Θρησκιόρνιθα Αιθιοπική (Threskiornis aethiopicus)
Η Θρησκιόρνιθα Αιθιοπική είναι ένα είδος της οικογένειας των θρησκιόρνιθων ανήκει στις χουλιαρομύτες (Threskiornithidae) και ζει στην Αφρική. Η Threskiornis aethiopicus έχει μήκος σώματος 65 με 75 εκατοστά και έχει άνοιγμα φτερών 112-124 cm. Έχει ένα κατά κανόνα λευκό φτέρωμα εκτός από μερικά μαύρα φτερά στις φτερούγες. Το κεφάλι είναι μαύρο. Και τα δύο φύλα έχουν το ίδιο
χρώμα φτερώματος, τα αρσενικά είναι ελαφρώς μεγαλύτερα από τα θηλυκά. Ζουν συνήθως κοντά σε ύδατα. Το είδος έχει πλέον εκλείψει από την Αίγυπτο, χώρα που κάποτε λατρεύτηκε σαν ιερό πουλί. Ο συνολικός πληθυσμός του υπολογίζεται από την IUCN από 200000 έως 450000 πουλιά. Το είδος έχει χαρακτηριστεί «περιορισμένης ανησυχίας».
Κατηγορία: Υδρόβια & Παρυδάτια | Πελαργόμορφα | Θρησκειορνιθίδαι
Αναπαραγωγή: Η Threskiornis aethiopicus ζεί σε αποικίες. Η φωλιά βρίσκεται στο έδαφος, ανάμεσα σε πυκνά αλσύλλια πάπυρου, σε θάμνους ή δέντρα. Η περίοδος αναπαραγωγής του ποικίλλει ανάλογα με τις τοπικές κλιματικές συνθήκες. Γεννάει από 2 έως 4 αυγά. Η επώαση διαρκεί περίπου 21 ημέρες. Οι νεοσσοί μετά από πέντε έως έξι εβδομάδες εγκαταλείπουν τη φωλιά.
Διάφορα: Πετούν κυρίως σε γραμμή ή σε σφηνοειδή σχηματισμό.
Στην αρχαία Αίγυπτο λατρευόταν ώς η ενσάρκωση του θεού Θώθ και έχουν βρεθεί αρκετές καλά διατηρημένες μούμιες του, από κεί προέρχεται και το επιστημονικό του όνομα.
Συχνά απεικονίζεται σε έργα τέχνης.
Κατανομή: Η Threskiornis aethiopicus ζεί στην Αφρική νότια της Σαχάρας.
Κοντινότεροι συγγενείς του είναι η
Threskiornis molucca και Threskiornis melanocephalus
Το γένος Threskiornis περιλαμβάνει μερικά από τα πιο γνωστά είδη ίβιδας παγκοσμίως, με πιο διάσημο εκπρόσωπο την Ιερή Ίβιδα της Αφρικής (Threskiornis aethiopicus). Δύο στενά συγγενικά είδη που ανήκουν στο ίδιο υπερείδος (superspecies complex) είναι η Αυστραλιανή Λευκή Ίβιδα (Threskiornis molucca) και η Μαυροκέφαλη Ίβιδα (Threskiornis melanocephalus).Παρόλο που μοιράζονται κοινά ανατομικά χαρακτηριστικά, η εξέλιξή τους, οι βιότοποί τους και η σχέση τους με τον άνθρωπο παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και μεγάλες αντιθέσεις.
Καθεστώς Προστασίας και Προκλήσεις
Η αντίθεση στο καθεστώς προστασίας των δύο ειδών αναδεικνύει το πώς η προσαρμοστικότητα επηρεάζει την επιβίωση:Η περίπτωση της T. molucca: Αν και οι φυσικοί της πληθυσμοί στους εσωτερικούς υγροτόπους της Αυστραλίας έχουν υποστεί δραματική μείωση λόγω των κλιματικών αλλαγών και της διαχείρισης των υδάτων, η μετακίνησή της στις πόλεις έχει εξασφαλίσει την επιβίωση του είδους. Μάλιστα, σε ορισμένες αστικές περιοχές θεωρείται πλέον "παράσιτο" λόγω της ρύπανσης και της όχλησης που προκαλεί στα πάρκα.
Η περίπτωση της T. melanocephalus: Το ασιατικό είδος χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (Near Threatened) από την IUCN, με τους πληθυσμούς του να παρουσιάζουν φθίνουσα πορεία. Η εξάρτησή του από τους υγροτόπους το καθιστά ευάλωτο στην αποξήρανση των ελών για γεωργική εκμετάλλευση, στη χρήση φυτοφαρμάκων στους ορυζώνες και στη γενικότερη υποβάθμιση του περιβάλλοντος στη ραγδαία αναπτυσσόμενη Ασία.
1. Αυστραλιανή Λευκή Ίβιδα (Australian White Ibis)
Η Αυστραλιανή Λευκή Ίβιδα (Australian White Ibis) είναι ένα απόλυτα προσαρμοστικό πουλί, ιθαγενές της Αυστραλίας, το οποίο τις τελευταίες δεκαετίες έχει γίνει πολιτισμικό σύμβολο στη χώρα, κυρίως λόγω της έντονης παρουσίας του στις μεγαλουπόλεις.Μορφολογικά Χαρακτηριστικά
Μέγεθος: Έχει μήκος σώματος 65-75 εκατοστά και άνοιγμα πτερύγων περίπου 110-125 εκατοστά. Το βάρος του κυμαίνεται από 1,4 έως 2,5 κιλά, με τα αρσενικά να είναι ελαφρώς μεγαλύτερα από τα θηλυκά.Εμφάνιση: Το φτέρωμα του σώματος είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου λευκό. Το κεφάλι και ο λαιμός είναι τελείως γυμνά (χωρίς φτερά) και έχουν έντονο μαύρο χρώμα.
Ράμφος: Διαθέτει το χαρακτηριστικό μακρύ, κυρτό προς τα κάτω ράμφος των ιβίδων, το οποίο είναι μαύρο και ξεπερνά τα 16 εκατοστά στα αρσενικά.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: Κατά την περίοδο της αναπαραγωγής, ένα μικρό κομμάτι γυμνού δέρματος κάτω από τις φτερούγες αλλάζει χρώμα από απαλό ροζ σε έντονο κόκκινο (άλικο). Επίσης, στη βάση του λαιμού αναπτύσσεται ένας διακοσμητικός θύσανος από κρεμ φτερά.
Βιότοπος, Εξάπλωση
Φυσική Εξάπλωση: Απαντάται στην Αυστραλία, τη Νέα Γουινέα, τις Μολούκες νήσους (από όπου πήρε και το επιστημονικό όνομα $molucca$) και περιστασιακά στα νησιά του Σολομώντα. Φυσικό Ενδιαίτημα: Υγρότοποι, βάλτοι, λιμνοθάλασσες και πλημμυρισμένες πεδιάδες.Αστική Προσαρμογή: Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, λόγω της έντονης ξηρασίας στους φυσικούς της βιοτόπους στο εσωτερικό της Αυστραλίας, η ίβιδα μετακινήθηκε μαζικά προς τις παράκτιες πόλεις (Σίδνεϊ, Μελβούρνη, Μπρίσμπαν, Περθ). Εκεί προσαρμόστηκε εκπληκτικά, αναζητώντας τροφή σε σκουπιδοντενεκέδες και χωματερές. Αυτό της χάρισε τα χιουμοριστικά αυστραλιανά παρατσούκλια "bin chicken" (κότα των σκουπιδιών) και "tip turkey" (γαλοπούλα της χωματερής).
Διατροφή και Αναπαραγωγή
Διατροφή: Στη φύση τρέφεται με υδρόβια και επίγεια ασπόνδυλα, όπως καραβίδες και μύδια, τα οποία εντοπίζει σκάβοντας με το ράμφος της. Στις πόλεις καταναλώνει οποιοδήποτε ανθρώπινο υπόλειμμα τροφής.Αναπαραγωγή: Φωλιάζει σε μεγάλες αποικίες, συχνά μαζί με άλλα υδρόβια πουλιά. Η φωλιά είναι μια ρηχή πλατφόρμα από κλαδιά και καλάμια πάνω σε δέντρα ή θάμνους κοντά στο νερό. Γεννά 2-3 αυγά, τα οποία επωάζονται για 21-23 ημέρες.
2. Μαυροκέφαλη Ίβιδα (Threskiornis melanocephalus)
Η Μαυροκέφαλη Ίβιδα (Black-headed Ibis), γνωστή και ως Ανατολική ή Ινδική Λευκή Ίβιδα, είναι ο Ασιατικός εκπρόσωπος του γένους. Σε αντίθεση με την αυστραλιανή της "ξαδέρφη", παραμένει στενά συνδεδεμένη με τα φυσικά υγροτοπικά συστήματα και αντιμετωπίζει σημαντικές πιέσεις για την επιβίωσή της.Μορφολογικά Χαρακτηριστικά
Μέγεθος: Παρόμοιο με της T. molucca, με μήκος σώματος 65-76 εκατοστά.Εμφάνιση: Διαθέτει κατάλευκο φτέρωμα σώματος και γυμνό, μαύρο κεφάλι και λαιμό. Ωστόσο, διαφέρει από τα άλλα είδη του γένους επειδή τα διακοσμητικά φτερά στο πίσω μέρος της πλάτης της (στην ουρά) κατά την αναπαραγωγική περίοδο δεν είναι μαύρα, αλλά έχουν ένα απαλό γκρι χρώμα.
Αναπαραγωγικές Αλλαγές: Κατά την αναπαραγωγή, το γυμνό δέρμα κάτω από τις φτερούγες γίνεται κατακόκκινο, ενώ ορισμένα άτομα αναπτύσσουν μια ελαφριά γαλαζωπή ή κοκκινωπή απόχρωση στο πίσω μέρος του λαιμού και μια κιτρινωπή χροιά στο στήθος.
Φωνή: Όπως και τα υπόλοιπα μέλη του γένους, δεν διαθέτει πραγματικό φωνητικό όργανο και είναι σχεδόν βουβή, εκτός από ορισμένους λαρυγγικούς ήχους (γρυλίσματα) που παράγει στη φωλιά.
Γεωγραφική Εξάπλωση και Ενδιαίτημα
Περιοχές: Απαντάται στη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία, από την Ινδία, το Νεπάλ και τη Σρι Λάνκα έως την Κίνα, την Ιαπωνία, την Καμπότζη και την Ινδονησία.Ενδιαίτημα: Ρηχά έλη, λίμνες, ποτάμια, αλυκές, αλλά και ανθρωπογενή περιβάλλοντα όπως ορυζώνες και κανάλια άρδευσης. Δεν έχει αναπτύξει την έντονη "αστική" συμπεριφορά αναζήτησης τροφής σε σκουπίδια που χαρακτηρίζει το αυστραλιανό είδος.
Συμπεριφορά και Αναπαραγωγή
Διατροφή: Τρέφεται με μικρά ψάρια, βατράχους, μαλάκια, έντομα και καρκινοειδή. Αναζητά την τροφή της σαρώνοντας το λασπώδη βυθό με το ευαίσθητο κυρτό της ράμφος.Αναπαραγωγή: Η αναπαραγωγική της περίοδος συνδέεται άμεσα με την εποχή των μουσώνων (συνήθως Ιούνιο με Οκτώβριο). Φωλιάζει σε αποικίες πάνω σε δέντρα ή μεγάλους καλαμιώνες, κατασκευάζοντας μια πλατφόρμα από κλαδιά. Γεννά 2-4 αυγά, με την επώαση να διαρκεί 25-30 ημέρες.