βόρειες περιοχές του πλανήτη. Συναντάται στην τούνδρα και στις υποαρκτικές ζώνες της Ευρώπης (Σκανδιναβία, βόρεια Ρωσία), της Ασίας και της Βόρειας Αμερικής (Αλάσκα, Καναδάς).Ένα ιδιαίτερο και πολύ γνωστό υποείδος της είναι η Κόκκινη Χιονόκοτα (Lagopus lagopus scotica), η οποία ζει αποκλειστικά στα ρεικότοπα (moorlands) της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας και, σε αντίθεση με τον κοινό τύπο, δεν ασπρίζει τον χειμώνα.
Οι τυπικοί βιότοποι του είδους περιλαμβάνουν:
Ανοιχτές εκτάσεις τούνδρας με χαμηλή βλάστηση.
Υγρά λαγκάδια και βαλτώδεις περιοχές με πυκνές συστάδες από ιτιές (Salix spp.) και σημύδες.
Παρθένα υποαλπικά δάση.
Μορφολογία & Η Εποχιακή Αλλαγή Πτερώματος
Η Βαλτοχιονόκοτα είναι ένα μεσαίου μεγέθους εδαφόβιο πουλί (μήκος 35–44 cm, άνοιγμα φτερών 60–65 cm). Το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της είναι η τριπλή ετήσια πτερόρροια, η οποία εξυπηρετεί την απόλυτη απόκρυψη από τους θηρευτές (γεράκια, κουκουβάγιες, αλεπούδες):Χειμερινό πτέρωμα: Εντελώς κατάλευκο, με εξαίρεση τα εξωτερικά φτερά της ουράς που παραμένουν μαύρα (αλλά καλύπτονται όταν το πουλί κάθεται). Τα αρσενικά δεν φέρουν τη μαύρη χαλινωτή λωρίδα στα μάτια που χαρακτηρίζει τον συγγενικό Βραχολαγοπόδη (Lagopus muta).
Ανοιξιάτικο/Καλοκαιρινό πτέρωμα: Το κεφάλι και ο λαιμός του αρσενικού αποκτούν ένα βαθύ καστανόκκινο ή σκουρόχρωμο καφέ χρώμα, ενώ το σώμα εμφανίζει καφετιές, γκρίζες και ραβδωτές αποχρώσεις. Τα φτερά των πτήσεων (κώπες) παραμένουν λευκά όλο τον χρόνο.
Δερματικά εξαρτήματα: Τα αρσενικά φέρουν έντονα, κόκκινα σαρκώδη "τόξα" (ακρολοφίες) πάνω από τα μάτια, τα οποία διογκώνονται κατά την περίοδο της αναπαραγωγής.
Φυσική μόνωση: Τα πόδια και τα δάκτυλά τους είναι πλήρως καλυμμένα με πυκνά, κοντά φτερά μέχρι και τα νύχια. Αυτό λειτουργεί σαν φυσικό "χιονοπέδιλο", αυξάνοντας την επιφάνεια του πέλματος για να μην βουλιάζουν στο χιόνι, ενώ παράλληλα προσφέρει εξαιρετική μόνωση ενάντια στους υπό του μηδενός βαθμούς Κελσίου.
Συμπεριφορά & Διατροφή
Είναι κυρίως φυτοφάγο πουλί. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, η διατροφή της βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στους οφθαλμούς ( μπουμπούκια) και τους τρυφερούς βλαστούς της ιτιάς και της σημύδας. Το καλοκαίρι εμπλουτίζει το διαιτολόγιό της με φύλλα, σπόρους, μούρα (όπως μύρτιλα) και έντομα (κυρίως τα νεαρά μικρά που χρειάζονται πρωτεΐνη για γρήγορη ανάπτυξη).Όταν οι χιονοθύελλες γίνονται ακραίες, οι Βαλτοχιονόκοτες επιδεικνύουν μια μοναδική συμπεριφορά επιβίωσης: βουτούν μέσα στο μαλακό χιόνι δημιουργώντας μικρές υπόγειες στοές (snow burrows), όπου η θερμοκρασία παραμένει σημαντικά υψηλότερη από την εξωτερική ατμόσφαιρα.
Αναπαραγωγή
Σε αντίθεση με άλλα είδη τετραονιδών που είναι πολυγαμικά, η Βαλτοχιονόκοτα είναι κατά βάση μονογαμική. Τα ζευγάρια σχηματίζονται την άνοιξη και ο αρσενικός υπερασπίζεται με σθένος την επικράτειά του, εκτελώντας εντυπωσιακές επιδείξεις με κραυγές και πτήσεις.Η φωλιά είναι μια απλή εδαφική κοιλότητα, καλυμμένη με λίγα χόρτα και φτερά. Η θηλυκή γεννά συνήθως 6–11 αυγά, τα οποία επωάζει για περίπου 21–22 ημέρες. Το αρσενικό παραμένει κοντά στη φωλιά, προστατεύοντας τη θηλυκή και αργότερα τους νεοσσούς από τους θηρευτές, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για τα περισσότερα ορνιθόμορφα.
Καθεστώς Προστασίας
Σε παγκόσμια κλίμακα, το είδος αξιολογείται ως Ελάχιστης Ανησυχίας (LC) στην Κόκκινη Λίστα της IUCN, λόγω της τεράστιας γεωγραφικής του εξάπλωσης. Ωστόσο, απομονωμένοι πληθυσμοί στο νότιο άκρο της κατανομής τους απειλούνται από:Την απώλεια και τον κατακερματισμό των βιοτόπων τους.
Την κλιματική αλλαγή, η οποία προκαλεί αναντιστοιχία (mismatch) ανάμεσα στο λευκό χειμερινό τους πτέρωμα και τη διάρκεια της χιονοκάλυψης, καθιστώντας τες εύκολο στόχο για τους θηρευτές πάνω στο γυμνό έδαφος.
Κατηγορία: Ορνιθόμορφα | Τετραονίδες
πώς διαφοροποιείται η Βαλτοχιονόκοτα από τον Βραχολαγοπόδη, Λαγοπόδη των Άλπεων (Rock Ptarmigan)
Αν και ανήκουν στο ίδιο γένος (Lagopus) και μοιράζονται την εντυπωσιακή ικανότητα να γίνονται κατάλευκα τον χειμώνα, η Βαλτοχιονόκοτα (Lagopus lagopus) και ο Βραχολαγοπόδης (Lagopus muta) παρουσιάζουν σαφείς διαφορές στη μορφολογία, τη φωνή και, κυρίως, στις προτιμήσεις του βιοτόπου τους.Στην ουσία, εκεί που τελειώνει η επικράτεια του ενός, ξεκινάει η επικράτεια του άλλου.
Οικότοπος & Υψομετρική Κατανομή
Η κύρια διαφορά τους είναι το "πού" προτιμούν να ζουν, ειδικά στις περιοχές όπου οι γεωγραφικές τους ζώνες συμπίπτουν (συμπατρικά είδη):Βαλτοχιονόκοτα (Willow Grouse): Προτιμά χαμηλότερα υψόμετρα. Ζει σε υγρά λαγκάδια, ανοιχτές εκτάσεις της τούνδρας με θάμνους, και κυρίως σε περιοχές με πυκνές συστάδες από ιτιές και σημύδες που της προσφέρουν τροφή και κάλυψη.
Βραχολαγοπόδης (Rock Ptarmigan): Είναι ο "βασιλιάς των βράχων". Προτιμά πολύ πιο ψηλά υψόμετρα, πάνω από τη γραμμή των δέντρων (αλπική και υποαλπική ζώνη). Συναντάται σε απόκρημνες, άγονες πλαγιές, ανάμεσα σε βράχους, λιθώνες (scree) και χαμηλή, φτωχή βλάστηση ρεικιών.
Φωνή & Συμπεριφορά
Οι κραυγές τους κατά την περίοδο της αναπαραγωγής είναι εντελώς διαφορετικές και αποτελούν το πιο εύκολο μέσο αναγνώρισης στο πεδίο:Η Βαλτοχιονόκοτα βγάζει έναν δυνατό, σχεδόν "γελαστό" και ρυθμικό ήχο που μοιάζει με κακάρισμα: "go-back, go-back, go-back".
Ο Βραχολαγοπόδης παράγει έναν πολύ ιδιαίτερο, ξερό, τραχύ και υπόκωφο ήχο που μοιάζει με τρίξιμο ή με το γρύλισμα βατράχου/κουρδίσματος (ένα παρατεταμένο "krr-krr-krr").