Χιονάδα, σπίζα η χιονόβιος (Eremophila alpestris) 
Διεθνώς γνωστή ως Horned Lark (στη Βόρεια Αμερική) ή Shore Lark (στην Ευρώπη). Είναι ο μοναδικός κορυδαλλός με τόσο ευρεία εξάπλωση, αφού συναντάται σε όλο το βόρειο ημισφαίριο (Βόρεια Αμερική, Ευρώπη, Ασία) και σε έναν απομονωμένο πληθυσμό στην Κολομβία. Αλλες ονομασίες: ερημόφιλος η βαλκανική, Shore Lark, Alouette, hausse-col, Chrenlerche, Allodola gola gialla.
Μορφολογία: Εμφάνιση: Το πρόσωπό της έχει ένα εντυπωσιακό μοτίβο: ανοιχτό κίτρινο ή υπόλευκο φόντο με μια έντονη μαύρη «μάσκα» στα μάτια, μια μαύρη λωρίδα στο μέτωπο που καταλήγει σε δύο μικρά ανασηκωμένα φτερά («κέρατα») και ένα μαύρο μισοφέγγαρο στο στήθος. Η ράχη της έχει απαλό καφετί-γκρίζο χρώμα.
Μέτωπο, λάρυγγας κίτρινος. Μαύρη λωρίδα στα μάτια, μάγουλα, στήθος (χαρακτηριστικό). Πάνω ερυθροκαστανό. Κάτω μέρος υπόλευκο με τα πλαϊνά ερυθροκάστανα. Από τα πιο διακριτικά χαρακτηριστικά της χιονάδας είναι το ζεύγος μαύρων πουπουλένιων «φρυδιών» στην κορυφή της κεφαλής τους. Το μήκος του σώματος κυμαίνεται από 16 έως 17 εκατοστά. Είναι πολύ διαδεδομένο είδος, ζεί από τα Όρη του Άτλαντα του Μαρόκου μέχρι τη Βόρειο και Νότιο Αμερική. Είναι επίσης τακτικός επισκέπτης το χειμώνα στις ακτές της Κεντρικής Ευρώπης.
Τα ελληνικά πουλιά ανήκουν στο υποείδος E. a. balcanica και απαντούν στις ψηλότερες κορυφές της ηπειρωτικής χώρας, από τον Ταΰγετο ως και το Φαλακρό, πάνω από τα 2.000 μέτρα. Το χειμώνα μετακινούνται για να αποφύγουν το παχύ χιόνι, σπάνια όμως κατεβαίνουν πολύ χαμηλά.
Αναπαραγωγή: Βιότοπος: Αναπαράγεται στην αρκτική τούνδρα ή σε μεγάλα υψόμετρα (αλπική ζώνη) πάνω από τη γραμμή των δέντρων. Στην Ελλάδα είναι μόνιμος κάτοικος (αν και όχι πολύ κοινός) σε γυμνές, πετρώδεις βουνοκορφές (π.χ. στον Όλυμπο, τον Παρνασσό, την Πίνδο). Τον χειμώνα, οι βόρειοι πληθυσμοί μετακινούνται νότια σε ανοιχτές πεδιάδες, ακτές και αμμόλοφους.
Φτάνουν στη σεξουαλική ωριμότητα στο πρώτο έτος της ζωής τους. Η φωλιά είναι συνήθως καλά κρυμμένη κάτω από θάμνους σε κοιλότητα. Η αναπαραγωγική περίοδος είναι από τον Ιούνιο μέχρι τον Ιούλιο. Γεννάει συνήθως τέσσερα αυγά τα οποία επωάζονται για 10 έως 14 ημέρες. Η περίοδος επώασης διαρκεί από 9 έως 12 ημέρες, στη διατροφή των νεοσσών συμετέχουν και τα δύο φύλλα.
Βιότοπος: Σε χαλικώδεις ακτές της θάλασσας τον χειμώνα, αλμυρά έλη. Ζεί στη Βόρεια Ευρώπη, στα βουνά της νοτιοανατολικής Ευρώπης, στη βορειοδυτική Αφρική, την Ασία και τη Βόρεια Αμερική από τις αρκτικές περιοχές μέχρι τον ισθμό της Tehuantepec.
Χωρίζεται μέχρι και σε 40 υποείδη.
Στην ίδια κατηγορία:
◾ Στεποχιονάδα, Στεποτρασιήλα, Temminck's horned lark (Eremophila bilopha)
Διεθνώς γνωστή ως Temminck's Horned Lark. Πρόκειται για έναν στενιό συγγενή της Χιονάδας, ο οποίος όμως έχει προσαρμοστεί στην ακριβώς αντίθετη κλιματική συνθήκη: την απόλυτη ζέστη και ξηρασία.
Βιότοπος: Καθαρά ερημικό πουλί. Ζει σε ημιερημικές περιοχές, πετρώδεις ερήμους και στεγνές πεδιάδες της Βόρειας Αφρικής (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη, Αίγυπτο) και της Μέσης Ανατολής (Ισραήλ, Ιορδανία, Σαουδική Αραβία, Ιράκ). Στην Ευρώπη αποτελεί εξαιρετικά σπάνιο τυχαίο επισκέπτη.
Εμφάνιση: Αν και μοιάζει στη δομή με τη Χιονάδα, η Στεποχιονάδα ξεχωρίζει εύκολα από τα εξής:
Το πρόσωπό της είναι καθαρό, λαμπερό λευκό (δεν έχει καθόλου κίτρινες αποχρώσεις).
Τα μαύρα «κερατάκια» της στα αρσενικά είναι αναλογικά πιο μακριά και μυτερά.
Το πτέρωμα της ράχης έχει μια πιο κοκκινωπή-κανελί ή αμμουδερή απόχρωση (reddish-rufous), η οποία της προσφέρει το τέλειο καμουφλάζ στο περιβάλλον της ερήμου.
Η επιβίωση σε ένα από τα πιο αφιλόξενα περιβάλλοντα του πλανήτη, όπως οι πετρώδεις έρημοι της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, απαιτεί δραστικές λύσεις. Η Στεποχιονάδα (Eremophila bilopha) έχει αναπτύξει μια σειρά από εντυπωσιακές φυσιολογικές και συμπεριφορικές προσαρμογές για να αντιμετωπίζει την ακραία ζέστη και την σχεδόν ολική έλλειψη ελεύθερου νερού.
Μεταβολικό Νερό: Λαμβάνει όλη την απαραίτητη υγρασία από την τροφή της. Την άνοιξη και το καλοκαίρι τρέφεται κυρίως με έντομα (ακρίδες, σκαθάρια, μυρμήγκια), τα οποία είναι πλούσια σε υγρά και πρωτεΐνες.
Επιλογή Σπόρων: Το φθινόπωρο και τον χειμώνα, όταν τα έντομα σπανίζουν, στρέφεται σε σπόρους ερημικών φυτών. Επιλέγει σπόρους που έχουν την ιδιότητα να συγκρατούν την υγρασία της νυχτερινής δροσιάς.
Μεσημεριανή Σιέστα στη Σκιά: Τις ώρες της απόλυτης αιχμής της ζέστης, η Στεποχιονάδα σταματά κάθε δραστηριότητα (αναζήτηση τροφής, κελάηδημα). Καταφεύγει στη σκιά μεγάλων βράχων, σε σχισμές ή κάτω από τους ελάχιστους χαμηλούς, αγκαθωτούς θάμνους της ερήμου.
Χρήση Λαγουμιών: Συχνά εκμεταλλεύεται εγκαταλελειμμένα λαγούμια τρωκτικών ή ερπετών, όπου η υπόγεια θερμοκρασία είναι σημαντικά χαμηλότερη από αυτή της επιφάνειας.
Δροσισμός μέσω Αναπνοής (Panting): Όταν ζεσταίνεται υπερβολικά, ανοίγει το ράμφος της και αναπνέει γρήγορα. Η εξάτμιση της υγρασίας από την αναπνευστική οδό βοηθά στη μείωση της θερμοκρασίας του σώματός της.
Προστασία Ματιών: Οι συχνές αμμοθύελλες της ερήμου είναι επικίνδυνες. Τα πουλιά αυτά έχουν ιδιαίτερα ανθεκτικά βλέφαρα και μια μεμβράνη (τρίτο βλέφαρο) που καθαρίζει το μάτι από τους κόκκους της άμμου χωρίς να εμποδίζει εντελώς την όραση.
Η αρχιτεκτονική της σκιάς: Η Στεποχιονάδα χτίζει σχεδόν πάντα τη φωλιά της στη βόρεια ή βορειοανατολική πλευρά ενός βράχου ή ενός μικρού θάμνου. Με αυτόν τον τρόπο, η φωλιά προστατεύεται από τον καυτό απογευματινό ήλιο του νότου, κρατώντας τα αυγά ή τους νεοσσούς ζωντανούς. Επιπλέον, συχνά τοποθετεί μικρά χαλίκια γύρω από τη φωλιά, τα οποία λειτουργούν ως "ασπίδα" κατά του ανέμου και της κινούμενης άμμου.

Διεθνώς γνωστή ως Horned Lark (στη Βόρεια Αμερική) ή Shore Lark (στην Ευρώπη). Είναι ο μοναδικός κορυδαλλός με τόσο ευρεία εξάπλωση, αφού συναντάται σε όλο το βόρειο ημισφαίριο (Βόρεια Αμερική, Ευρώπη, Ασία) και σε έναν απομονωμένο πληθυσμό στην Κολομβία. Αλλες ονομασίες: ερημόφιλος η βαλκανική, Shore Lark, Alouette, hausse-col, Chrenlerche, Allodola gola gialla.
Μορφολογία: Εμφάνιση: Το πρόσωπό της έχει ένα εντυπωσιακό μοτίβο: ανοιχτό κίτρινο ή υπόλευκο φόντο με μια έντονη μαύρη «μάσκα» στα μάτια, μια μαύρη λωρίδα στο μέτωπο που καταλήγει σε δύο μικρά ανασηκωμένα φτερά («κέρατα») και ένα μαύρο μισοφέγγαρο στο στήθος. Η ράχη της έχει απαλό καφετί-γκρίζο χρώμα.
Μέτωπο, λάρυγγας κίτρινος. Μαύρη λωρίδα στα μάτια, μάγουλα, στήθος (χαρακτηριστικό). Πάνω ερυθροκαστανό. Κάτω μέρος υπόλευκο με τα πλαϊνά ερυθροκάστανα. Από τα πιο διακριτικά χαρακτηριστικά της χιονάδας είναι το ζεύγος μαύρων πουπουλένιων «φρυδιών» στην κορυφή της κεφαλής τους. Το μήκος του σώματος κυμαίνεται από 16 έως 17 εκατοστά. Είναι πολύ διαδεδομένο είδος, ζεί από τα Όρη του Άτλαντα του Μαρόκου μέχρι τη Βόρειο και Νότιο Αμερική. Είναι επίσης τακτικός επισκέπτης το χειμώνα στις ακτές της Κεντρικής Ευρώπης.
Τα ελληνικά πουλιά ανήκουν στο υποείδος E. a. balcanica και απαντούν στις ψηλότερες κορυφές της ηπειρωτικής χώρας, από τον Ταΰγετο ως και το Φαλακρό, πάνω από τα 2.000 μέτρα. Το χειμώνα μετακινούνται για να αποφύγουν το παχύ χιόνι, σπάνια όμως κατεβαίνουν πολύ χαμηλά.
Αναπαραγωγή: Βιότοπος: Αναπαράγεται στην αρκτική τούνδρα ή σε μεγάλα υψόμετρα (αλπική ζώνη) πάνω από τη γραμμή των δέντρων. Στην Ελλάδα είναι μόνιμος κάτοικος (αν και όχι πολύ κοινός) σε γυμνές, πετρώδεις βουνοκορφές (π.χ. στον Όλυμπο, τον Παρνασσό, την Πίνδο). Τον χειμώνα, οι βόρειοι πληθυσμοί μετακινούνται νότια σε ανοιχτές πεδιάδες, ακτές και αμμόλοφους.
Φτάνουν στη σεξουαλική ωριμότητα στο πρώτο έτος της ζωής τους. Η φωλιά είναι συνήθως καλά κρυμμένη κάτω από θάμνους σε κοιλότητα. Η αναπαραγωγική περίοδος είναι από τον Ιούνιο μέχρι τον Ιούλιο. Γεννάει συνήθως τέσσερα αυγά τα οποία επωάζονται για 10 έως 14 ημέρες. Η περίοδος επώασης διαρκεί από 9 έως 12 ημέρες, στη διατροφή των νεοσσών συμετέχουν και τα δύο φύλλα.
Βιότοπος: Σε χαλικώδεις ακτές της θάλασσας τον χειμώνα, αλμυρά έλη. Ζεί στη Βόρεια Ευρώπη, στα βουνά της νοτιοανατολικής Ευρώπης, στη βορειοδυτική Αφρική, την Ασία και τη Βόρεια Αμερική από τις αρκτικές περιοχές μέχρι τον ισθμό της Tehuantepec.
Χωρίζεται μέχρι και σε 40 υποείδη.
Στην ίδια κατηγορία:
◾ Στεποχιονάδα, Στεποτρασιήλα, Temminck's horned lark (Eremophila bilopha)
Διεθνώς γνωστή ως Temminck's Horned Lark. Πρόκειται για έναν στενιό συγγενή της Χιονάδας, ο οποίος όμως έχει προσαρμοστεί στην ακριβώς αντίθετη κλιματική συνθήκη: την απόλυτη ζέστη και ξηρασία.
Βιότοπος: Καθαρά ερημικό πουλί. Ζει σε ημιερημικές περιοχές, πετρώδεις ερήμους και στεγνές πεδιάδες της Βόρειας Αφρικής (Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη, Αίγυπτο) και της Μέσης Ανατολής (Ισραήλ, Ιορδανία, Σαουδική Αραβία, Ιράκ). Στην Ευρώπη αποτελεί εξαιρετικά σπάνιο τυχαίο επισκέπτη.
Εμφάνιση: Αν και μοιάζει στη δομή με τη Χιονάδα, η Στεποχιονάδα ξεχωρίζει εύκολα από τα εξής:
Το πρόσωπό της είναι καθαρό, λαμπερό λευκό (δεν έχει καθόλου κίτρινες αποχρώσεις).
Τα μαύρα «κερατάκια» της στα αρσενικά είναι αναλογικά πιο μακριά και μυτερά.
Το πτέρωμα της ράχης έχει μια πιο κοκκινωπή-κανελί ή αμμουδερή απόχρωση (reddish-rufous), η οποία της προσφέρει το τέλειο καμουφλάζ στο περιβάλλον της ερήμου.
Η επιβίωση σε ένα από τα πιο αφιλόξενα περιβάλλοντα του πλανήτη, όπως οι πετρώδεις έρημοι της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, απαιτεί δραστικές λύσεις. Η Στεποχιονάδα (Eremophila bilopha) έχει αναπτύξει μια σειρά από εντυπωσιακές φυσιολογικές και συμπεριφορικές προσαρμογές για να αντιμετωπίζει την ακραία ζέστη και την σχεδόν ολική έλλειψη ελεύθερου νερού.
Διατροφική Αυτάρκεια σε Νερό
Στην έρημο, το να βρεις μια λακκούβα με νερό ή μια όαση είναι σπάνιο έως αδύνατο. Η Στεποχιονάδα έχει εξελιχθεί έτσι ώστε να μην χρειάζεται να πιει σχεδόν ποτέ νερό.Μεταβολικό Νερό: Λαμβάνει όλη την απαραίτητη υγρασία από την τροφή της. Την άνοιξη και το καλοκαίρι τρέφεται κυρίως με έντομα (ακρίδες, σκαθάρια, μυρμήγκια), τα οποία είναι πλούσια σε υγρά και πρωτεΐνες.
Επιλογή Σπόρων: Το φθινόπωρο και τον χειμώνα, όταν τα έντομα σπανίζουν, στρέφεται σε σπόρους ερημικών φυτών. Επιλέγει σπόρους που έχουν την ιδιότητα να συγκρατούν την υγρασία της νυχτερινής δροσιάς.
Θερμορρύθμιση και Συμπεριφορά
Για να μην πάθει θερμοπληξία όταν η θερμοκρασία του εδάφους ξεπερνά τους 50°C, το πουλί προσαρμόζει το καθημερινό του πρόγραμμα:Μεσημεριανή Σιέστα στη Σκιά: Τις ώρες της απόλυτης αιχμής της ζέστης, η Στεποχιονάδα σταματά κάθε δραστηριότητα (αναζήτηση τροφής, κελάηδημα). Καταφεύγει στη σκιά μεγάλων βράχων, σε σχισμές ή κάτω από τους ελάχιστους χαμηλούς, αγκαθωτούς θάμνους της ερήμου.
Χρήση Λαγουμιών: Συχνά εκμεταλλεύεται εγκαταλελειμμένα λαγούμια τρωκτικών ή ερπετών, όπου η υπόγεια θερμοκρασία είναι σημαντικά χαμηλότερη από αυτή της επιφάνειας.
Δροσισμός μέσω Αναπνοής (Panting): Όταν ζεσταίνεται υπερβολικά, ανοίγει το ράμφος της και αναπνέει γρήγορα. Η εξάτμιση της υγρασίας από την αναπνευστική οδό βοηθά στη μείωση της θερμοκρασίας του σώματός της.
Μορφολογικό Καμουφλάζ και Προστασία
Αμμουδερό Πτέρωμα: Το ανοιχτό κοκκινωπό-καφέ (κανελί) χρώμα της ράχης της δεν χρησιμεύει μόνο για να κρύβεται από τα γεράκια. Αυτή η ανοιχτή απόχρωση λειτουργεί ως ανακλαστήρας της ηλιακής ακτινοβολίας, εμποδίζοντας το σώμα του πουλιού να απορροφήσει υπερβολική θερμότητα, σε αντίθεση με ένα σκουρόχρωμο πτέρωμα.Προστασία Ματιών: Οι συχνές αμμοθύελλες της ερήμου είναι επικίνδυνες. Τα πουλιά αυτά έχουν ιδιαίτερα ανθεκτικά βλέφαρα και μια μεμβράνη (τρίτο βλέφαρο) που καθαρίζει το μάτι από τους κόκκους της άμμου χωρίς να εμποδίζει εντελώς την όραση.
Στρατηγική Φωλιάσματος
Η φωλιά της είναι μια απλή κοιλότητα στο έδαφος, αλλά η τοποθέτησή της είναι στρατηγική:Η αρχιτεκτονική της σκιάς: Η Στεποχιονάδα χτίζει σχεδόν πάντα τη φωλιά της στη βόρεια ή βορειοανατολική πλευρά ενός βράχου ή ενός μικρού θάμνου. Με αυτόν τον τρόπο, η φωλιά προστατεύεται από τον καυτό απογευματινό ήλιο του νότου, κρατώντας τα αυγά ή τους νεοσσούς ζωντανούς. Επιπλέον, συχνά τοποθετεί μικρά χαλίκια γύρω από τη φωλιά, τα οποία λειτουργούν ως "ασπίδα" κατά του ανέμου και της κινούμενης άμμου.
Κατηγορία Κορυδαλλίδες
Φόρτωση...
Ετικέτες:
Κορυδαλλίδες
Ευχαριστούμε που διαβάσατε την ανάρτηση Χιονάδα