Στεατορνιθίδες (Steatornithidae) 
Οικογένεια πτηνών της τάξης των αιγοθηλόμορφων, της υπέρταξης των νεογνάθων. Περιλαμβάνει ένα μόνον είδος, τη στεατόρνιθα την καρίπειο, γνωστή και με την ονομασία «γκουαχάρο».
Πρόκειται για ένα πολύ παράξενο πουλί, που παρατηρήθηκε για πρώτη φορά από το Γερμανό φυσιοδίφη Α. φον Χούμπολτ (1799) σε σπήλαιο της Καρίπης, στη Βενεζουέλα.
Έχει μεγάλο σχετικά, αλλά λεπτό σώμα, που φτάνει σε μήκος τα 55 εκατοστά και βάρος μεταξύ 350 έως 375 γραμμάρια, σκεπασμένο από καστανόγκριζα φτερά με κιτρινόασπρες κηλίδες.
Το κεφάλι του είναι πλατύ, με μακρουλό ράμφος και μεγάλα μάτια, η δε ουρά του είναι μακριά. Στρώμα λίπους απλώνεται κάτω από το δέρμα του και ιδιαίτερα στην κοιλιά, που προέρχεται από το γεγονός ότι οι σ., καθώς είναι νυχτόβια πουλιά, αφομοιώνουν στο διάστημα της ημέρας όλη την τροφή που βρήκαν τη νύχτα (σπόρους, φρούτα).
Ακριβώς για το λίπος του το κυνηγούν οι ιθαγενείς στα σπήλαια και, αφού λειώσουν επί τόπου το λίπος, το αποθηκεύουν σε μεγάλα πιθάρια.
Είναι τα μόνα πτητικά νυχτερινά πουλιά που τρέφονται με φρούτα. Έχουν οξύτατη και ευαίσθητη ακοή και ανήκουν στα λίγα είδη πουλιών που μπορούν χρησιμοποιήσουν τον ηχοεντοπισμό όπως οι νυχτερίδες, για να προσανατολιστούν στις σκοτεινές σπηλιές, οι οποίες χρησιμεύουν ως τόπος αναπαύσεως και φωλεοποιήσεως.
Το είδος κατατάσσεται στην τάξη των αιγοθηλόμορφων (Caprimulgiformes). Πρόσφατες οστεολογικές συγκρίσεις έδειξαν ότι έχει στενότερη σχέση με τους Τρώγωνες (Trogoniformes).
Ζει αποκλειστικά σε βαθιά σπήλαια στα τροπικά δάση της Νότιας Αμερικής και της Καραϊβικής (ιδίως στο Τρινιντάντ). Πρόκειται για το μοναδικό νυκτόβιο, ιπτάμενο, αποκλειστικά φρουτοφάγο πουλί στον κόσμο.
Το όνομα Oilbird (Πουλί του Λαδιού): Οφείλεται στο γεγονός ότι οι νεοσσοί συσσωρεύουν τεράστιες ποσότητες λίπους στο σώμα τους.
Η Ανακάλυψη από τον Χούμπολτ: Το είδος περιγράφηκε για πρώτη φορά επιστημονικά από τον σπουδαίο Γερμανό φυσιοδίφη Alexander von Humboldt το 1799, κατά τη διάρκεια της εξερεύνησής του στο διάσημο σπήλαιο Cueva del Guácharo στη Βενεζουέλα. Ο Χούμπολτ παρατήρησε ότι οι ντόπιοι ιθαγενείς (Chayma) έμπαιναν στο σπήλαιο μία φορά το χρόνο για να σφάξουν τους υπερβολικά παχείς νεοσσούς, λιώνοντας το λίπος τους για να παράγουν ένα πεντακάθαρο, άοσμο λάδι μαγειρέματος και φωτισμού που διατηρούνταν για πάνω από ένα έτος.
Διαστάσεις: Είναι μεγάλο πτηνό. Το μήκος του σώματός του φτάνει τα 41-48 εκατοστά, το άνοιγμα των φτερών του κυμαίνεται από 91-100 εκατοστά και το βάρος του κυμαίνεται από 350 έως 485 γραμμάρια (αν και οι νεοσσοί μπορούν να ξεπεράσουν τα 600-700 γραμμάρια).
Το Φτέρωμα: Έχει ένα όμορφο, βαθύ κοκκινωπό-καφέ (κεραμιδί) χρώμα με μεγάλες, καθαρές λευκές κηλίδες σε σχήμα διαμαντιού στα καλυπτήρια των φτερών και στο κεφάλι.
Το Ράμφος: Πολύ ισχυρό, γαμψό και πλατύ, που θυμίζει ράμφος αρπακτικού. Στη βάση του φέρει εξαιρετικά μακριές, σκληρές αισθητήριες τρίχες (rictal bristles / ψηκτρίδες) που το βοηθούν να προσανατολίζεται και να αισθάνεται τα κλαδιά στο σκοτάδι.
Τα Μάτια: Μεγάλα και προσαρμοσμένα στο ημίφως. Έχουν την ιδιότητα να αντανακλούν το φως με ένα έντονο κόκκινο χρώμα (όπως των αιλουροειδών), λόγω μιας ειδικής ανακλαστικής μεμβράνης (tapetum lucidum) πίσω από τον αμφιβληστροειδή.
Τα Πόδια: Εξαιρετικά κοντά, αδύναμα και τοποθετημένα πολύ πίσω στο σώμα. Η Στεατόρνις δεν μπορεί να περπατήσει στο έδαφος· τα πόδια της χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για να γαντζώνεται κατακόρυφα στα βράχια και στις εσοχές των σπηλαίων.
Ο Μηχανισμός: Παράγει μια σειρά από εξαιρετικά γρήγορα, μεταλλικά "κλικ" (clicks) με τη σύριγγά της.
Η Διαφορά από τις Νυχτερίδες: Αντίθετα με τις νυχτερίδες, οι οποίες εκπέμπουν υπέρηχους (μη ακουστούς στον άνθρωπο), τα κλικ της Στεατόρνιθας γίνονται σε συχνότητες απόλυτα ακουστές στο ανθρώπινο αυτί (κυρίως μεταξύ 1 και 8 kHz, με μέγιστη ευαισθησία γύρω στα 2 kHz).
Ο Θόρυβος των Σπηλαίων: Όταν χιλιάδες πουλιά πετούν ταυτόχρονα μέσα σε ένα σπήλαιο εκπέμποντας αυτά τα κλικ, παράγεται ένας εκκωφαντικός, ανατριχιαστικός θόρυβος που θυμίζει ουρλιαχτά, εξαιτίας του οποίου οι ντόπιοι τα αποκαλούσαν «πουλιά των φαντασμάτων». Στο Ύπαιθρο: Μόλις βγει από το σπήλαιο στο δάσος, η Στεατόρνις σταματά να χρησιμοποιεί τον ηχοεντοπισμό και βασίζεται στην εξαιρετική νυχτερινή της όραση και την όσφρησή της για να βρει τροφή.
Strict Frugivore (Αποκλειστικά Φρουτοφάγο): Είναι το μόνο νυχτόβιο πουλί που τρέφεται αποκλειστικά με φρούτα.
Η Λατρεία του Ελαίου: Προτιμά σχεδόν αποκλειστικά τους πολύ ελαιώδεις και πλούσιους σε λίπη καρπούς των τροπικών δέντρων των οικογενειών Lauraceae (άγρια αβοκάντο), Burseraceae (λιβανόδεντρα) και Arecaceae (τροπικοί φοίνικες).
Οικολογικός Ρόλος: Πετάει έως και 120 χιλιόμετρα σε μία μόνο νύχτα για να βρει ώριμους καρπούς. Καταπίνει τα φρούτα ολόκληρα, χωνεύει μόνο τη λιπαρή σάρκα στο στομάχι της και στη συνέχεια, επιστρέφοντας στο σπήλαιο, κάνει εμετό τους σπόρους άθικτους (regurgitation). Με αυτόν τον τρόπο, εκατομμύρια σπόροι μεταφέρονται και διασπείρονται στα τροπικά δάση, καθιστώντας το πουλί έναν από τους σημαντικότερους «κηπουρούς» του οικοσυστήματος.
Η Αναπαραγωγική Διαδικασία: Γεννούν 2-4 λευκά αυγά. Η επώαση διαρκεί περίπου 32-35 ημέρες και γίνεται και από τους δύο γονείς.
Το Φαινόμενο των Παχέων Νεοσσών: Λόγω της αποκλειστικής διατροφής τους με εξαιρετικά λιπαρούς καρπούς, οι νεοσσοί αναπτύσσουν ένα τεράστιο στρώμα λίπους.
Σε ηλικία περίπου 70 ημερών, ένας νεοσσός μπορεί να ζυγίζει έως και 1.5 φορά περισσότερο από έναν ενήλικα (περίπου 600-700 γραμμάρια)!
Ο ρυθμός ανάπτυξής τους είναι εξαιρετικά αργός. Παραμένουν στη φωλιά για το απίστευτο διάστημα των 110 έως 120 ημερών (σχεδόν 4 μήνες), μέχρι να χάσουν το περιττό βάρος, να αναπτυχθούν τα φτερά τους και να μπορέσουν να πετάξουν.
Καταστροφή των Σπηλαίων: Η τουριστική όχληση χωρίς κανόνες στα σπήλαια φωλεοποίησης μπορεί να τρομάξει τα πουλιά και να οδηγήσει σε εγκατάλειψη των φωλιών.
Αποδάσωση: Η υλοτομία και η καταστροφή των τροπικών δασών γύρω από τα σπήλαια μειώνει δραματικά τη διαθεσιμότητα των δέντρων (όπως τα Lauraceae) από τα οποία εξαρτώνται αποκλειστικά για την εύρεση τροφής.
Λαθροθηρία: Παρόλο που η παραδοσιακή συγκομιδή για λάδι έχει μειωθεί σημαντικά, σε ορισμένες απομονωμένες περιοχές οι νεοσσοί εξακολουθούν να θανατώνονται για τροφή ή για το λίπος τους.
Μέτρα Προστασίας: Η ίδρυση Εθνικών Δρυμών γύρω από τα σημαντικότερα σπήλαια (όπως το Εθνικό Πάρκο El Guácharo στη Βενεζουέλα) και η απαγόρευση εισόδου κατά την κρίσιμη περίοδο αναπαραγωγής αποτελούν τα πιο αποτελεσματικά μέτρα προστασίας.

Οικογένεια πτηνών της τάξης των αιγοθηλόμορφων, της υπέρταξης των νεογνάθων. Περιλαμβάνει ένα μόνον είδος, τη στεατόρνιθα την καρίπειο, γνωστή και με την ονομασία «γκουαχάρο».
Πρόκειται για ένα πολύ παράξενο πουλί, που παρατηρήθηκε για πρώτη φορά από το Γερμανό φυσιοδίφη Α. φον Χούμπολτ (1799) σε σπήλαιο της Καρίπης, στη Βενεζουέλα.
Έχει μεγάλο σχετικά, αλλά λεπτό σώμα, που φτάνει σε μήκος τα 55 εκατοστά και βάρος μεταξύ 350 έως 375 γραμμάρια, σκεπασμένο από καστανόγκριζα φτερά με κιτρινόασπρες κηλίδες.
Το κεφάλι του είναι πλατύ, με μακρουλό ράμφος και μεγάλα μάτια, η δε ουρά του είναι μακριά. Στρώμα λίπους απλώνεται κάτω από το δέρμα του και ιδιαίτερα στην κοιλιά, που προέρχεται από το γεγονός ότι οι σ., καθώς είναι νυχτόβια πουλιά, αφομοιώνουν στο διάστημα της ημέρας όλη την τροφή που βρήκαν τη νύχτα (σπόρους, φρούτα).
Ακριβώς για το λίπος του το κυνηγούν οι ιθαγενείς στα σπήλαια και, αφού λειώσουν επί τόπου το λίπος, το αποθηκεύουν σε μεγάλα πιθάρια.
Είναι τα μόνα πτητικά νυχτερινά πουλιά που τρέφονται με φρούτα. Έχουν οξύτατη και ευαίσθητη ακοή και ανήκουν στα λίγα είδη πουλιών που μπορούν χρησιμοποιήσουν τον ηχοεντοπισμό όπως οι νυχτερίδες, για να προσανατολιστούν στις σκοτεινές σπηλιές, οι οποίες χρησιμεύουν ως τόπος αναπαύσεως και φωλεοποιήσεως.
Το είδος κατατάσσεται στην τάξη των αιγοθηλόμορφων (Caprimulgiformes). Πρόσφατες οστεολογικές συγκρίσεις έδειξαν ότι έχει στενότερη σχέση με τους Τρώγωνες (Trogoniformes).
Οικογένεια: Στεατορνιθίδες (Steatornithidae) | Τάξη: Στεατορνιθόμορφα (Steatornithiformes)
Στεατόρνις ο καριπικός, Oilbird (Steatornis caripensis)
γένος νυκτόβιων αιγοθηλόμορφων πτηνών τής οικογένειας στεατορνιθίδες, με μοναδικό είδος το Steatornis caripensis, που απαντά στα παράκτια υψίπεδα τής νότιας Αμερικής. Η Στεατόρνις (διεθνώς γνωστή ως Oilbird και στις λατινοαμερικανικές χώρες ως Guácharo), είναι ένα από τα πιο παράξενα και εξελικτικά απομονωμένα πουλιά στον κόσμο. Αποτελεί το μοναδικό μέλος της μονοτυπικής οικογένειας Στεατορνιθιδών (Steatornithidae).Ζει αποκλειστικά σε βαθιά σπήλαια στα τροπικά δάση της Νότιας Αμερικής και της Καραϊβικής (ιδίως στο Τρινιντάντ). Πρόκειται για το μοναδικό νυκτόβιο, ιπτάμενο, αποκλειστικά φρουτοφάγο πουλί στον κόσμο.
Ετυμολογία και Ιστορία:
Η Ελληνική Ονομασία: Το επιστημονικό όνομα του γένους Steatornis προέρχεται από τη σύνθεση των αρχαίων ελληνικών λέξεων στέαρ (που σημαίνει στερεό λίπος, ξύγκι) και όρνις (πουλί). Σημαίνει κυριολεκτικά «λιπόπουλο».Το όνομα Oilbird (Πουλί του Λαδιού): Οφείλεται στο γεγονός ότι οι νεοσσοί συσσωρεύουν τεράστιες ποσότητες λίπους στο σώμα τους.
Η Ανακάλυψη από τον Χούμπολτ: Το είδος περιγράφηκε για πρώτη φορά επιστημονικά από τον σπουδαίο Γερμανό φυσιοδίφη Alexander von Humboldt το 1799, κατά τη διάρκεια της εξερεύνησής του στο διάσημο σπήλαιο Cueva del Guácharo στη Βενεζουέλα. Ο Χούμπολτ παρατήρησε ότι οι ντόπιοι ιθαγενείς (Chayma) έμπαιναν στο σπήλαιο μία φορά το χρόνο για να σφάξουν τους υπερβολικά παχείς νεοσσούς, λιώνοντας το λίπος τους για να παράγουν ένα πεντακάθαρο, άοσμο λάδι μαγειρέματος και φωτισμού που διατηρούνταν για πάνω από ένα έτος.
Μορφολογικά και Ανατομικά Χαρακτηριστικά
Η Στεατόρνις μοιάζει εξωτερικά με ένα γιγαντιαίο γιδοβύζι (Caprimulgidae) ή ένα παράξενο γεράκι, αλλά διαθέτει μοναδικά ανατομικά στοιχεία.Διαστάσεις: Είναι μεγάλο πτηνό. Το μήκος του σώματός του φτάνει τα 41-48 εκατοστά, το άνοιγμα των φτερών του κυμαίνεται από 91-100 εκατοστά και το βάρος του κυμαίνεται από 350 έως 485 γραμμάρια (αν και οι νεοσσοί μπορούν να ξεπεράσουν τα 600-700 γραμμάρια).
Το Φτέρωμα: Έχει ένα όμορφο, βαθύ κοκκινωπό-καφέ (κεραμιδί) χρώμα με μεγάλες, καθαρές λευκές κηλίδες σε σχήμα διαμαντιού στα καλυπτήρια των φτερών και στο κεφάλι.
Το Ράμφος: Πολύ ισχυρό, γαμψό και πλατύ, που θυμίζει ράμφος αρπακτικού. Στη βάση του φέρει εξαιρετικά μακριές, σκληρές αισθητήριες τρίχες (rictal bristles / ψηκτρίδες) που το βοηθούν να προσανατολίζεται και να αισθάνεται τα κλαδιά στο σκοτάδι.
Τα Μάτια: Μεγάλα και προσαρμοσμένα στο ημίφως. Έχουν την ιδιότητα να αντανακλούν το φως με ένα έντονο κόκκινο χρώμα (όπως των αιλουροειδών), λόγω μιας ειδικής ανακλαστικής μεμβράνης (tapetum lucidum) πίσω από τον αμφιβληστροειδή.
Τα Πόδια: Εξαιρετικά κοντά, αδύναμα και τοποθετημένα πολύ πίσω στο σώμα. Η Στεατόρνις δεν μπορεί να περπατήσει στο έδαφος· τα πόδια της χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για να γαντζώνεται κατακόρυφα στα βράχια και στις εσοχές των σπηλαίων.
Ηχοεντοπισμός: Η Ζωή στο Απόλυτο Σκοτάδι
Η Στεατόρνις, μαζί με ορισμένα είδη σπηλαιόβιων Swiftlets (γένος Aerodramus) της Ασίας, είναι τα μοναδικά πουλιά στον κόσμο που χρησιμοποιούν ηχοεντοπισμό (echolocation) για να πλοηγούνται στο απόλυτο σκοτάδι των σπηλαίων.Ο Μηχανισμός: Παράγει μια σειρά από εξαιρετικά γρήγορα, μεταλλικά "κλικ" (clicks) με τη σύριγγά της.
Η Διαφορά από τις Νυχτερίδες: Αντίθετα με τις νυχτερίδες, οι οποίες εκπέμπουν υπέρηχους (μη ακουστούς στον άνθρωπο), τα κλικ της Στεατόρνιθας γίνονται σε συχνότητες απόλυτα ακουστές στο ανθρώπινο αυτί (κυρίως μεταξύ 1 και 8 kHz, με μέγιστη ευαισθησία γύρω στα 2 kHz).
Ο Θόρυβος των Σπηλαίων: Όταν χιλιάδες πουλιά πετούν ταυτόχρονα μέσα σε ένα σπήλαιο εκπέμποντας αυτά τα κλικ, παράγεται ένας εκκωφαντικός, ανατριχιαστικός θόρυβος που θυμίζει ουρλιαχτά, εξαιτίας του οποίου οι ντόπιοι τα αποκαλούσαν «πουλιά των φαντασμάτων». Στο Ύπαιθρο: Μόλις βγει από το σπήλαιο στο δάσος, η Στεατόρνις σταματά να χρησιμοποιεί τον ηχοεντοπισμό και βασίζεται στην εξαιρετική νυχτερινή της όραση και την όσφρησή της για να βρει τροφή.
Διατροφή: Ο Νυκτερινός «Κηπουρός» των Τροπικών
Η Στεατόρνις παρουσιάζει μια μοναδική οικολογική εξειδίκευση:Strict Frugivore (Αποκλειστικά Φρουτοφάγο): Είναι το μόνο νυχτόβιο πουλί που τρέφεται αποκλειστικά με φρούτα.
Η Λατρεία του Ελαίου: Προτιμά σχεδόν αποκλειστικά τους πολύ ελαιώδεις και πλούσιους σε λίπη καρπούς των τροπικών δέντρων των οικογενειών Lauraceae (άγρια αβοκάντο), Burseraceae (λιβανόδεντρα) και Arecaceae (τροπικοί φοίνικες).
Οικολογικός Ρόλος: Πετάει έως και 120 χιλιόμετρα σε μία μόνο νύχτα για να βρει ώριμους καρπούς. Καταπίνει τα φρούτα ολόκληρα, χωνεύει μόνο τη λιπαρή σάρκα στο στομάχι της και στη συνέχεια, επιστρέφοντας στο σπήλαιο, κάνει εμετό τους σπόρους άθικτους (regurgitation). Με αυτόν τον τρόπο, εκατομμύρια σπόροι μεταφέρονται και διασπείρονται στα τροπικά δάση, καθιστώντας το πουλί έναν από τους σημαντικότερους «κηπουρούς» του οικοσυστήματος.
Αναπαραγωγή και η «Παχυσαρκία» των Νεοσσών
Η Φωλιά: Φωλιάζουν σε μεγάλες, θορυβώδεις κοινωνικές αποικίες βαθιά στα σπήλαια. Η φωλιά είναι ένας λασπώδης κύλινδρος, χτισμένος πάνω σε στενά βράχια, φτιαγμένος από μισοχωνεμένους καρπούς, σάλιο και περιττώματα.Η Αναπαραγωγική Διαδικασία: Γεννούν 2-4 λευκά αυγά. Η επώαση διαρκεί περίπου 32-35 ημέρες και γίνεται και από τους δύο γονείς.
Το Φαινόμενο των Παχέων Νεοσσών: Λόγω της αποκλειστικής διατροφής τους με εξαιρετικά λιπαρούς καρπούς, οι νεοσσοί αναπτύσσουν ένα τεράστιο στρώμα λίπους.
Σε ηλικία περίπου 70 ημερών, ένας νεοσσός μπορεί να ζυγίζει έως και 1.5 φορά περισσότερο από έναν ενήλικα (περίπου 600-700 γραμμάρια)!
Ο ρυθμός ανάπτυξής τους είναι εξαιρετικά αργός. Παραμένουν στη φωλιά για το απίστευτο διάστημα των 110 έως 120 ημερών (σχεδόν 4 μήνες), μέχρι να χάσουν το περιττό βάρος, να αναπτυχθούν τα φτερά τους και να μπορέσουν να πετάξουν.
Κατάσταση Διατήρησης και Απειλές
Η Στεατόρνις ταξινομείται ως είδος Ελάχιστης Ανησυχίας (LC) στην Κόκκινη Λίστα της IUCN, χάρη στην ευρεία εξάπλωσή της κατά μήκος της οροσειράς των Άνδεων. Ωστόσο, οι επιμέρους τοπικοί πληθυσμοί αντιμετωπίζουν σοβαρές απειλές:Καταστροφή των Σπηλαίων: Η τουριστική όχληση χωρίς κανόνες στα σπήλαια φωλεοποίησης μπορεί να τρομάξει τα πουλιά και να οδηγήσει σε εγκατάλειψη των φωλιών.
Αποδάσωση: Η υλοτομία και η καταστροφή των τροπικών δασών γύρω από τα σπήλαια μειώνει δραματικά τη διαθεσιμότητα των δέντρων (όπως τα Lauraceae) από τα οποία εξαρτώνται αποκλειστικά για την εύρεση τροφής.
Λαθροθηρία: Παρόλο που η παραδοσιακή συγκομιδή για λάδι έχει μειωθεί σημαντικά, σε ορισμένες απομονωμένες περιοχές οι νεοσσοί εξακολουθούν να θανατώνονται για τροφή ή για το λίπος τους.
Μέτρα Προστασίας: Η ίδρυση Εθνικών Δρυμών γύρω από τα σημαντικότερα σπήλαια (όπως το Εθνικό Πάρκο El Guácharo στη Βενεζουέλα) και η απαγόρευση εισόδου κατά την κρίσιμη περίοδο αναπαραγωγής αποτελούν τα πιο αποτελεσματικά μέτρα προστασίας.
Αποδόμορφα (Apodiformes) | Αιγοθηλόμορφα