Αιγωλιός ο πένθιμος, Χαροπούλι (Aegolius funereus) 
Ο Αιγωλιός (γνωστός και ως Ελατόμπουφος ή Χαροπούλι) είναι μια μικρή, νυκτόβια κουκουβάγια των μεγάλων υψομέτρων και των πυκνών κωνοφόρων δασών. Η επιστημονική του ονομασία προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη αιγωλιός (που σήμαινε κακός οιωνός) και τη λατινική λέξη funereus (πένθιμος), γεγονός που εξηγεί και τη λαϊκή του ονομασία «Χαροπούλι» στην ελληνική ύπαιθρο, παρά το γεγονός ότι είναι ένα απολύτως
αβλαβές και ωφέλιμο πτηνό.
Πρόσωπο: Διαθέτει έναν έντονο, σχεδόν κυκλικό, υπόλευκο δίσκο προσώπου με μαύρα όρια. Τα μεγάλα, κίτρινα μάτια του και τα ανασηκωμένα λευκά «φρύδια» του δίνουν μια μόνιμη έκφραση έκπληξης ή κατάπληξης.
Σώμα: Το πάνω μέρος είναι σκούρο καφέ (σοκολατί) με διάσπαρτες λευκές κηλίδες, ενώ το στήθος και η κοιλιά είναι ανοιχτόχρωμα με καφέ κάθετες ραβδώσεις.
Μέγεθος: Παρουσιάζει ελαφρύ φυλετικό διμορφισμό, με το θηλυκό να είναι ελαφρώς μεγαλύτερο. Το μήκος σώματος κυμαίνεται από 21 έως 28 εκατοστά και το άνοιγμα των φτερών φτάνει τα 50 έως 62 εκατοστά. Το βάρος του κυμαίνεται από 90 έως 120 γραμμάρια για τα ♂αρσενικά και 120 έως 210 γραμμάρια για τα ♀θηλυκά.
Παγκόσμια εξάπλωση: Απαντάται στη ζώνη των βόρειων δασών κωνοφόρων (τάιγκα) της Βόρειας Αμερικής και της Ευρασίας, καθώς και σε απομονωμένους ορεινούς όγκους της Νότιας Ευρώπης.
Στην Ελλάδα: Αποτελεί ένα εξαιρετικά σπάνιο και τοπικό είδος. Φωλιάζει αποκλειστικά σε ώριμα, παρθένα δάση κωνοφόρων (όπως ελάτης, ερυθρελάτης και δασικής πεύκης) σε μεγάλα υψόμετρα, κυρίως στη Ροδόπη (έως τα 1600 μέτρα), στον Όλυμπο, στον Παρνασσό και στην Οίτη.
Φωνή: Το τραγούδι του αρσενικού την άνοιξη είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό, μελωδικό σφύριγμα που θυμίζει φλάουτο ή οκαρίνα. Αποτελείται από 7 έως 8 γρήγορες νότες που επαναλαμβάνονται και μπορεί να ακουστεί σε απόσταση έως και 3 χιλιόμετρα μέσα στη σιωπή του δάσους.
Κουρνιάσμα: Κατά τη διάρκεια της ημέρας κάθεται ακίνητος και καλά κρυμμένος σε πυκνά κλαδιά δέντρων, πολύ κοντά στον κορμό, για να αποφεύγει τους εχθρούς του.
Θέση φωλιάς: Δεν κατασκευάζει δική του φωλιά. Βρίσκει καταφύγιο και γεννά αποκλειστικά σε παλιές κουφάλες δέντρων, τις οποίες έχει ανοίξει ο Μαύρος Δρυοκολάπτης (Dryocopus martius), ή σε φυσικές κοιλότητες.
Αναπαραγωγικός κύκλος: Η θηλυκιά γεννά συνήθως 4 με 6 λευκά αυγά στα τέλη Απριλίου. Τα επωάζει μόνη της για περίπου 30 ημέρες, ενώ το αρσενικό αναλαμβάνει αποκλειστικά την τροφοδοσία της. Οι νεοσσοί εγκαταλείπουν τη φωλιά σε ηλικία περίπου 30 με 32 ημερών.
Απειλές: Η εντατική υλοτομία που απομακρύνει τα γέρικα, κοίλα δέντρα (καταστρέφοντας τις θέσεις φωλιάσματος), οι δασικές πυρκαγιές και η κλιματική αλλαγή που συρρικνώνει τα ψυχρά δασικά οικοσυστήματα μεγάλου υψομέτρου.
Προστασία: Προστατεύεται αυστηρά από την ευρωπαϊκή Οδηγία για τα Πτηνά (Παράρτημα Ι) και η διατήρηση των ώριμων δασών με νεκρό ή γέρικο ξύλο είναι κρίσιμη για την επιβίωσή του.

Ο Αιγωλιός (γνωστός και ως Ελατόμπουφος ή Χαροπούλι) είναι μια μικρή, νυκτόβια κουκουβάγια των μεγάλων υψομέτρων και των πυκνών κωνοφόρων δασών. Η επιστημονική του ονομασία προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη αιγωλιός (που σήμαινε κακός οιωνός) και τη λατινική λέξη funereus (πένθιμος), γεγονός που εξηγεί και τη λαϊκή του ονομασία «Χαροπούλι» στην ελληνική ύπαιθρο, παρά το γεγονός ότι είναι ένα απολύτως
Γλαυκόμορφα
Κουκουβάγια
Χουχουριστής
Χιονόγλαυκα
Νανόμπουφος
Βαλτόμπουφος
Ιερακογλαύξ
Αιγωλιός
Μπούφος
Γκιώνης
Τυτώ
Μορφολογία
Πρόκειται για το μεγαλύτερο από τα μικρόσωμα νυκτόβια αρπακτικά της Ευρώπης, με πολύ χαρακτηριστική εμφάνιση:Πρόσωπο: Διαθέτει έναν έντονο, σχεδόν κυκλικό, υπόλευκο δίσκο προσώπου με μαύρα όρια. Τα μεγάλα, κίτρινα μάτια του και τα ανασηκωμένα λευκά «φρύδια» του δίνουν μια μόνιμη έκφραση έκπληξης ή κατάπληξης.
Σώμα: Το πάνω μέρος είναι σκούρο καφέ (σοκολατί) με διάσπαρτες λευκές κηλίδες, ενώ το στήθος και η κοιλιά είναι ανοιχτόχρωμα με καφέ κάθετες ραβδώσεις.
Μέγεθος: Παρουσιάζει ελαφρύ φυλετικό διμορφισμό, με το θηλυκό να είναι ελαφρώς μεγαλύτερο. Το μήκος σώματος κυμαίνεται από 21 έως 28 εκατοστά και το άνοιγμα των φτερών φτάνει τα 50 έως 62 εκατοστά. Το βάρος του κυμαίνεται από 90 έως 120 γραμμάρια για τα ♂αρσενικά και 120 έως 210 γραμμάρια για τα ♀θηλυκά.
Εξάπλωση και Βιότοπος
Ο Αιγωλιός είναι κατεξοχήν δασόβιο είδος των ψυχρών κλιμάτων:Παγκόσμια εξάπλωση: Απαντάται στη ζώνη των βόρειων δασών κωνοφόρων (τάιγκα) της Βόρειας Αμερικής και της Ευρασίας, καθώς και σε απομονωμένους ορεινούς όγκους της Νότιας Ευρώπης.
Στην Ελλάδα: Αποτελεί ένα εξαιρετικά σπάνιο και τοπικό είδος. Φωλιάζει αποκλειστικά σε ώριμα, παρθένα δάση κωνοφόρων (όπως ελάτης, ερυθρελάτης και δασικής πεύκης) σε μεγάλα υψόμετρα, κυρίως στη Ροδόπη (έως τα 1600 μέτρα), στον Όλυμπο, στον Παρνασσό και στην Οίτη.
Διατροφή και Συμπεριφορά
Κυνήγι: Είναι αυστηρά νυκτόβιο αρπακτικό. Τρέφεται κυρίως με μικρά θηλαστικά, όπως δασοποντικούς και μυγαλές, και σε μικρότερο βαθμό με μικρά πουλιά και έντομα.Φωνή: Το τραγούδι του αρσενικού την άνοιξη είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό, μελωδικό σφύριγμα που θυμίζει φλάουτο ή οκαρίνα. Αποτελείται από 7 έως 8 γρήγορες νότες που επαναλαμβάνονται και μπορεί να ακουστεί σε απόσταση έως και 3 χιλιόμετρα μέσα στη σιωπή του δάσους.
Κουρνιάσμα: Κατά τη διάρκεια της ημέρας κάθεται ακίνητος και καλά κρυμμένος σε πυκνά κλαδιά δέντρων, πολύ κοντά στον κορμό, για να αποφεύγει τους εχθρούς του.
Αναπαραγωγή
Ο Αιγωλιός έχει στενή οικολογική σχέση με τους δρυοκολάπτες:Θέση φωλιάς: Δεν κατασκευάζει δική του φωλιά. Βρίσκει καταφύγιο και γεννά αποκλειστικά σε παλιές κουφάλες δέντρων, τις οποίες έχει ανοίξει ο Μαύρος Δρυοκολάπτης (Dryocopus martius), ή σε φυσικές κοιλότητες.
Αναπαραγωγικός κύκλος: Η θηλυκιά γεννά συνήθως 4 με 6 λευκά αυγά στα τέλη Απριλίου. Τα επωάζει μόνη της για περίπου 30 ημέρες, ενώ το αρσενικό αναλαμβάνει αποκλειστικά την τροφοδοσία της. Οι νεοσσοί εγκαταλείπουν τη φωλιά σε ηλικία περίπου 30 με 32 ημερών.
Κατάσταση Διατήρησης
Αν και σε παγκόσμιο επίπεδο θεωρείται είδος Ελάχιστης Ανησυχίας (Least Concern), στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά σπάνιο και ευάλωτο λόγω των εξειδικευμένων απαιτήσεών του:Απειλές: Η εντατική υλοτομία που απομακρύνει τα γέρικα, κοίλα δέντρα (καταστρέφοντας τις θέσεις φωλιάσματος), οι δασικές πυρκαγιές και η κλιματική αλλαγή που συρρικνώνει τα ψυχρά δασικά οικοσυστήματα μεγάλου υψομέτρου.
Προστασία: Προστατεύεται αυστηρά από την ευρωπαϊκή Οδηγία για τα Πτηνά (Παράρτημα Ι) και η διατήρηση των ώριμων δασών με νεκρό ή γέρικο ξύλο είναι κρίσιμη για την επιβίωσή του.
Συνολικά υπάρχουν επτά υποείδη, τα 6 ζουν στην Ευρασία και το ένα στη Βόρειο Αμερική. Τα 6 είδη που ζούν στην Ευρασία αναπαράγονται σε μια ευρεία ζώνη από τη Σκανδιναβία, τη Βαλτική, σε πολλά μέρη της Ρωσίας, τη Σιβηρία, τη Μογγολία και βορειοανατολικά της Κίνας στον Ειρηνικό Ωκεανό (Καμτσάτκα και Σαχαλίνη).
Πηγή πληροφοριών: Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, BirdLife International & Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας.
Κατηγορία: Γλαυκόμορφα
Ετικέτες:
Γλαυκόμορφα
Ευχαριστούμε που διαβάσατε την ανάρτηση Αιγωλιός