Στεπογέρακο ή Κυνηγογέρακας (Falco cherrug) 
Το Στεπογέρακο ή Κυνηγογέρακας (Falco cherrug - Saker Falcon) είναι ένα από τα μεγαλύτερα, ισχυρότερα και πιο εντυπωσιακά γεράκια του κόσμου. Αποτελεί εμβληματικό είδος των ανοιχτών εκτάσεων και των στεπών της Ευρασίας, ενώ είναι στενά συνδεδεμένο με την παραδοσιακή ιερακοθηρία (κυνήγι με γεράκια) στις χώρες της Μέσης Ανατολής λόγω της δύναμης και της
εξαιρετικής του ταχύτητας.
Το Στεπογέρακο έχει παρατηρηθεί και φωτογραφηθεί στο παρελθόν στην Ελλάδα. Πρόκειται για είδος που έχει παρατηρηθεί ελάχιστες φορές στην Ελλάδα. Δεν φαίνεται ότι αποτελεί τακτικό επισκέπτη, αλλά λόγω του ότι δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό, και του ότι δεν βρίσκονται συχνά έμπειροι στην αναγνώριση αυτού του είδους ορνιθολόγοι, είναι εντελώς άγνωστη η συχνότητα παρουσίας του. Το Στεπογέρακο προτιμά τα ανοιχτά μέρη και τους μεγάλους υγροτόπους, ζητώντας καταφύγιο στις ερημιές από λαθροκυνηγούς που συχνά βάζουν αυτό το σπάνιο γεράκι στο στόχαστρο. Δεινός κυνηγός, λέγεται επάξια και κυνηγογέρακας.
Το Στεπογέρακο έχει μέγεθος που πλησιάζει αυτό του Ερημοπετρίτη (Falco peregrinus), αλλά διαφέρει σημαντικά στη σιλουέτα και τους χρωματισμούς:
Μέγεθος & Δομή: Μεγάλο γεράκι (μήκος 47–55 εκ., άνοιγμα φτερών έως 130 εκ.). Οι φτερούγες του είναι πιο πλατιές στη βάση τους και η ουρά του μακρύτερη σε σχέση με το Σαχίνι, δίνοντάς του μια πιο βαριά αλλά εξαιρετικά αεροδυναμική σιλουέτα. Φτέρωμα: Κυριαρχούν οι γήινοι, καφετιοί τόνοι. Η ράχη του είναι ομοιόμορφα καφέ, ενώ το στήθος και η κοιλιά του είναι ανοιχτόχρωμα (υπόλευκα/μπεζ) με έντονες καφέ ραβδώσεις και κηλίδες.
Κεφάλι: Το κεφάλι του είναι ανοιχτόχρωμο (συχνά σχεδόν λευκωπό με λεπτές γραμμώσεις), γεγονός που κάνει τα μεγάλα σκούρα μάτια του να ξεχωρίζουν. Το χαρακτηριστικό "μουστάκι" των γερακών κάτω από το μάτι είναι πολύ λεπτό, αμυδρό και μερικές φορές δυσδιάκριτο.
Γυμνά Μέρη: Το κίτρινο χρώμα στο κήρωμα (τη βάση του ράμφους) και στα δυνατά του πόδια είναι έντονο στα ενήλικα πουλιά, ενώ στα νεαρά έχει μια πιο γαλαζωπή/γκρίζα απόχρωση.
Κύρια Λεία: Τρέφεται κυρίως με μεσαίου μεγέθους τρωκτικά του εδάφους (όπως οι σούσλικοι / ground squirrels), αλλά και με πουλιά (περιστέρια, πέρδικες, καρακάξες), τα οποία μπορεί να καταδιώξει με πεισματική εμμονή οριζόντια, εκμεταλλευόμενο την εκρηκτική του ταχύτητα.
Αναπαραγωγή: Στο παρελθόν φώλιαζε σε πολύ μικρούς αριθμούς στη Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα (κυρίως σε ανοιχτές ημιερημικές ή αγροτικές εκτάσεις με διάσπαρτους βράχους ή μεγάλα δέντρα, όπου χρησιμοποιεί παλιές φωλιές κορακοειδών). Σήμερα, οι καταγραφές αναπαραγωγής είναι ελάχιστες έως μηδενικές.
Μετανάστευση & Διαχείμαση: Εμφανίζεται κυρίως ως σπάνιος παρατηρητής κατά τη φθινοπωρινή και ανοιξιάτικη μετανάστευση, ή ως χειμερινός επισκέπτης σε μεγάλους ανοιχτούς κάμπους και υγροτόπους της Μακεδονίας και της Θράκης (π.χ. Δέλτα Έβρου).
Απειλές
Το είδος αντιμετωπίζει σοβαρότατο κίνδυνο παγκοσμίως (χαρακτηρισμένο ως Κινδυνεύον - EN στην κόκκινη λίστα της IUCN). Η μεγαλύτερη πληγή για το είδος είναι η παράνομη παγίδευση νεαρών πουλιών από τη φύση με σκοπό τη λαθραία εξαγωγή τους στις χώρες του Κόλπου για τις ανάγκες της ιερακοθηρίας, σε συνδυασμό με την απώλεια των βιοτόπων του (εντατικοποίηση της γεωργίας) και τις δηλητηριάσεις.
Οικότοπος: Είναι αρπακτικό των ανοιχτών εκτάσεων της Ευρασίας. Προτιμάει κυρίως στέπες, μισοδασωμένες πεδιάδες, χαμηλούς λόφους και, πιο σπάνια, ψηλά οροπέδια. Το χειμώνα συχνάζει κυρίως σε υγρότοπους.
Βιολογία: Δείχνει φανερή προτίμηση στα τρωκτικά και ιδιαίτερα στους Σπερμόφιλους (C. citellus).
Φωλιάζει σε δένδρα ή σε βράχους, συνήθως δε καταλαμβάνει τη φωλιά κάποιου κορακοειδούς. Αρχές του Απρίλη γεννάει 4-5 αυγά πού τα κλωσάει μόνο το θηλυκό για 28-30 ήμερες. Όταν υπάρχει αρκετή τροφή επιζούν όλα τα μικρά, πού κάνουν το πρώτο τους πέταγμα στην ηλικία των 40-45 ήμερων.
Υποείδη: Ι. Falco cherrug cherrug ( Gray)

Το Στεπογέρακο ή Κυνηγογέρακας (Falco cherrug - Saker Falcon) είναι ένα από τα μεγαλύτερα, ισχυρότερα και πιο εντυπωσιακά γεράκια του κόσμου. Αποτελεί εμβληματικό είδος των ανοιχτών εκτάσεων και των στεπών της Ευρασίας, ενώ είναι στενά συνδεδεμένο με την παραδοσιακή ιερακοθηρία (κυνήγι με γεράκια) στις χώρες της Μέσης Ανατολής λόγω της δύναμης και της
Ιερακίδες
Γεράκια
Κιρκινέζι
Βραχοκιρκίνεζο
Μαυροκιρκίνεζο
Νανογέρακο
Δεντρογέρακο
Μαυροπετρίτης
Ερημογέρακο
Χρυσογέρακο
Στεπογέρακο
Πετρίτης
Ερημοπετρίτης
Ασπρογέρακας
Καρακάρα
Μικράστουρ
Ιερακόμορφα | Ιερακίδες | Γεράκια
Κύρια Μορφολογικά Χαρακτηριστικά
Είναι το μεγαλύτερο γνήσιο γεράκι της χώρας μας και μόνο με τον Χρυσογέρακα μπερδεύεται. Είναι πάντως πιο βαρύ τόσο στο πέταγμα όσο και όταν κυνηγάει, γι" αυτό άλλωστε και προτιμάει πιο αργοκίνητη λεία από τα αλλά γεράκια. Περνάει πολλές ώρες καθισμένος στο χώμα και συχνά πετάει χαμηλά πάνω από το έδαφος. Χρησιμοποιείται πολύ από τους Μουσουλμάνους Ιερακοθήρες και κυρίως για το κυνήγι των αγριόγαλων.Το Στεπογέρακο έχει μέγεθος που πλησιάζει αυτό του Ερημοπετρίτη (Falco peregrinus), αλλά διαφέρει σημαντικά στη σιλουέτα και τους χρωματισμούς:
Μέγεθος & Δομή: Μεγάλο γεράκι (μήκος 47–55 εκ., άνοιγμα φτερών έως 130 εκ.). Οι φτερούγες του είναι πιο πλατιές στη βάση τους και η ουρά του μακρύτερη σε σχέση με το Σαχίνι, δίνοντάς του μια πιο βαριά αλλά εξαιρετικά αεροδυναμική σιλουέτα. Φτέρωμα: Κυριαρχούν οι γήινοι, καφετιοί τόνοι. Η ράχη του είναι ομοιόμορφα καφέ, ενώ το στήθος και η κοιλιά του είναι ανοιχτόχρωμα (υπόλευκα/μπεζ) με έντονες καφέ ραβδώσεις και κηλίδες.
Κεφάλι: Το κεφάλι του είναι ανοιχτόχρωμο (συχνά σχεδόν λευκωπό με λεπτές γραμμώσεις), γεγονός που κάνει τα μεγάλα σκούρα μάτια του να ξεχωρίζουν. Το χαρακτηριστικό "μουστάκι" των γερακών κάτω από το μάτι είναι πολύ λεπτό, αμυδρό και μερικές φορές δυσδιάκριτο.
Γυμνά Μέρη: Το κίτρινο χρώμα στο κήρωμα (τη βάση του ράμφους) και στα δυνατά του πόδια είναι έντονο στα ενήλικα πουλιά, ενώ στα νεαρά έχει μια πιο γαλαζωπή/γκρίζα απόχρωση.
Συμπεριφορά & Διατροφή
Είναι ένας εξαιρετικά επιθετικός και δυνατός κυνηγός. Σε αντίθεση με τον Χρυσογέρακα που κυνηγάει σχεδόν αποκλειστικά στον αέρα, το Στεπογέρακο ειδικεύεται στο να κυνηγάει χαμηλά πάνω από το έδαφος (low-level pursuits), πραγματοποιώντας απότομες εφορμήσεις.Κύρια Λεία: Τρέφεται κυρίως με μεσαίου μεγέθους τρωκτικά του εδάφους (όπως οι σούσλικοι / ground squirrels), αλλά και με πουλιά (περιστέρια, πέρδικες, καρακάξες), τα οποία μπορεί να καταδιώξει με πεισματική εμμονή οριζόντια, εκμεταλλευόμενο την εκρηκτική του ταχύτητα.
Καθεστώς στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα το Στεπογέρακο είναι εξαιρετικά σπάνιο και θεωρείται Κρισίμως Κινδυνεύον (CR) είδος.Αναπαραγωγή: Στο παρελθόν φώλιαζε σε πολύ μικρούς αριθμούς στη Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα (κυρίως σε ανοιχτές ημιερημικές ή αγροτικές εκτάσεις με διάσπαρτους βράχους ή μεγάλα δέντρα, όπου χρησιμοποιεί παλιές φωλιές κορακοειδών). Σήμερα, οι καταγραφές αναπαραγωγής είναι ελάχιστες έως μηδενικές.
Μετανάστευση & Διαχείμαση: Εμφανίζεται κυρίως ως σπάνιος παρατηρητής κατά τη φθινοπωρινή και ανοιξιάτικη μετανάστευση, ή ως χειμερινός επισκέπτης σε μεγάλους ανοιχτούς κάμπους και υγροτόπους της Μακεδονίας και της Θράκης (π.χ. Δέλτα Έβρου).
Απειλές
Το είδος αντιμετωπίζει σοβαρότατο κίνδυνο παγκοσμίως (χαρακτηρισμένο ως Κινδυνεύον - EN στην κόκκινη λίστα της IUCN). Η μεγαλύτερη πληγή για το είδος είναι η παράνομη παγίδευση νεαρών πουλιών από τη φύση με σκοπό τη λαθραία εξαγωγή τους στις χώρες του Κόλπου για τις ανάγκες της ιερακοθηρίας, σε συνδυασμό με την απώλεια των βιοτόπων του (εντατικοποίηση της γεωργίας) και τις δηλητηριάσεις.
Οικότοπος: Είναι αρπακτικό των ανοιχτών εκτάσεων της Ευρασίας. Προτιμάει κυρίως στέπες, μισοδασωμένες πεδιάδες, χαμηλούς λόφους και, πιο σπάνια, ψηλά οροπέδια. Το χειμώνα συχνάζει κυρίως σε υγρότοπους.
Βιολογία: Δείχνει φανερή προτίμηση στα τρωκτικά και ιδιαίτερα στους Σπερμόφιλους (C. citellus).
Φωλιάζει σε δένδρα ή σε βράχους, συνήθως δε καταλαμβάνει τη φωλιά κάποιου κορακοειδούς. Αρχές του Απρίλη γεννάει 4-5 αυγά πού τα κλωσάει μόνο το θηλυκό για 28-30 ήμερες. Όταν υπάρχει αρκετή τροφή επιζούν όλα τα μικρά, πού κάνουν το πρώτο τους πέταγμα στην ηλικία των 40-45 ήμερων.
Υποείδη: Ι. Falco cherrug cherrug ( Gray)