Αετίνες, Βουτονίνες (Buteo) 
Κοινή ονομασία γένους ημερόβιων αρπακτικών ιερακόμορφων πτηνών της οικογένειας Αετίδες (Accipitridae).
Στην εμφάνιση μοιάζουν με το γένος Αετίδες (Aquila), αλλά έχουν μικρότερο μέγεθος και διαφορετικά χαρακτηριστικά. Τα θηλυκά είναι συνήθως μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Το χρώμα τους διαφέρει μεταξύ των ειδών, γενικά όμως κυριαρχεί το βαθύ καφέ στο άνω μέρος του κορμού τους, η ουρά είναι καφέ με ραβδώσεις, το κάτω μέρος του κορμού και της ουράς είναι ασπριδερό με ευδιάκριτες καφέ αποχρώσεις και τα πόδια είναι κίτρινα. Το πέταγμά τους είναι βαρύ αλλά όταν διαγράφουν κύκλους για ν' ανυψωθούν είναι θεαματικό.
Τρέφονται με μικρά θηλαστικά, κυρίως ποντίκια και πουλιά, επίσης με σκουλήκια, έντομα, ερπετά και ψοφίμια. Φωλιάζουν σε ψηλά σε δέντρα και σχηματίζουν ζευγάρια για όλη τη ζωή.
Συναντούνται στην Ευρώπη, στην Ασία και στη βόρεια Αφρική.
Η επιστημονική ονομασία (Buteo): Ο όρος Buteo είναι η κλασική λατινική λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για να περιγράψουν την Κοινή Γερακίνα. Καθιερώθηκε στη σύγχρονη ταξινόμηση από τον Γάλλο φυσιοδίφη Lacépède το 1799.
Βουτονίνες (Buteoninae): Η ονομασία της υποοικογένειας προέρχεται από το ίδιο θέμα και περιλαμβάνει, εκτός από το γένος Buteo, και ορισμένα άλλα συγγενικά γένη της Αμερικανικής ηπείρου (όπως τα γένη Parabuteo και Buteogallus).
Η ονοματολογική σύγχυση (Buzzards vs Hawks): Στην Ευρώπη, τα μέλη του γένους Buteo αποκαλούνται buzzards (γερακίνες). Όταν όμως οι πρώτοι Άγγλοι άποικοι έφτασαν στη Βόρεια Αμερική, μπέρδεψαν τις εκεί γερακίνες με τα ξεφτέρια (accipiters) και τις ονόμασαν hawks. Έτσι, είδη όπως το Buteo jamaicensis ονομάζονται στην Αμερική Red-tailed Hawk, ενώ στην πραγματικότητα είναι γερακίνες (buzzards).
Ο Αριστοτέλης, στο έργο του «Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι» (Βιβλίο VIII), ταυτοποιεί με ακρίβεια το μέγεθος και τη μόνιμη παρουσία του πουλιού στον ελλαδικό χώρο:
«...ἔστι δ' ὁ τριόρχης τὸ μέγεθος ὅσον ἰκτῖνος καὶ φαίνεται οὗτος διὰ παντός, ἔτι δὲ φήνη» (δηλαδή: η γερακίνα έχει το μέγεθος του ικτίνου [τσίφτη/ψαλιδιάρη] και παρατηρείται καθ' όλη τη διάρκεια του έτους).
Επιπλέον, στο Βιβλίο IX, ο Αριστοτέλης εξαίρει τις κυνηγετικές ικανότητες του πτηνού, κατατάσσοντάς το στην κορυφή των ιεράκων (γερακιών/αρπακτικών με γαμψά νύχια):
«Τῶν δ' ἱεράκων κράτιστος μὲν ὁ τριόρχης, δεύτερος δ' ὁ αἰσάλων, τρίτος ο κίρκος» (δηλαδή: από τα γεράκια, ο ισχυρότερος/ικανότερος είναι η γερακίνα, δεύτερος το νανογέρακο [αισάλων] και τρίτος ο κίρκος).
Σιλουέτα Πτήσης: Διαθέτουν πλατιές, μεγάλες φτερούγες με «δάχτυλα» στις άκρες (πρωτεύοντα ερετικά φτερά) και σχετικά κοντή, πλατιά και βενταλωτή ουρά. Αυτή η ανατομία τους επιτρέπει να εκμεταλλεύονται τα θερμά ανοδικά ρεύματα αέρα (thermals) και να αιωρούνται για ώρες με ελάχιστη κατανάλωση ενέργειας.
Μέγεθος και Βάρος:
Μήκος σώματος: 40 - 65 εκατοστά, άνοιγμα πτερύγων: 100 - 160 εκατοστά.
Βάρος: 500 - 1500 γραμμάρια (παρουσιάζουν τον τυπικό φυλετικό διμορφισμό, με τα θηλυκά να είναι έως και 30% μεγαλύτερα και βαρύτερα από τα αρσενικά).
Χρωματικός Πολυμορφισμός (Polymorphism): Το γένος Buteo παρουσιάζει τον πιο έντονο χρωματικό πολυμορφισμό από οποιοδήποτε άλλο γένος αρπακτικών. Σχεδόν όλα τα είδη εμφανίζουν τουλάχιστον δύο ή τρεις χρωματικές φάσεις (ανοιχτόχρωμη, ενδιάμεση και σκουρόχρωμη), γεγονός που καθιστά την αναγνώρισή τους στο πεδίο εξαιρετικά δύσκολη και απαιτητική.
Ανατομικές Προσαρμογές: Διαθέτουν ισχυρό, γαμψό ράμφος και κοντούς αλλά εξαιρετικά δυνατούς ταρσούς με κοφτερά νύχια, κατάλληλα για τη θανάτωση μικρών θηλαστικών. Ορισμένα είδη (όπως το Buteo lagopus) έχουν φτερωτούς ταρσούς μέχρι τα δάχτυλα ως προσαρμογή στο αρκτικό ψύχος.
Βιότοποι: Πρόκειται για εξαιρετικά προσαρμοστικά πτηνά. Προτιμούν μωσαϊκά τοπία που συνδυάζουν ανοιχτές εκτάσεις για κυνήγι (λιβάδια, καλλιέργειες, στέπες, υγρότοπους) και δασώδεις εκτάσεις ή βράχια για φώλιασμα και κούρνιασμα.
Μεταναστευτική Συμπεριφορά: Τα είδη των βόρειων γεωγραφικών πλατών είναι αυστηρά μεταναστευτικά (π.χ. Buteo swainsoni στην Αμερική ή Buteo lagopus στην Ευρασία), διανύοντας χιλιάδες χιλιόμετρα κάθε φθινόπωρο. Αντίθετα, οι πληθυσμοί των νότιων και εύκρατων ζωνών είναι συχνά επιδημητικοί (μόνιμοι κάτοικοι).
Τεχνικές Κυνηγιού:
Ανεμοπορία και Εντοπισμός: Πετούν σε μεγάλο υψόμετρο εκμεταλλευόμενες τα ρεύματα, σκανάροντας το έδαφος με την πανίσχυρη όρασή τους.
Καρτέρι (Perch Hunting): Κάθονται ακίνητες για ώρες σε εμφανή σημεία (στύλους, δέντρα, βράχους) και εφορμούν μόλις εντοπίσουν λεία.
Αιώρηση (Hovering): Συγκεκριμένα είδη μπορούν να «παγώνουν» στον αέρα χτυπώντας γρήγορα τις φτερούγες τους, ελέγχοντας το έδαφος.
Δίαιτα: Η διατροφή τους βασίζεται κυρίως σε μικρά τρωκτικά (ποντίκια, αρουραίους, σπερμόφιλους), τα οποία αποτελούν πάνω από το 70% της λείας τους. Ωστόσο, καταναλώνουν επίσης ερπετά (φίδια και σαύρες), αμφίβια, μεγάλα έντομα (ακρίδες) και, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, σημαντικές ποσότητες ψοφιμιών (carrion).
Δευτερογενής Δηλητηρίαση: Ως κατεξοχήν τρωκτικοφάγα αρπακτικά, οι γερακίνες πέφτουν θύματα δευτερογενούς δηλητηρίασης από τη χρήση ροντεντοκτόνων (ποντικοφαρμάκων) στις καλλιέργειες, καθώς και από παράνομα δηλητηριασμένα δολώματα.
Ηλεκτροπληξία: Λόγω της συνήθειάς τους να χρησιμοποιούν πυλώνες μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος ως παρατηρητήρια για κυνήγι, ο κίνδυνος ηλεκτροπληξίας είναι εξαιρετικά υψηλός.
Απώλεια Ενδιαιτημάτων: Η εντατικοποίηση της γεωργίας και η μονοκαλλιέργεια μειώνουν τη διαθεσιμότητα των θηλαστικών και καταστρέφουν τις φυσικές ζώνες κυνηγιού.
Πηγές: Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, BirdLife International, Handbook of the Birds of the World (HBW), IUCN Red List of Threatened Species.

Κοινή ονομασία γένους ημερόβιων αρπακτικών ιερακόμορφων πτηνών της οικογένειας Αετίδες (Accipitridae).
Στην εμφάνιση μοιάζουν με το γένος Αετίδες (Aquila), αλλά έχουν μικρότερο μέγεθος και διαφορετικά χαρακτηριστικά. Τα θηλυκά είναι συνήθως μεγαλύτερα από τα αρσενικά. Το χρώμα τους διαφέρει μεταξύ των ειδών, γενικά όμως κυριαρχεί το βαθύ καφέ στο άνω μέρος του κορμού τους, η ουρά είναι καφέ με ραβδώσεις, το κάτω μέρος του κορμού και της ουράς είναι ασπριδερό με ευδιάκριτες καφέ αποχρώσεις και τα πόδια είναι κίτρινα. Το πέταγμά τους είναι βαρύ αλλά όταν διαγράφουν κύκλους για ν' ανυψωθούν είναι θεαματικό.
Τρέφονται με μικρά θηλαστικά, κυρίως ποντίκια και πουλιά, επίσης με σκουλήκια, έντομα, ερπετά και ψοφίμια. Φωλιάζουν σε ψηλά σε δέντρα και σχηματίζουν ζευγάρια για όλη τη ζωή.
Συναντούνται στην Ευρώπη, στην Ασία και στη βόρεια Αφρική.
Ετυμολογία και Ταξινομικό Πλαίσιο
Η επιστημονική ονομασία (Buteo): Ο όρος Buteo είναι η κλασική λατινική λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για να περιγράψουν την Κοινή Γερακίνα. Καθιερώθηκε στη σύγχρονη ταξινόμηση από τον Γάλλο φυσιοδίφη Lacépède το 1799.
Βουτονίνες (Buteoninae): Η ονομασία της υποοικογένειας προέρχεται από το ίδιο θέμα και περιλαμβάνει, εκτός από το γένος Buteo, και ορισμένα άλλα συγγενικά γένη της Αμερικανικής ηπείρου (όπως τα γένη Parabuteo και Buteogallus).
Η ονοματολογική σύγχυση (Buzzards vs Hawks): Στην Ευρώπη, τα μέλη του γένους Buteo αποκαλούνται buzzards (γερακίνες). Όταν όμως οι πρώτοι Άγγλοι άποικοι έφτασαν στη Βόρεια Αμερική, μπέρδεψαν τις εκεί γερακίνες με τα ξεφτέρια (accipiters) και τις ονόμασαν hawks. Έτσι, είδη όπως το Buteo jamaicensis ονομάζονται στην Αμερική Red-tailed Hawk, ενώ στην πραγματικότητα είναι γερακίνες (buzzards).
Ο «Τριόρχης» του Αριστοτέλη
Ο «Τριόρχης» του Αριστοτέλη: Στην αρχαία Ελλάδα, η γερακίνα ήταν γνωστή με το όνομα «τριόρχης» (λόγω της αρχαίας δοξασίας ότι το πτηνό διέθετε τρεις όρχεις, γεγονός που του προσέδιδε εξαιρετική δύναμη και ζωτικότητα). Για τον λόγο αυτό, στην παλαιότερη ελληνική επιστημονική ονοματολογία, το γένος Buteo μεταφραζόταν επίσημα ως Γένος Τριόρχης (π.χ. η Κοινή Γερακίνα αναφερόταν ως Τριόρχης ο γνήσιος και η Αετογερακίνα ως Τριόρχης ο καστανόχρους).Ο Αριστοτέλης, στο έργο του «Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι» (Βιβλίο VIII), ταυτοποιεί με ακρίβεια το μέγεθος και τη μόνιμη παρουσία του πουλιού στον ελλαδικό χώρο:
«...ἔστι δ' ὁ τριόρχης τὸ μέγεθος ὅσον ἰκτῖνος καὶ φαίνεται οὗτος διὰ παντός, ἔτι δὲ φήνη» (δηλαδή: η γερακίνα έχει το μέγεθος του ικτίνου [τσίφτη/ψαλιδιάρη] και παρατηρείται καθ' όλη τη διάρκεια του έτους).
Επιπλέον, στο Βιβλίο IX, ο Αριστοτέλης εξαίρει τις κυνηγετικές ικανότητες του πτηνού, κατατάσσοντάς το στην κορυφή των ιεράκων (γερακιών/αρπακτικών με γαμψά νύχια):
«Τῶν δ' ἱεράκων κράτιστος μὲν ὁ τριόρχης, δεύτερος δ' ὁ αἰσάλων, τρίτος ο κίρκος» (δηλαδή: από τα γεράκια, ο ισχυρότερος/ικανότερος είναι η γερακίνα, δεύτερος το νανογέρακο [αισάλων] και τρίτος ο κίρκος).
Τα Τρία Είδη του Γένους Buteo στην Ευρώπη και την Ελλάδα
Στην Ευρώπη και ειδικότερα στην Ελλάδα, το γένος εκπροσωπείται από τρία πολύ χαρακτηριστικά είδη:
◾1. Γερακίνα, Τριόρχης (Buteo buteo) 
Η κοινή Γερακίνα (Buteo buteo) –διαδεδομένη στην Ευρώπη, στη βόρεια Αφρική και σε περιοχές της Ασίας– έχει άνοιγμα πτερύγων περίπου 1,30 μ. και μήκος 55-60 εκ. μαζί με την ουρά. Μεσαίου μεγέθους, με απίστευτη ποικιλία χρωματισμών. Η ουρά της φέρει πάντα πολλές λεπτές, σκούρες οριζόντιες ρίγες (μπαράκια).
Τρέφεται, γενικά, με τρωκτικά ή άλλα μικρά θηλαστικά, νεοσσούς πουλιών, μεγάλα έντομα και ερπετά.
Φτιάχνει τη φωλιά της σε απότομους γκρεμούς ή στις κορυφές δέντρων, χρησιμοποιώντας ως υλικά ξυλαράκια, φύλλα, γρασίδι και μαλλί.
Κατά τον Μάιο-Ιούνιο το θηλυκό αποθέτει 2-3 αβγά πολύ ανοιχτού πρασινωπού χρώματος, τα οποία κλωσά για έναν περίπου μήνα, εναλλασσόμενη με το αρσενικό.
Παρουσία στην Ελλάδα: Είναι το πιο κοινό, πολυπληθές και ευρύτατα εξαπλωμένο αρπακτικό της χώρας. Απαντάται παντού, από τα πεδινά μέχρι τα ορεινά δάση, ως μόνιμος κάτοικος.
Κατάσταση Διατήρησης: Ελάχιστης Ανησυχίας (Least Concern).

Η κοινή Γερακίνα (Buteo buteo) –διαδεδομένη στην Ευρώπη, στη βόρεια Αφρική και σε περιοχές της Ασίας– έχει άνοιγμα πτερύγων περίπου 1,30 μ. και μήκος 55-60 εκ. μαζί με την ουρά. Μεσαίου μεγέθους, με απίστευτη ποικιλία χρωματισμών. Η ουρά της φέρει πάντα πολλές λεπτές, σκούρες οριζόντιες ρίγες (μπαράκια).
Τρέφεται, γενικά, με τρωκτικά ή άλλα μικρά θηλαστικά, νεοσσούς πουλιών, μεγάλα έντομα και ερπετά.
Φτιάχνει τη φωλιά της σε απότομους γκρεμούς ή στις κορυφές δέντρων, χρησιμοποιώντας ως υλικά ξυλαράκια, φύλλα, γρασίδι και μαλλί.
Κατά τον Μάιο-Ιούνιο το θηλυκό αποθέτει 2-3 αβγά πολύ ανοιχτού πρασινωπού χρώματος, τα οποία κλωσά για έναν περίπου μήνα, εναλλασσόμενη με το αρσενικό.
Παρουσία στην Ελλάδα: Είναι το πιο κοινό, πολυπληθές και ευρύτατα εξαπλωμένο αρπακτικό της χώρας. Απαντάται παντού, από τα πεδινά μέχρι τα ορεινά δάση, ως μόνιμος κάτοικος.
Κατάσταση Διατήρησης: Ελάχιστης Ανησυχίας (Least Concern).
◾2. Αετογερακίνα, Τριόρχης ο καστανόχρους (Buteo rufinus) 
Ένα λίγο μεγαλύτερο είδος από το προηγούμενο είναι η Αετογερακίνα η λευκόουρη (Buteo rufinus), που οφείλει την ονομασία της στο χρώμα της βάσης και της κορυφής της ουράς. Σαφώς μεγαλύτερη από την Κοινή Γερακίνα, με πιο μακριές φτερούγες. Το πτέρωμά της κυριαρχείται από ζεστούς κοκκινωπούς-σκουριασμένους τόνους, ενώ η ουρά της είναι ομοιόμορφη κοκκινωπή-ροδακινί, χωρίς ρίγες.
Ζει στη βόρεια Αφρική και στην ευρεία ζώνη που εκτείνεται από την κεντρική Ασία έως την ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη, ενώ θεωρείται γενικά σπάνιο πουλί.
Παρουσία στην Ελλάδα: Μόνιμος κάτοικος και αναπαραγόμενο είδος, κυρίως στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τα μεγάλα νησιά. Προτιμά πιο ξηρά, βραχώδη και ανοιχτά τοπία.
Κατάσταση Διατήρησης: Ελάχιστης Ανησυχίας (Least Concern) παγκοσμίως, Τρωτό (Vulnerable) στην Ελλάδα.

Ένα λίγο μεγαλύτερο είδος από το προηγούμενο είναι η Αετογερακίνα η λευκόουρη (Buteo rufinus), που οφείλει την ονομασία της στο χρώμα της βάσης και της κορυφής της ουράς. Σαφώς μεγαλύτερη από την Κοινή Γερακίνα, με πιο μακριές φτερούγες. Το πτέρωμά της κυριαρχείται από ζεστούς κοκκινωπούς-σκουριασμένους τόνους, ενώ η ουρά της είναι ομοιόμορφη κοκκινωπή-ροδακινί, χωρίς ρίγες.
Ζει στη βόρεια Αφρική και στην ευρεία ζώνη που εκτείνεται από την κεντρική Ασία έως την ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη, ενώ θεωρείται γενικά σπάνιο πουλί.
Παρουσία στην Ελλάδα: Μόνιμος κάτοικος και αναπαραγόμενο είδος, κυρίως στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τα μεγάλα νησιά. Προτιμά πιο ξηρά, βραχώδη και ανοιχτά τοπία.
Κατάσταση Διατήρησης: Ελάχιστης Ανησυχίας (Least Concern) παγκοσμίως, Τρωτό (Vulnerable) στην Ελλάδα.
◾3. Χιονογερακίνα, Τριόρχης ο λαγόπους (Buteo lagopus) 
Έχει φτερωτούς ταρσούς (πόδια) μέχρι τα νύχια. Η ουρά της είναι λευκή στη βάση της και καταλήγει σε μια πλατιά, σκούρα μαύρη λωρίδα στην άκρη. Στις ψυχρές περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας, απ’ όπου μεταναστεύει προς τα Ν κατά τα τέλη του φθινοπώρου, είναι διαδεδομένο το είδος Βuteo lagopus, που διακρίνεται από τα άλλα είδη από το φτέρωμα με το οποίο είναι επενδεδυμένη η πρόσθια και η πλευρική ζώνη των ταρσών του.
Παρουσία στην Ελλάδα: Είναι σπάνιος χειμερινός επισκέπτης. Έρχεται στη χώρα μας μόνο κατά τη διάρκεια πολύ βαρύ χειμώνα (winter irruptions) από τη σιβηρική και σκανδιναβική τούνδρα, και παρατηρείται κυρίως σε ανοιχτές πεδιάδες της Βόρειας Ελλάδας.
Κατάσταση Διατήρησης: Ελάχιστης Ανησυχίας (Least Concern).

Έχει φτερωτούς ταρσούς (πόδια) μέχρι τα νύχια. Η ουρά της είναι λευκή στη βάση της και καταλήγει σε μια πλατιά, σκούρα μαύρη λωρίδα στην άκρη. Στις ψυχρές περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας, απ’ όπου μεταναστεύει προς τα Ν κατά τα τέλη του φθινοπώρου, είναι διαδεδομένο το είδος Βuteo lagopus, που διακρίνεται από τα άλλα είδη από το φτέρωμα με το οποίο είναι επενδεδυμένη η πρόσθια και η πλευρική ζώνη των ταρσών του.
Παρουσία στην Ελλάδα: Είναι σπάνιος χειμερινός επισκέπτης. Έρχεται στη χώρα μας μόνο κατά τη διάρκεια πολύ βαρύ χειμώνα (winter irruptions) από τη σιβηρική και σκανδιναβική τούνδρα, και παρατηρείται κυρίως σε ανοιχτές πεδιάδες της Βόρειας Ελλάδας.
Κατάσταση Διατήρησης: Ελάχιστης Ανησυχίας (Least Concern).
Είναι ο τριόρχης των αρχαίων Ελλήνων τον οποίο περιγράφει ο Αριστοτέλης, 'οίον τά τε τών αετών γένη πάντα και ικτίνοι και ιέρακες άμφω, ότε φαβοτύπος και ό σπιζίας (διαφέρουσι δε το μέγεθος ούτοι πολύ αλλήλων) και ο τριόρχης έστι δ' ο τριόρχης το μέγεθος όσον ικτίνος και φαίνεται ούτος διά παντός, έτι δε φήνη'.
'Των δ' ιεράκων κράτιστος μεν ο τριόρχης, δεύτερος δ' ο αισάλων, τρίτος ο κίρκος'.
'Των δ' ιεράκων κράτιστος μεν ο τριόρχης, δεύτερος δ' ο αισάλων, τρίτος ο κίρκος'.
Μορφολογία και Ανατομικά Χαρακτηριστικά
Τα μέλη του γένους Buteo μοιράζονται μια πολύ συγκεκριμένη, στιβαρή και αεροδυναμική σιλουέτα, ιδανική για πτήσεις μεγάλης διάρκειας:Σιλουέτα Πτήσης: Διαθέτουν πλατιές, μεγάλες φτερούγες με «δάχτυλα» στις άκρες (πρωτεύοντα ερετικά φτερά) και σχετικά κοντή, πλατιά και βενταλωτή ουρά. Αυτή η ανατομία τους επιτρέπει να εκμεταλλεύονται τα θερμά ανοδικά ρεύματα αέρα (thermals) και να αιωρούνται για ώρες με ελάχιστη κατανάλωση ενέργειας.
Μέγεθος και Βάρος:
Μήκος σώματος: 40 - 65 εκατοστά, άνοιγμα πτερύγων: 100 - 160 εκατοστά.
Βάρος: 500 - 1500 γραμμάρια (παρουσιάζουν τον τυπικό φυλετικό διμορφισμό, με τα θηλυκά να είναι έως και 30% μεγαλύτερα και βαρύτερα από τα αρσενικά).
Χρωματικός Πολυμορφισμός (Polymorphism): Το γένος Buteo παρουσιάζει τον πιο έντονο χρωματικό πολυμορφισμό από οποιοδήποτε άλλο γένος αρπακτικών. Σχεδόν όλα τα είδη εμφανίζουν τουλάχιστον δύο ή τρεις χρωματικές φάσεις (ανοιχτόχρωμη, ενδιάμεση και σκουρόχρωμη), γεγονός που καθιστά την αναγνώρισή τους στο πεδίο εξαιρετικά δύσκολη και απαιτητική.
Ανατομικές Προσαρμογές: Διαθέτουν ισχυρό, γαμψό ράμφος και κοντούς αλλά εξαιρετικά δυνατούς ταρσούς με κοφτερά νύχια, κατάλληλα για τη θανάτωση μικρών θηλαστικών. Ορισμένα είδη (όπως το Buteo lagopus) έχουν φτερωτούς ταρσούς μέχρι τα δάχτυλα ως προσαρμογή στο αρκτικό ψύχος.
Γεωγραφική Εξάπλωση και Βιότοποι
Το γένος Buteo έχει κοσμοπολίτικη εξάπλωση, καθώς εκπρόσωποί του απαντώνται σε όλες τις ηπείρους του πλανήτη, με εξαίρεση την Ανταρκτική.Βιότοποι: Πρόκειται για εξαιρετικά προσαρμοστικά πτηνά. Προτιμούν μωσαϊκά τοπία που συνδυάζουν ανοιχτές εκτάσεις για κυνήγι (λιβάδια, καλλιέργειες, στέπες, υγρότοπους) και δασώδεις εκτάσεις ή βράχια για φώλιασμα και κούρνιασμα.
Μεταναστευτική Συμπεριφορά: Τα είδη των βόρειων γεωγραφικών πλατών είναι αυστηρά μεταναστευτικά (π.χ. Buteo swainsoni στην Αμερική ή Buteo lagopus στην Ευρασία), διανύοντας χιλιάδες χιλιόμετρα κάθε φθινόπωρο. Αντίθετα, οι πληθυσμοί των νότιων και εύκρατων ζωνών είναι συχνά επιδημητικοί (μόνιμοι κάτοικοι).
Συμπεριφορά, Κυνήγι και Διατροφή
Οι γερακίνες είναι καιροσκόποι (opportunistic) θηρευτές κορυφής, γεγονός που εξηγεί την εξελικτική τους επιτυχία:Τεχνικές Κυνηγιού:
Ανεμοπορία και Εντοπισμός: Πετούν σε μεγάλο υψόμετρο εκμεταλλευόμενες τα ρεύματα, σκανάροντας το έδαφος με την πανίσχυρη όρασή τους.
Καρτέρι (Perch Hunting): Κάθονται ακίνητες για ώρες σε εμφανή σημεία (στύλους, δέντρα, βράχους) και εφορμούν μόλις εντοπίσουν λεία.
Αιώρηση (Hovering): Συγκεκριμένα είδη μπορούν να «παγώνουν» στον αέρα χτυπώντας γρήγορα τις φτερούγες τους, ελέγχοντας το έδαφος.
Δίαιτα: Η διατροφή τους βασίζεται κυρίως σε μικρά τρωκτικά (ποντίκια, αρουραίους, σπερμόφιλους), τα οποία αποτελούν πάνω από το 70% της λείας τους. Ωστόσο, καταναλώνουν επίσης ερπετά (φίδια και σαύρες), αμφίβια, μεγάλα έντομα (ακρίδες) και, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, σημαντικές ποσότητες ψοφιμιών (carrion).
Κατάσταση Διατήρησης και Απειλές
Παρόλο που τα περισσότερα είδη του γένους Buteo έχουν σταθερούς πληθυσμούς σε παγκόσμιο επίπεδο, αντιμετωπίζουν σοβαρές ανθρωπογενείς πιέσεις, ιδιαίτερα στη λεκάνη της Μεσογείου:Δευτερογενής Δηλητηρίαση: Ως κατεξοχήν τρωκτικοφάγα αρπακτικά, οι γερακίνες πέφτουν θύματα δευτερογενούς δηλητηρίασης από τη χρήση ροντεντοκτόνων (ποντικοφαρμάκων) στις καλλιέργειες, καθώς και από παράνομα δηλητηριασμένα δολώματα.
Ηλεκτροπληξία: Λόγω της συνήθειάς τους να χρησιμοποιούν πυλώνες μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος ως παρατηρητήρια για κυνήγι, ο κίνδυνος ηλεκτροπληξίας είναι εξαιρετικά υψηλός.
Απώλεια Ενδιαιτημάτων: Η εντατικοποίηση της γεωργίας και η μονοκαλλιέργεια μειώνουν τη διαθεσιμότητα των θηλαστικών και καταστρέφουν τις φυσικές ζώνες κυνηγιού.
Πηγές: Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, BirdLife International, Handbook of the Birds of the World (HBW), IUCN Red List of Threatened Species.