Τσίχλες ή Κιχλίδες (Turdus) 
Το γένος Τσίχλες ή Κιχλίδες (Turdus) ανήκει στην οικογένεια Τουρδιδίδες (Turdidae). Κύριο χαρακτηριστικό τα σχετικά μακριά πόδια και τα μεγάλα μάτια. Τρέφονται κυρίως με άγρια φρούτα όπως άγρια βατόμουρα και με ασπόνδυλα όπως διάφορα έντομα και σκουλήκια που συχνά αναζητούν στο έδαφος. Συναντώνται στην εύκρατη και τροπική ζώνη. Πολλά είδη είναι μεταναστευτικά. Τα περισότερα είδη έχουν συνήθως καφετί ή καστανό το πάνω φτέρωμα ενώ το κάτω ανοιχτόχρωμο διάστικτο με μαύρες κηλίδες.
Το πιό γνωστό και ευρέως διαδεδομένο είδος στην Ευρώπη είναι ο Κότσυφας (Turdus merula), ενώ στην βόρειο Αμερική το Τούρδος ο μεταναστευτικός, American Robin (Turdus migratorius).
Περιγραφή από τον Αριστοτέλη
τών δέ κοττύφων δύο γένη εσίν, ό μέν έτερος μέλας καί πανταχού ών, ό δ΄έτερος έκλευκος, τό δέ μέγεθος ίσος εκείνω, καί ή φωνή παραπλησία εκείνω, εσίν, δ΄ούτος έν Κυλλήνη τής Αρκαδίας, άλλοθι δ΄ουδαμού. Τούτων όμοιος τώ μέλανι κοττύφω εσί λαιός, τό μέγεθος μικρώ ελάτων, ούτος επί τών πετρών καί επί τών κεράμων τάς διατριβάς ποιείται, τό δέ ρύγχος ού φοινικούν έχει καθάπερ ό κόττυφος. Κιχλών δ΄είδη τρία, ή μέν ιξοβόρος, αύτη δ΄ούκ εσθίει αλλ΄ιξόν καί ρητίνην, τό δέ μέγεθος όσον κόττυφος. Άλλη δ΄ήν καλούσι τινες ιλιάδα, ελαχίστη τε τούτων καί ήττον ποικίλη.
΄Εστι δέ τις πετραίος ώ όνομα κύανος, ούτος ό όρνις έν Νισύρω μάλιστα εστί, ποιείται δ΄επί τών πετρών τάς διατριβάς. Το δέ μέγεθος κοττύφου μέν ελάττων, σπίζης δέ, μείζων μικρώ. μεγαλόπους δέ, καί πρός τάς πέτρας προσαναβαίνει. κυανούς όλος, τό δέ ρύγχος έχει λεπτόν και μακρόν, σκέλη δέ βραχέα τή πίπω παρόμοια.
Οι Τσίχλες συχνάζουν συνήθως σε δάση και σε θαμνώδεις περιοχές. Είναι παμφάγα πουλιά, τρεφόμενα κυρίως με έντομα, μικρά ασπόνδυλα, αλλά και καρπούς. Την άνοιξη, περίοδο κατά την οποία ακούγεται συχνότερα το μελωδικό κελάηδημα των αρσενικών Τσίχλες, κατασκευάζουν φωλιά σε σχήμα κυπέλλου, όπου τα θηλυκά αποθέτουν τα αβγά τους. Οι πληθυσμοί των βόρειων περιοχών μεταναστεύουν νοτιότερα το φθινόπωρο.
Ο πιο κοινός αντιπρόσωπος του γένους στην Ευρώπη είναι το είδος Κελαηδότσιχλα (Turdus philomelos), που ζει και στην Ελλάδα. Το πουλί αυτό έχει μήκος 23 εκ. και το φτέρωμά του, παρόμοιο στα δύο φύλα, είναι καστανό στη ράχη και διάστικτο, λευκό στην κοιλιά. Συχνάζει σε δάση και σε κήπους και φωλιάζει συνήθως σε θάμνους και άλλα ξυλώδη φυτά, σπανιότερα σε κτίρια. Το αρσενικό κελαηδά δυνατά επαναλαμβάνοντας την ίδια σύντομη φράση.
Άλλα ευρωπαϊκά είδη τα οποία συναντώνται και στην Ελλάδα είναι το Turdus viscivorus, γνωστό και ως Τσαρτσάρα, και το Turdus torquatus, κοινώς Χιονοκότσυφας. Το πρώτο, μεγαλύτερο σε μέγεθος από την κοινή τσίχλα, έχει γκριζοκάστανη ράχη, ενώ η κοιλιά του είναι πιο σκούρα με ευδιάκριτες στρογγυλές κηλίδες. Είναι κοινό σε ανοιχτά δάση και σε καλλιεργούμενες εκτάσεις της Ευρώπης και της Ασίας και αρκετοί βόρειοι πληθυσμοί του διαχειμάζουν νοτιότερα.
Ο Χιονοκότσυφας ζει σε μεγάλα υψόμετρα της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης και οι περισσότεροι πληθυσμοί της είναι μεταναστευτικοί. Στην Ελλάδα θεωρείται σπάνιο πουλί και φωλιάζει μόνο σε ορισμένες ορεινές περιοχές της Θράκης. Το αρσενικό του είδους διακρίνεται από το μαύρο φτέρωμά του που εμφανίζει μια λευκή, ημισεληνοειδή περιοχή στο στήθος· το φτέρωμα του θηλυκού είναι καστανωπό και η ημισέληνος λιγότερο ευδιάκριτη, ενώ στα μικρά μπορεί να απουσιάζει.
Στην Ελλάδα συναντώνται επίσης, ως χειμερινοί επισκέπτες, τα είδη Turdus pilaris (κοινώς Κεδρότσιχλα) και Turdus iliacus (κοινώς Κοκκινότσιχλα), ενώ σποραδικά εμφανίζεται και το είδος Turdus ruficolis (κοινώς μαυρόλαιμη τσίχλα).
Η Κεδρότσιχλα, συνολικού μήκους περίπου 25 εκ., αναπαράγεται στις βόρειες περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας και συνήθως διαχειμάζει νοτιότερα. Είναι αγελαίο πουλί, σε αντίθεση με τις περισσότερες Τσίχλες. Τα δύο φύλα είναι παρόμοια, με καστανή ράχη, γκρίζο κεφάλι και ουροπύγιο, λευκωπή κοιλιά και σκούρα ουρά· στο στήθος διακρίνεται μια πυρόξανθη περιοχή.
Η Κοκκινότσιχλα φωλιάζει στα δάση κωνοφόρων ή σημύδας, ή στην τούνδρα της βόρειας Ευρώπης και της Ασίας, ενώ το φθινόπωρο μετακινείται προς τον νότο. Είναι μικρόσωμο πουλί και έχει παρόμοιους χρωματισμούς με την κοινή τσίχλα· διακρίνεται, ωστόσο, από το κόκκινο χρώμα του φτερώματος στις πλευρές και στην κάτω επιφάνεια των φτερούγων, αλλά και από μία λευκή ταινία που φέρει πάνω από κάθε μάτι.
Τα Γένη της Οικογένειας
Κότσυφας (Turdus merula): Το πιο κοινό είδος στην Ελλάδα, με το χαρακτηριστικό μαύρο φτέρωμα και κίτρινο ράμφος στο αρσενικό.
Τσίχλα (Turdus philomelos): Γνωστή για το υπέροχο τραγούδι της και το καφέ-ραβδωτό στήθος.
Δενδροτσίχλα (Turdus viscivorus): Η μεγαλύτερη τσίχλα της Ευρώπης.
Ο Κότσυφας (Common Blackbird) είναι ίσως το πιο προσαρμοστικό και κοινό είδος του γένους, έχοντας αποικίσει πλήρως τα αστικά περιβάλλοντα.
Μορφολογία: Παρουσιάζει έντονο φυλετικό διμορφισμό.
Αρσενικό: Εντελώς μαύρο γυαλιστερό φτέρωμα με έντονο κίτρινο-πορτοκαλί ράμφος και αντίστοιχο στενό δακτύλιο γύρω από το μάτι.
Θηλυκό: Σκούρο καφέ φτέρωμα με ελαφρώς πιο ανοιχτόχρωμο στήθος που φέρει αμυδρές κηλίδες, και καφετί ράμφος.
Κελάηδημα: Ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια της φύσης: μελωδικό, φλουταριστό, με αργό ρυθμό και μεγάλες αυξομειώσεις τόνου, το οποίο ακούγεται συχνά νωρίς το πρωί ή κατά το ηλιοβασίλεμα από τις κορυφές των δέντρων ή των κτιρίων.
Καθεστώς στην Ελλάδα: Πολύ κοινός μόνιμος κάτοικος σε όλη τη χώρα.
Η Κελαηδότσιχλα (Song Thrush) είναι η κλασική «τσίχλα» των ελληνικών δασών και ένας από τους πιο αγαπητούς τραγουδιστές της Ευρώπης.
Μορφολογία: Μικρομεσαία (20-23 εκατοστά). Έχει ζεστό καφέ-ελαιόχρωμο πάνω μέρος και λευκωπή κοιλιά με έντονες, σκούρες καφέ κηλίδες σε σχήμα «βέλους» ή «καρδιάς». Το εσωτερικό των φτερών της κατά την πτήση (υποπτέρυγα) έχει ζεστό κιτρινο-πορτοκαλί (βουτυρένιο) χρώμα.
Συμπεριφορά: Είναι διάσημη για την τεχνική της να σπάει τα κοχύλια των σαλιγκαριών χτυπώντας τα επανειλημμένα πάνω σε πέτρες, τις οποίες οι ορνιθολόγοι ονομάζουν «αμόνια» (anvils).
Κελάηδημα: Εξαιρετικά δυνατό και ρυθμικό. Χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι επαναλαμβάνει κάθε μουσική φράση δύο ή τρεις φορές πριν περάσει στην επόμενη.
Καθεστώς στην Ελλάδα: Λίγα ζευγάρια αναπαράγονται στα ορεινά δάση της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας, αλλά το φθινόπωρο εκατομμύρια πουλιά καταφθάνουν από τον Βορρά για να διαχειμάσουν στη χώρα μας.
Η Τσαρτσάρα (Mistle Thrush) είναι η μεγαλύτερη τσίχλα της Ευρώπης (27-28 εκατοστά) και ένα αρκετά ντροπαλό πουλί των ορεινών κυρίως δασών.
Μορφολογία: Πολύ μεγαλύτερη και πιο «όρθια» στη στάση της από την Κελαηδότσιχλα. Η ράχη της είναι πιο ανοιχτόχρωμη γκρι-καφέ, οι κηλίδες στο στήθος της είναι πιο μεγάλες και στρογγυλές (σαν μεγάλες σταγόνες), ενώ τα άκρα της ουράς της έχουν εμφανή λευκά σημάδια. Τα υποπτέρυγα είναι καθαρά λευκά.
Φωνή: Το κελάηδημά της μοιάζει με του Κότσυφα αλλά είναι πιο μελαγχολικό και γρήγορο. Όταν τρομάζει ή πετάει, παράγει έναν πολύ χαρακτηριστικό, ξηρό, κροταλιστό ήχο που θυμίζει παλιά ξύλινη καστανιέτα ("τρρρρ-τρρρρ").
Καθεστώς στην Ελλάδα: Μόνιμος κάτοικος στα ορεινά δάση κωνοφόρων και φυλλοβόλων (π.χ. Πίνδος, Όλυμπος, Ροδόπη). Το χειμώνα κατεβαίνει σε χαμηλότερα υψόμετρα.
Η Κεδρότσιχλα (Fieldfare) είναι μια από τις πιο πολύχρωμες και κοινωνικές τσίχλες του Βορρά.
Μορφολογία: Μεσαίου-μεγάλου μεγέθους (25 εκατοστά). Ξεχωρίζει εύκολα από το πανέμορφο, πολυποίκιλο φτέρωμά της: γκρίζο κεφάλι και ουροπύγιο, καστανή-κεραμιδί ράχη, μαύρη ουρά και χρυσοκίτρινο στήθος με πυκνές μαύρες ραβδώσεις.
Κοινωνικότητα: Είναι άκρως κοινωνικό είδος. Τον χειμώνα σχηματίζει μεγάλα, θορυβώδη σμήνη (συχνά μαζί με Κοκκινότσιχλες). Φωλιάζει σε αποικίες και έχει αναπτύξει μια μοναδική αμυντική στρατηγική: αν κάποιος θηρευτής (π.χ. γεράκι ή κοράκι) πλησιάσει τη φωλιά, τα πουλιά της αποικίας πετούν από πάνω του και τον βομβαρδίζουν ομαδικά με τις κουτσουλιές τους, καταστρέφοντας το φτέρωμά του και αναγκάζοντάς τον να απομακρυνθεί!
Καθεστώς στην Ελλάδα: Κοινός, αλλά τοπικός χειμερινός επισκέπτης (κυρίως στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα), ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια περιόδων με βαρυχειμωνιά.
Η Κοκκινότσιχλα (Redwing) είναι η μικρότερη τσίχλα της Ευρώπης (21 εκατοστά), προερχόμενη από τα υποαρκτικά δάση της Σκανδιναβίας και της Σιβηρίας.
Μορφολογία: Πολύ χαρακτηριστική εμφάνιση. Φέρει μια έντονη, λευκή-κρεμ οφρυδική γραμμή (φρύδι) πάνω από το μάτι και μια αντίστοιχη λωρίδα στο μάγουλο. Το πιο βασικό της χαρακτηριστικό, από το οποίο πήρε και το όνομά της, είναι τα έντονα σκουριασμένα-κόκκινα πλευρά (flanks) και τα αντίστοιχου χρώματος υποπτέρυγα, τα οποία είναι ορατά κατά την πτήση.
Μετανάστευση: Μεταναστεύει κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Σε καθαρές φθινοπωρινές νύχτες, μπορεί κανείς να ακούσει το χαρακτηριστικό, λεπτό και μακρόσυρτο σφύριγμά της ("σιιιπ") καθώς πετάει ψηλά στον ουρανό.
Καθεστώς στην Ελλάδα: Τακτικός, αλλά σχετικά ολιγάριθμος χειμερινός επισκέπτης, κυρίως σε ελαιώνες και δασικές εκτάσεις της βόρειας και κεντρικής Ελλάδας.
Ο Χιονοκότσυφας (Ring Ouzel) είναι ο ορεινός «ξάδελφος» του Κότσυφα, προσαρμοσμένος στις σκληρές συνθήκες των μεγάλων υψομέτρων.
Μορφολογία: Έχει το μέγεθος και τη σιλουέτα του Κότσυφα (23-24 εκατοστά).
Αρσενικό: Μαυριδερό φτέρωμα με γκρίζες άκρες στα φτερά (που του δίνουν μια «φολιδωτή» εμφάνιση) και μια εκτυφλωτική, πλατιά λευκή ημισεληνοειδή λωρίδα (κολάρο) στο στήθος.
Θηλυκό: Πιο καφετί, με πιο θαμπή, υπόλευκη λωρίδα στο στήθος.
Βιότοπος: Ζει αποκλειστικά σε αλπικά και υποαλπικά λιβάδια, βραχώδεις πλαγιές με χαμηλούς θάμνους (κυρίως αρκεύθους) και ρεματιές πάνω από το όριο των δασών.
Καθεστώς στην Ελλάδα: Σπάνιος και τοπικός αναπαραγόμενος κάτοικος στις ψηλότερες κορυφές των ελληνικών βουνών (π.χ. Όλυμπος, Γράμμος, Βαρδούσια). Πιο κοινός ως διαβατικός μετανάστης την άνοιξη και το φθινόπωρο.
Eastern Bluebird (Sialia sialis)
Hermit Thrush (Catharus guttatus)
Scaly Thrush (Zoothera dauma)
Townsend's Solitaire (Myadestes townsendi)
Grandala: Ένα εντυπωσιακό, βαθύ μπλε πουλί των μεγάλων υψομέτρων των Ιμαλαΐων.
Cochoa (4 είδη): Σπάνια και πολύχρωμα πουλιά των δασών της ΝΑ Ασίας.
Hylocichla: Περιλαμβάνει την Wood Thrush της Αμερικής.
Ixoreus: Περιλαμβάνει την Varied Thrush, χαρακτηριστική των δασών του Βορειοδυτικού Ειρηνικού.
Neocossyphus & Stizorhina: Αφρικανικά είδη που συχνά ακολουθούν στρατιές μυρμηγκιών για να τραφούν.
Chlamydochaera (Fruithunter): Ενδημικό του Βόρνεο, εξειδικευμένο στην καρποφαγία.
Pinarornis (Boulder Chat): Ζει σε βραχώδεις περιοχές της Αφρικής.
Cichlopsis, Entomodestes, Ridgwayia: Σπάνια γένη της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής.
Οικολογικός Ρόλος
Οι Τσιχλίδες παίζουν ζωτικό ρόλο στα οικοσυστήματα ως:
Διασπορείς σπόρων: Καταναλώνοντας καρπούς, βοηθούν στην αναγέννηση των δασών.
Έλεγχος πληθυσμών εντόμων: Τρέφονται με μεγάλες ποσότητες ασπόνδυλων.
Δείκτες υγείας δασών: Πολλά είδη είναι ευαίσθητα στην αποδάσωση και τη ρύπανση.

Το γένος Τσίχλες ή Κιχλίδες (Turdus) ανήκει στην οικογένεια Τουρδιδίδες (Turdidae). Κύριο χαρακτηριστικό τα σχετικά μακριά πόδια και τα μεγάλα μάτια. Τρέφονται κυρίως με άγρια φρούτα όπως άγρια βατόμουρα και με ασπόνδυλα όπως διάφορα έντομα και σκουλήκια που συχνά αναζητούν στο έδαφος. Συναντώνται στην εύκρατη και τροπική ζώνη. Πολλά είδη είναι μεταναστευτικά. Τα περισότερα είδη έχουν συνήθως καφετί ή καστανό το πάνω φτέρωμα ενώ το κάτω ανοιχτόχρωμο διάστικτο με μαύρες κηλίδες.
Το πιό γνωστό και ευρέως διαδεδομένο είδος στην Ευρώπη είναι ο Κότσυφας (Turdus merula), ενώ στην βόρειο Αμερική το Τούρδος ο μεταναστευτικός, American Robin (Turdus migratorius).
κίχλη, ή και κίχλα
το ωδικό πτηνό τσίχλα («Συρακόσιοι δὲ τὰς κίχλας κιχήλας λέγουσιν», Αθήν.)Περιγραφή από τον Αριστοτέλη
τών δέ κοττύφων δύο γένη εσίν, ό μέν έτερος μέλας καί πανταχού ών, ό δ΄έτερος έκλευκος, τό δέ μέγεθος ίσος εκείνω, καί ή φωνή παραπλησία εκείνω, εσίν, δ΄ούτος έν Κυλλήνη τής Αρκαδίας, άλλοθι δ΄ουδαμού. Τούτων όμοιος τώ μέλανι κοττύφω εσί λαιός, τό μέγεθος μικρώ ελάτων, ούτος επί τών πετρών καί επί τών κεράμων τάς διατριβάς ποιείται, τό δέ ρύγχος ού φοινικούν έχει καθάπερ ό κόττυφος. Κιχλών δ΄είδη τρία, ή μέν ιξοβόρος, αύτη δ΄ούκ εσθίει αλλ΄ιξόν καί ρητίνην, τό δέ μέγεθος όσον κόττυφος. Άλλη δ΄ήν καλούσι τινες ιλιάδα, ελαχίστη τε τούτων καί ήττον ποικίλη.
΄Εστι δέ τις πετραίος ώ όνομα κύανος, ούτος ό όρνις έν Νισύρω μάλιστα εστί, ποιείται δ΄επί τών πετρών τάς διατριβάς. Το δέ μέγεθος κοττύφου μέν ελάττων, σπίζης δέ, μείζων μικρώ. μεγαλόπους δέ, καί πρός τάς πέτρας προσαναβαίνει. κυανούς όλος, τό δέ ρύγχος έχει λεπτόν και μακρόν, σκέλη δέ βραχέα τή πίπω παρόμοια.
Κιχλίδες
Κοκκινότσιχλα
Κελαηδότσιχλα
Τσαρτσάρα
Κεδρότσιχλα
Κότσυφας
Χιονοκότσυφας
Κυάνουρος
Μοντικόλη
Γαλαζοκότσυφας
Πορροκότσυφας
Ο πιο κοινός αντιπρόσωπος του γένους στην Ευρώπη είναι το είδος Κελαηδότσιχλα (Turdus philomelos), που ζει και στην Ελλάδα. Το πουλί αυτό έχει μήκος 23 εκ. και το φτέρωμά του, παρόμοιο στα δύο φύλα, είναι καστανό στη ράχη και διάστικτο, λευκό στην κοιλιά. Συχνάζει σε δάση και σε κήπους και φωλιάζει συνήθως σε θάμνους και άλλα ξυλώδη φυτά, σπανιότερα σε κτίρια. Το αρσενικό κελαηδά δυνατά επαναλαμβάνοντας την ίδια σύντομη φράση.
Άλλα ευρωπαϊκά είδη τα οποία συναντώνται και στην Ελλάδα είναι το Turdus viscivorus, γνωστό και ως Τσαρτσάρα, και το Turdus torquatus, κοινώς Χιονοκότσυφας. Το πρώτο, μεγαλύτερο σε μέγεθος από την κοινή τσίχλα, έχει γκριζοκάστανη ράχη, ενώ η κοιλιά του είναι πιο σκούρα με ευδιάκριτες στρογγυλές κηλίδες. Είναι κοινό σε ανοιχτά δάση και σε καλλιεργούμενες εκτάσεις της Ευρώπης και της Ασίας και αρκετοί βόρειοι πληθυσμοί του διαχειμάζουν νοτιότερα.
Ο Χιονοκότσυφας ζει σε μεγάλα υψόμετρα της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης και οι περισσότεροι πληθυσμοί της είναι μεταναστευτικοί. Στην Ελλάδα θεωρείται σπάνιο πουλί και φωλιάζει μόνο σε ορισμένες ορεινές περιοχές της Θράκης. Το αρσενικό του είδους διακρίνεται από το μαύρο φτέρωμά του που εμφανίζει μια λευκή, ημισεληνοειδή περιοχή στο στήθος· το φτέρωμα του θηλυκού είναι καστανωπό και η ημισέληνος λιγότερο ευδιάκριτη, ενώ στα μικρά μπορεί να απουσιάζει.
Στην Ελλάδα συναντώνται επίσης, ως χειμερινοί επισκέπτες, τα είδη Turdus pilaris (κοινώς Κεδρότσιχλα) και Turdus iliacus (κοινώς Κοκκινότσιχλα), ενώ σποραδικά εμφανίζεται και το είδος Turdus ruficolis (κοινώς μαυρόλαιμη τσίχλα).
Η Κεδρότσιχλα, συνολικού μήκους περίπου 25 εκ., αναπαράγεται στις βόρειες περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας και συνήθως διαχειμάζει νοτιότερα. Είναι αγελαίο πουλί, σε αντίθεση με τις περισσότερες Τσίχλες. Τα δύο φύλα είναι παρόμοια, με καστανή ράχη, γκρίζο κεφάλι και ουροπύγιο, λευκωπή κοιλιά και σκούρα ουρά· στο στήθος διακρίνεται μια πυρόξανθη περιοχή.
Η Κοκκινότσιχλα φωλιάζει στα δάση κωνοφόρων ή σημύδας, ή στην τούνδρα της βόρειας Ευρώπης και της Ασίας, ενώ το φθινόπωρο μετακινείται προς τον νότο. Είναι μικρόσωμο πουλί και έχει παρόμοιους χρωματισμούς με την κοινή τσίχλα· διακρίνεται, ωστόσο, από το κόκκινο χρώμα του φτερώματος στις πλευρές και στην κάτω επιφάνεια των φτερούγων, αλλά και από μία λευκή ταινία που φέρει πάνω από κάθε μάτι.
Οικογένεια Τσιχλίδες (Turdidae)
Η οικογένεια των Τσιχλίδων περιλαμβάνει 194 είδη που εξαπλώνονται σε όλο τον κόσμο. Είναι πουλιά μεσαίου μεγέθους, εξαιρετικοί κελαηδιστές, που τρέφονται κυρίως με έντομα, σκουλήκια και καρπούς.Τα Γένη της Οικογένειας
◾1. Turdus (Τυπικές Τσίχλες - 105 είδη)
Είναι το μεγαλύτερο γένος της οικογένειας, με παγκόσμια εξάπλωση.Κότσυφας (Turdus merula): Το πιο κοινό είδος στην Ελλάδα, με το χαρακτηριστικό μαύρο φτέρωμα και κίτρινο ράμφος στο αρσενικό.
Τσίχλα (Turdus philomelos): Γνωστή για το υπέροχο τραγούδι της και το καφέ-ραβδωτό στήθος.
Δενδροτσίχλα (Turdus viscivorus): Η μεγαλύτερη τσίχλα της Ευρώπης.
Τα Έξι Κύρια Ευρωπαϊκά Είδη
Α. Κότσυφας (Turdus merula)
Ο Κότσυφας (Common Blackbird) είναι ίσως το πιο προσαρμοστικό και κοινό είδος του γένους, έχοντας αποικίσει πλήρως τα αστικά περιβάλλοντα.
Μορφολογία: Παρουσιάζει έντονο φυλετικό διμορφισμό.
Αρσενικό: Εντελώς μαύρο γυαλιστερό φτέρωμα με έντονο κίτρινο-πορτοκαλί ράμφος και αντίστοιχο στενό δακτύλιο γύρω από το μάτι.
Θηλυκό: Σκούρο καφέ φτέρωμα με ελαφρώς πιο ανοιχτόχρωμο στήθος που φέρει αμυδρές κηλίδες, και καφετί ράμφος.
Κελάηδημα: Ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια της φύσης: μελωδικό, φλουταριστό, με αργό ρυθμό και μεγάλες αυξομειώσεις τόνου, το οποίο ακούγεται συχνά νωρίς το πρωί ή κατά το ηλιοβασίλεμα από τις κορυφές των δέντρων ή των κτιρίων.
Καθεστώς στην Ελλάδα: Πολύ κοινός μόνιμος κάτοικος σε όλη τη χώρα.
Β. Κελαηδότσιχλα (Turdus philomelos)
Η Κελαηδότσιχλα (Song Thrush) είναι η κλασική «τσίχλα» των ελληνικών δασών και ένας από τους πιο αγαπητούς τραγουδιστές της Ευρώπης.
Μορφολογία: Μικρομεσαία (20-23 εκατοστά). Έχει ζεστό καφέ-ελαιόχρωμο πάνω μέρος και λευκωπή κοιλιά με έντονες, σκούρες καφέ κηλίδες σε σχήμα «βέλους» ή «καρδιάς». Το εσωτερικό των φτερών της κατά την πτήση (υποπτέρυγα) έχει ζεστό κιτρινο-πορτοκαλί (βουτυρένιο) χρώμα.
Συμπεριφορά: Είναι διάσημη για την τεχνική της να σπάει τα κοχύλια των σαλιγκαριών χτυπώντας τα επανειλημμένα πάνω σε πέτρες, τις οποίες οι ορνιθολόγοι ονομάζουν «αμόνια» (anvils).
Κελάηδημα: Εξαιρετικά δυνατό και ρυθμικό. Χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι επαναλαμβάνει κάθε μουσική φράση δύο ή τρεις φορές πριν περάσει στην επόμενη.
Καθεστώς στην Ελλάδα: Λίγα ζευγάρια αναπαράγονται στα ορεινά δάση της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας, αλλά το φθινόπωρο εκατομμύρια πουλιά καταφθάνουν από τον Βορρά για να διαχειμάσουν στη χώρα μας.
Γ. Τσαρτσάρα (Turdus viscivorus)
Η Τσαρτσάρα (Mistle Thrush) είναι η μεγαλύτερη τσίχλα της Ευρώπης (27-28 εκατοστά) και ένα αρκετά ντροπαλό πουλί των ορεινών κυρίως δασών.
Μορφολογία: Πολύ μεγαλύτερη και πιο «όρθια» στη στάση της από την Κελαηδότσιχλα. Η ράχη της είναι πιο ανοιχτόχρωμη γκρι-καφέ, οι κηλίδες στο στήθος της είναι πιο μεγάλες και στρογγυλές (σαν μεγάλες σταγόνες), ενώ τα άκρα της ουράς της έχουν εμφανή λευκά σημάδια. Τα υποπτέρυγα είναι καθαρά λευκά.
Φωνή: Το κελάηδημά της μοιάζει με του Κότσυφα αλλά είναι πιο μελαγχολικό και γρήγορο. Όταν τρομάζει ή πετάει, παράγει έναν πολύ χαρακτηριστικό, ξηρό, κροταλιστό ήχο που θυμίζει παλιά ξύλινη καστανιέτα ("τρρρρ-τρρρρ").
Καθεστώς στην Ελλάδα: Μόνιμος κάτοικος στα ορεινά δάση κωνοφόρων και φυλλοβόλων (π.χ. Πίνδος, Όλυμπος, Ροδόπη). Το χειμώνα κατεβαίνει σε χαμηλότερα υψόμετρα.
Δ. Κεδρότσιχλα (Turdus pilaris)
Η Κεδρότσιχλα (Fieldfare) είναι μια από τις πιο πολύχρωμες και κοινωνικές τσίχλες του Βορρά.
Μορφολογία: Μεσαίου-μεγάλου μεγέθους (25 εκατοστά). Ξεχωρίζει εύκολα από το πανέμορφο, πολυποίκιλο φτέρωμά της: γκρίζο κεφάλι και ουροπύγιο, καστανή-κεραμιδί ράχη, μαύρη ουρά και χρυσοκίτρινο στήθος με πυκνές μαύρες ραβδώσεις.
Κοινωνικότητα: Είναι άκρως κοινωνικό είδος. Τον χειμώνα σχηματίζει μεγάλα, θορυβώδη σμήνη (συχνά μαζί με Κοκκινότσιχλες). Φωλιάζει σε αποικίες και έχει αναπτύξει μια μοναδική αμυντική στρατηγική: αν κάποιος θηρευτής (π.χ. γεράκι ή κοράκι) πλησιάσει τη φωλιά, τα πουλιά της αποικίας πετούν από πάνω του και τον βομβαρδίζουν ομαδικά με τις κουτσουλιές τους, καταστρέφοντας το φτέρωμά του και αναγκάζοντάς τον να απομακρυνθεί!
Καθεστώς στην Ελλάδα: Κοινός, αλλά τοπικός χειμερινός επισκέπτης (κυρίως στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα), ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια περιόδων με βαρυχειμωνιά.
Ε. Κοκκινότσιχλα (Turdus iliacus)
Η Κοκκινότσιχλα (Redwing) είναι η μικρότερη τσίχλα της Ευρώπης (21 εκατοστά), προερχόμενη από τα υποαρκτικά δάση της Σκανδιναβίας και της Σιβηρίας.
Μορφολογία: Πολύ χαρακτηριστική εμφάνιση. Φέρει μια έντονη, λευκή-κρεμ οφρυδική γραμμή (φρύδι) πάνω από το μάτι και μια αντίστοιχη λωρίδα στο μάγουλο. Το πιο βασικό της χαρακτηριστικό, από το οποίο πήρε και το όνομά της, είναι τα έντονα σκουριασμένα-κόκκινα πλευρά (flanks) και τα αντίστοιχου χρώματος υποπτέρυγα, τα οποία είναι ορατά κατά την πτήση.
Μετανάστευση: Μεταναστεύει κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Σε καθαρές φθινοπωρινές νύχτες, μπορεί κανείς να ακούσει το χαρακτηριστικό, λεπτό και μακρόσυρτο σφύριγμά της ("σιιιπ") καθώς πετάει ψηλά στον ουρανό.
Καθεστώς στην Ελλάδα: Τακτικός, αλλά σχετικά ολιγάριθμος χειμερινός επισκέπτης, κυρίως σε ελαιώνες και δασικές εκτάσεις της βόρειας και κεντρικής Ελλάδας.
ΣΤ. Χιονοκότσυφας (Turdus torquatus)
Ο Χιονοκότσυφας (Ring Ouzel) είναι ο ορεινός «ξάδελφος» του Κότσυφα, προσαρμοσμένος στις σκληρές συνθήκες των μεγάλων υψομέτρων.
Μορφολογία: Έχει το μέγεθος και τη σιλουέτα του Κότσυφα (23-24 εκατοστά).
Αρσενικό: Μαυριδερό φτέρωμα με γκρίζες άκρες στα φτερά (που του δίνουν μια «φολιδωτή» εμφάνιση) και μια εκτυφλωτική, πλατιά λευκή ημισεληνοειδή λωρίδα (κολάρο) στο στήθος.
Θηλυκό: Πιο καφετί, με πιο θαμπή, υπόλευκη λωρίδα στο στήθος.
Βιότοπος: Ζει αποκλειστικά σε αλπικά και υποαλπικά λιβάδια, βραχώδεις πλαγιές με χαμηλούς θάμνους (κυρίως αρκεύθους) και ρεματιές πάνω από το όριο των δασών.
Καθεστώς στην Ελλάδα: Σπάνιος και τοπικός αναπαραγόμενος κάτοικος στις ψηλότερες κορυφές των ελληνικών βουνών (π.χ. Όλυμπος, Γράμμος, Βαρδούσια). Πιο κοινός ως διαβατικός μετανάστης την άνοιξη και το φθινόπωρο.
Υπόλοιπα γένη
◾2. Sialia (Bluebirds - 3 είδη)
Πανέμορφα πουλιά της Βόρειας Αμερικής με έντονο μπλε φτέρωμα. Θεωρούνται σύμβολα ευτυχίας.Eastern Bluebird (Sialia sialis)
◾3. Catharus (Αμερικανικές Τσίχλες - 13 είδη)
Μικρότερες τσίχλες του Νέου Κόσμου, γνωστές για τις μελωδικές, σχεδόν "στοιχειωμένες" φωνές τους στα δάση.Hermit Thrush (Catharus guttatus)
◾4. Zoothera & Geokichla (Ασιατικές Τσίχλες - 43 είδη συνολικά)
Πουλιά των πυκνών δασών της Ασίας, συχνά με εντυπωσιακά "λεπιδωτά" σχέδια στο φτέρωμα.Scaly Thrush (Zoothera dauma)
◾5. Myadestes (Solitaires - 13 είδη)
Πουλιά των βουνών και των τροπικών δασών, με εξαιρετικά περίπλοκο κελαήδισμα.Townsend's Solitaire (Myadestes townsendi)
Λοιπά Εξειδικευμένα Γένη
Grandala: Ένα εντυπωσιακό, βαθύ μπλε πουλί των μεγάλων υψομέτρων των Ιμαλαΐων.
Cochoa (4 είδη): Σπάνια και πολύχρωμα πουλιά των δασών της ΝΑ Ασίας.
Hylocichla: Περιλαμβάνει την Wood Thrush της Αμερικής.
Ixoreus: Περιλαμβάνει την Varied Thrush, χαρακτηριστική των δασών του Βορειοδυτικού Ειρηνικού.
Neocossyphus & Stizorhina: Αφρικανικά είδη που συχνά ακολουθούν στρατιές μυρμηγκιών για να τραφούν.
Chlamydochaera (Fruithunter): Ενδημικό του Βόρνεο, εξειδικευμένο στην καρποφαγία.
Pinarornis (Boulder Chat): Ζει σε βραχώδεις περιοχές της Αφρικής.
Cichlopsis, Entomodestes, Ridgwayia: Σπάνια γένη της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής.
Οικολογικός Ρόλος
Οι Τσιχλίδες παίζουν ζωτικό ρόλο στα οικοσυστήματα ως:
Διασπορείς σπόρων: Καταναλώνοντας καρπούς, βοηθούν στην αναγέννηση των δασών.
Έλεγχος πληθυσμών εντόμων: Τρέφονται με μεγάλες ποσότητες ασπόνδυλων.
Δείκτες υγείας δασών: Πολλά είδη είναι ευαίσθητα στην αποδάσωση και τη ρύπανση.
Τούρδος ο μεταναστευτικός (Turdus migratorius),
επίσης γνωστός ως Αμερικανικός Κοκκινολαίμης, είναι μεταναστευτικό ωδικό πτηνό της οικογενείας των Τουρδιδών. Φτάνει σε μήκος σώματος τα 25 εκατοστά και ζυγίζει περίπου 77 γραμμάρια, θεωρείται το μεγαλύτερο είδος τσίχλας της βόρειας Αμερικής. Πήρε το όνομά του από τον ευρωπαϊκό κοκκινολαίμη ευρωπαϊκό κοκκινολαίμη εξαιτίας του κοκκινωπού-πορτοκαλί του στήθους, μολονότι τα δύο είδη δεν είναι στενώς συγγενικά, αφού ο ευρωπαϊκός κοκκινολαίμης ανήκει στην οικογένεια των Μυγοθηριδών. Ο αμερικανικός κοκκινολαίμης είναι ευρέως διαδεδομένος σε όλη την Βόρειο Αμερική, ξεχειμωνιάζοντας από τον νότιο Καναδά στο κεντρικό Μεξικό και κατά μήκος της ακτής του Ειρηνικού. Είναι το πτηνό της πολιτείας του Κοννέκτικατ, του Μίσιγκαν, και του Γουισκόνσιν.
Σύμφωνα με κάποιες πηγές, ο αμερικανικός κοκκινολαίμης κατατάσσεται πίσω μόνο από τον Αγελαίο τον φοινικέα (και μόλις εμπρός του εισηγμένου ευρωπαϊκού ψαρονιού) ως το πλέον πολυπληθές, σωζόμενο χερσαίο πτηνό της Βορείου Αμερικής. Έχει επτά υποείδη, αλλά μόνο το Turdus migratorius confinis της Νότιας Κάτω Καλιφόρνιας είναι ιδιαίτερα ξεχωριστός, με ανοιχτή γκριζοκάστανη κοιλιά.
επίσης γνωστός ως Αμερικανικός Κοκκινολαίμης, είναι μεταναστευτικό ωδικό πτηνό της οικογενείας των Τουρδιδών. Φτάνει σε μήκος σώματος τα 25 εκατοστά και ζυγίζει περίπου 77 γραμμάρια, θεωρείται το μεγαλύτερο είδος τσίχλας της βόρειας Αμερικής. Πήρε το όνομά του από τον ευρωπαϊκό κοκκινολαίμη ευρωπαϊκό κοκκινολαίμη εξαιτίας του κοκκινωπού-πορτοκαλί του στήθους, μολονότι τα δύο είδη δεν είναι στενώς συγγενικά, αφού ο ευρωπαϊκός κοκκινολαίμης ανήκει στην οικογένεια των Μυγοθηριδών. Ο αμερικανικός κοκκινολαίμης είναι ευρέως διαδεδομένος σε όλη την Βόρειο Αμερική, ξεχειμωνιάζοντας από τον νότιο Καναδά στο κεντρικό Μεξικό και κατά μήκος της ακτής του Ειρηνικού. Είναι το πτηνό της πολιτείας του Κοννέκτικατ, του Μίσιγκαν, και του Γουισκόνσιν.
Σύμφωνα με κάποιες πηγές, ο αμερικανικός κοκκινολαίμης κατατάσσεται πίσω μόνο από τον Αγελαίο τον φοινικέα (και μόλις εμπρός του εισηγμένου ευρωπαϊκού ψαρονιού) ως το πλέον πολυπληθές, σωζόμενο χερσαίο πτηνό της Βορείου Αμερικής. Έχει επτά υποείδη, αλλά μόνο το Turdus migratorius confinis της Νότιας Κάτω Καλιφόρνιας είναι ιδιαίτερα ξεχωριστός, με ανοιχτή γκριζοκάστανη κοιλιά.
Ετικέτες:
Κιχλίδες
Ευχαριστούμε που διαβάσατε την ανάρτηση Κιχλίδες