Γκιώνης

Γκιώνης ή Σκωψ ο κοινός (Otus Scops)
Ο Γκιώνης (επιστημονική ονομασία: Otus scops) είναι η μικρότερη και πιο κοινή κουκουβάγια της Ελλάδας και της νότιας Ευρώπης. Είναι στενά συνδεδεμένος με το ελληνικό καλοκαίρι, καθώς το χαρακτηριστικό, μονότονο σφύριγμά του αντηχεί σχεδόν σε κάθε γωνιά της υπαίθρου αλλά και σε αστικά πάρκα κατά τη διάρκεια των θερμών μηνών. Το μήκος του φτάνει περίπου τα 20 εκκατοστά και έχει φτέρωμα καστανοκόκκινο με στίγματα και γκριζοκαφέ γραμμώσεις. Τα μάτια του βρίσκονται στο μπροστινό μέρος της κεφαλής, ενώ στις πλευρές υπάρχουν δύο μικρά λοφία, όπως στους μπούφους τα οποία ανασηκώνει σε περιπτώσεις φόβου, θυμού και όταν εξάπτεται. Είναι νυκτόβιο είδος και σπάνια θα τον δούμε στο φως της ημέρας.
Τρέφεται με έντομα και ποντίκια. Κατασκευάζει τη φωλιά του στις σχισμές των κορμών ή χρησιμοποιεί φωλιές που έχουν εγκαταλείψει άλλα πουλιά.
Μορφολογία
Ο Γκιώνης είναι ένα εξαιρετικά μικρόσωμο αρπακτικό, ελάχιστα μεγαλύτερο από ένα κοτσύφι, με κορυφαίες ικανότητες καμουφλάζ:
Χρωματισμός: Το πτέρωμά του έχει το χρώμα του φλοιού των δέντρων, με έναν πολύπλοκο συνδυασμό από γκρίζες, καφέ και σταχτιές αποχρώσεις, γεμάτο λεπτές ραβδώσεις και κηλίδες. Αυτό του επιτρέπει να γίνεται κυριολεκτικά «αόρατος» όταν ακουμπά σε έναν κορμό δέντρου.
Κεφάλι: Διαθέτει δύο μικρές τούφες φτερών στο κεφάλι (σαν «αυτιά»), τις οποίες ανασηκώνει όταν ανησυχεί ή όταν προσπαθεί να καμουφλαριστεί, αλλάζοντας το σχήμα του σώματός του για να μοιάζει με σπασμένο κλαδί. Τα μάτια του είναι μεγάλα και έχουν έντονο κίτρινο χρώμα.
Μέγεθος: Το μήκος σώματος κυμαίνεται από 19 έως 21 εκατοστά, ενώ το άνοιγμα των φτερών του φτάνει τα 47 έως 54 εκατοστά. Το βάρος του είναι εξαιρετικά μικρό, μόλις 60 με 135 γραμμάρια.
Εξάπλωση και Βιότοπος
Σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα νυχτόβια αρπακτικά της Ευρώπης, ο Γκιώνης είναι κατεξοχήν μεταναστευτικό είδος:
Μετανάστευση: Φτάνει στην Ευρώπη και την Ελλάδα την άνοιξη (Μάρτιο - Απρίλιο) για να αναπαραχθεί και αναχωρεί το φθινόπωρο (Σεπτέμβριο - Οκτώβριο) για να ξεχειμωνιάσει στη ζώνη της Σαχάρας στην Αφρική. Ορισμένα άτομα στη νότια Ελλάδα ενδέχεται να παραμείνουν και τον χειμώνα.
Βιότοπος: Προτιμά ανοιχτά δάση φυλλοβόλων, ελαιώνες, αγροτικές περιοχές με φυσικούς φράκτες, παλιά κτήματα, νεκροταφεία, αλλά και αστικά πάρκα, αυλές σπιτιών ή δεντροστοιχίες μέσα στις πόλεις, αρκεί να υπάρχουν ώριμα δέντρα με κοιλότητες.
Διατροφή και Συμπεριφορά
Διατροφή: Είναι κυρίως εντομοφάγο πουλί. Τρέφεται με μεγάλα έντομα (ακρίδες, τζιτζίκια, σκαθάρια, πεταλούδες), νυχτοπεταλούδες, αράχνες και γεωσκώληκες. Σπανιότερα μπορεί να κυνηγήσει μικρά τρωκτικά, ερπετά ή μικρά πουλιά.
Κυνήγι: Κυνηγά κυρίως στήνοντας ενέδρες από κάποιο κλαδί, από όπου εφορμά για να πιάσει τη λεία του στο έδαφος ή ακόμα και στον αέρα.
Φωνή: Το τραγούδι του είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ακούσματα της ελληνικής φύσης. Πρόκειται για ένα σύντομο, μελαγχολικό και ρυθμικό σφύριγμα («κιού... κιού...»), το οποίο επαναλαμβάνεται ακούραστα κάθε 2 με 3 δευτερόλεπτα, συχνά για ώρες, από το σούρουπο μέχρι την αυγή.
Αναπαραγωγή
Θέση φωλιάς: Φωλιάζει κυρίως σε φυσικές κοιλότητες δέντρων, σε τρύπες παλιών τοίχων ή κτιρίων, καθώς και σε εγκαταλελειμμένες φωλιές άλλων πουλιών (π.χ. καρακάξας) ή τεχνητές φωλιές.
Αναπαραγωγικός κύκλος: Η θηλυκιά γεννά 3 με 5 λευκά αυγά κατά τα μέσα Μαΐου. Η επώαση διαρκεί περίπου 24 με 25 ημέρες και γίνεται αποκλειστικά από το θηλυκό, το οποίο τροφοδοτείται από το αρσενικό. Οι νεοσσοί εγκαταλείπουν τη φωλιά σε ηλικία 3 έως 4 εβδομάδων, αλλά παραμένουν κοντά στους γονείς τους για αρκετές ημέρες ακόμη.
Κατάσταση Διατήρησης
Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο Γκιώνης κατατάσσεται ως είδος Ελάχιστης Ανησυχίας (Least Concern), ωστόσο οι πληθυσμοί του σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες παρουσιάζουν φθίνουσα πορεία.
Απειλές: Η κύρια απειλή είναι η εκτεταμένη χρήση χημικών παρασιτοκτόνων στη γεωργία, η οποία μειώνει δραματικά τους πληθυσμούς των μεγάλων εντόμων που αποτελούν τη βασική του τροφή. Επίσης, η κοπή των γέρικων δέντρων στερεί από το είδος τις απαραίτητες κοιλότητες για το φώλιασμα.
Προστασία: Η διατήρηση παραδοσιακών καλλιεργειών (όπως οι παλιοί ελαιώνες), ο περιορισμός των εντομοκτόνων και η τοποθέτηση τεχνητών φωλιών αποτελούν σημαντικά μέτρα για τη στήριξη του είδους.
🔸Η επιστημονική ονομασία του Γκιώνη είναι Otus scops (Ώτος ο σκωψ). Η λέξη "ώτος" (από το ους = αφτί), σημαίνει τον "αφτιά" και αναφέρεται στα χαρακτηριστικά αντία του γκιόνη, που μοιάζουν με αφτιά. Ο όρος "σκωψ" ετυμολογείται από το "σκώπτω" και αναφέρεται στο επίμονο και διαπεραστικό βλέμμα του. Η λέξη Γκιώνης είναι ηχομιμιτική και προσομοιάζει το άκουσμα της φωνής του πουλιού. Άλλες κοινές ονομασίες είναι νυχτοπούλι και κλώσσος.
🔸Αναγνωρίζονται έξι υποείδη, τα οποία ωστόσο διαφέρουν ελάχιστα μεταξύ τους. Εκτός από τον κοινό Γκιώνη (O. s. scops) βρίσκουμε στην Κρήτη και στις Κυκλάδες τον σκλώπα ή σκουλούπα (O. s. cycladum), και στην Κύπρο το θούπι (O. s. cyprius).
🔸Στην Ελλάδα είναι συνηθισμένος επισκέπτης την άνοιξη και το καλοκαίρι. Στην Ελλάδα συναντάται συχνότερα στα νησιά του κεντρικού Αιγαίου. Στην Κ. και Ν. Ελλάδα, όπως και στην Κύπρο είναι μόνιμος κάτοικος, ενώ οι μόνες μεσογειακές περιοχές από τις οποίες λείπει είναι η Αίγυπτος και η Λιβύη.
Πηγή πληροφοριών: Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, BirdLife International & IUCN Red List.

Κατηγορία: Γλαυκόμορφα

Ετικέτες: Γλαυκόμορφα

Ευχαριστούμε που διαβάσατε την ανάρτηση Γκιώνης

Back To Top