Δρυοκολαπτίδες

Δρυοκολαπτίδες ή Πικίδες ή τσικλητάρες(Picidae) δρυοκολάπτες
Πρόκειται για αναρριχητικά πουλιά που ζουν σε δάση, χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων είναι τα ειδικά φτιαγμένα για αναρρίχηση ζυγοδάχτυλά τους – τα δύο δάχτυλα βρίσκονται προς τα εμπρός και τα άλλα δύο προς τα πίσω.
Έχουν σκληρή ουρά, η οποία τους χρησιμεύει για να κάθονται, ίσιο και δυνατό ράμφος και ζωηρόχρωμα φτερά. Είναι κυρίως εντομοφάγα πτηνά.
Οι δρυοκολάπτες ή τσικλητάρες υπάγονται στην οικογένεια Δρυοκολαπτίδες ή Πικίδες (Picidae) και τρέφονται σχεδόν αποκλειστικά με ξυλοφάγα έντομα. Στην Ολαρκτική ζώνη υπάρχουν ασφαλώς πολλά είδη το πιο γνωστό όμως είναι ο δρυοκολάπτης ο χλωρός. Οι δρυοκολάπτες δεν ειναι κοινωνικά πτηνά, ζουν συνήθως μοναχικά και δεν ανέχονται εισβολές στις ιδιωτικές τους περιοχές από άλλα άτομα του είδους καθώς αναζητούν τροφή. Εκτός από την περίοδο αναπαραγωγής που πάνε μαζί παντού, όλο τον άλλο καιρό αποφεύγουν να κυνηγούν μαζί στο ίδιο μέρος και τα ίδια τα ταίρια. Για να αναγγείλουν τα εδαφικά δικαιώματα τους σε μια περιοχή, βγάζουν μια διαπεραστική φωνή που ακούγετε σε μεγάλη απόσταση η χτυπούν τα ράμφη τους ρυθμικά πάνω στους κορμούς των δέντρων.
αναρριχητικά πτηνά
Τάξη πτηνών, σύμφωνα με το παλαιό σύστημα ταξινόμησης, με μόνο κοινό χαρακτηριστικό τον σχηματισμό των δαχτύλων, από τα οποία τα δύο διευθύνονται προς τα εμπρός και τα δύο προς τα πίσω. Αυτό τους επιτρέπει να πιάνονται από τα κλαδιά των δέντρων και να αναρριχώνται με ευκολία. Οι νεότεροι ζωολόγοι διαχώρισαν την τάξη σε τρεις διαφορετικές τάξεις: τα κοκκυγόμορφα, τα ψιττακόμορφα και τα δρυοκολαπτόμορφα.
 Δρυοκολαπτόμορφα 

Δρυοκολαπτίδες

Ραμφαστίδες

Ινδικατορίδες

Γκαλμπουλίδες

Μπουκονίδες

 Γενειοφόρα πουλιά  

Λυβιίδες

Πωγωνίολος

Καπιτονίδες

 Δρυοκολαπτίδες  
 Γένος Δενδροκόποι

Παρδαλοτσικλιτάρα

Λευκονώτης

Μεσοτσικλιτάρα

Νανοτσικλιτάρα

Βαλκανοτσικλιτάρα

Τριδάχτυλος

Στραβολαίµης

 Γένος Πίκος (Picus)

Δρυοκολάπτης ο χλωρός

Πρασινοδρυοκολάπτης

 Γένος Δρυοκόπος

Δρυοκόπος ο μέλας


Τα πιο γνωστά είδη στην Ελλάδα είναι: ο δρυοκολάπτης ο χλωρός ή χλωρίων, η πίπρα ή πίπος ή πιπώ των αρχαίων από όπου προέρχεται και η λατινική επιστημονική ονομασία του (picus) και ο κελεός ή κολεός κατά τον Αριστοτέλη. Λέγεται και σπέλεκος, ξυλοφάς ή ξυλοφάγος, σαρακοφάγος, τρυπόξυλο, καλοτύπης και τσικλιτάρα. Άλλα είδη επίσης γνωστά στην Ελλάδα είναι ο Δενδροκόπος ο μείζων - (Dendrocopos Major) ή δενδροκόπος ο μέγας ή δρυοβάτης ο μέγας, η μεγάλη τσικλιτάρα ή ζιγκλιάρα, Δενδροκόπος ο λευκωτός (Dendrocopos leucotos), ο δενδροκόπος ο λευκόνωτος ή παρδαλή τσικλιτάρα, ο Δενδροκόπος ο ελάσσων (Dendrocopos minor) ή δενδροκόπος ο μικρός ή μικρή τσικλιτάρα, ο Δενδροκόπος ο μέσος - (Dendrocopos medius) ή δενδροκόπος ο μέτριος, Δρυοκόπος ο άρειος (Dryocopus martius), (Μαύρος δρυοκολάπτης ή μαυροτσικλιτάρα) και ο ίυγξ ή μυρμηγκοφάγος, καλλιαγός, σφοντύλι, γλωσσάς, αναγελάστρα και στραβολαίμης.
Από τα γνωστά και χαρακτηριστικά είδη που ζουν στις ξένες χώρες είναι: Δρυοκολάπτης ο πράσινος - (Picus viridis), που ζει στις Ινδίες και στην Ευρώπη, εκτός από το ΝΑ τμήμα της.
Όμοιος στο σχήμα, αλλά μεγαλύτερος, είναι ο Δρυοκολάπτης ο πολιός - Picus canus (τεφρόχρους), που ζει στη Βόρεια Ευρασία και στις Άλπεις.
Ο μαύρος, που ζει επίσης στην Ευρασία. Στο γένος "δρυομπάτης", διαδομένο στην Ευρασία, ανήκουν διάφορα είδη όπως ο "ερυθρός" με λευκή ράχη και ο "ερυθρός ο μικρός".
Αυτοί διαφέρουν από τους άλλους στο ότι μπορούν να εξημερωθούν πολύ εύκολα.
Στις νοτιοδυτικές περιοχές της Βορείου Αμερικής? ζει ο δρυοκολάπτης των κάκτων (Picus cactorum) συνών. Μελανερπης των κάκτων (Melanerpes cactorum) Νότια Αμερική, Dryobates scalaris cactophilus? (Δρυοβάτης ο σκαλικός ο κακτόφιλος) Βόρεια Αμερική, που τρέφεται με καρπούς των κάκτων και σαρκώδεις καρπούς του ιξού. Τη φωλιά του, που έχει σχήμα κατακόρυφης φιάλης και μήκος 40 εκατ.,
φτιάχνει στους κορμούς των κάκτων.
Ο μόνος δρυοκολάπτης που δεν τρυπάει το ξύλο αλλά σκάβει για να βρει έντομα να τραφεί και για να χτίσει τη φωλιά του είναι ο δρυοκολάπτης της Αφρικής.

Οικογένεια Δρυοκολαπτίδες ή Πικίδες (Picidae).

Γένος: Δενδροκόποι (Dendrocopos)
Γένος μικρού και μεσαίου μεγέθους δρυοκολαπτών. Όλα τα είδη του γένους έχουν έντονο χρωματισμό με αντίθεση κυρίως μαύρου και άσπρου με κόκκινα ή κίτρινα σημάδια στο κεφάλι.
Το γένος Dendrocopos (ελληνική απόδοση: Δενδροκόπος) περιλαμβάνει μια ομάδα μικρού έως μεσαίου μεγέθους δρυοκολαπτών, οι οποίοι ανήκουν στην τάξη των Δρυοκολαπτόμορφων (Piciformes) και στην οικογένεια των Πικιδών (Picidae). Τα πουλιά αυτά είναι ευρέως διαδεδομένα στην Παλαιαρκτική ζώνη (Ευρώπη, Ασία και Βόρεια Αφρική) και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των δασικών οικοσυστημάτων.
Όλα τα είδη του γένους χαρακτηρίζονται από ένα εντυπωσιακό, «παρδαλό» φτέρωμα με έντονες αντιθέσεις μαύρου και λευκού, το οποίο συμπληρώνεται σχεδόν πάντα από κόκκινα ή κίτρινα σημάδια στο κεφάλι και στην περιοχή του υποπρωκτίου (κάτω μέρος της ουράς).

Ταξινομική Σημείωση (Σύγχρονες Ανακατατάξεις)

Παραδοσιακά, το γένος Dendrocopos περιλάμβανε περισσότερα από 25 είδη. Ωστόσο, μια εκτενής μοριακή και φυλογενετική μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2015 αποκάλυψε ότι το γένος ήταν πολυφυλετικό.
Για την αποκατάσταση της μονοφυλετικότητας, ορισμένα είδη μεταφέρθηκαν σε αναστημένα ή νέα γένη. Αν και στη λαϊκή και παλαιότερη βιβλιογραφία αναφέρονται ακόμα ως Dendrocopos, η σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση ορίζει τα εξής:
Η Μεσοτσικλιτάρα μεταφέρθηκε από το Dendrocopos medius στο γένος Dendrocoptes (ως Dendrocoptes medius).
Η Νανοτσικλιτάρα μεταφέρθηκε από το Dendrocopos minor στο γένος Dryobates (ως Dryobates minor).
Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται και τα 5 είδη που απαντώνται στην Ελλάδα και την Ευρώπη, διατηρώντας την παραδοσιακή τους ομαδοποίηση για λόγους πληρότητας.
Μορφολογικές & Ανατομικές Προσαρμογές
Οι δενδροκόποι είναι «ζωντανές μηχανές» σχεδιασμένες για τη ζωή στους κορμούς των δέντρων, διαθέτοντας μοναδικές ανατομικές προσαρμογές:
Απορρόφηση Κραδασμών (Shock Absorption): Το κρανίο τους διαθέτει σπογγώδες οστό που λειτουργεί ως αμορτισέρ, ενώ ο εγκέφαλός τους είναι στενά προσαρμοσμένος μέσα στην κρανιακή κοιλότητα για να αποφεύγονται οι διασείσεις κατά το ράμφισμα.
Η Υοειδής Συσκευή (Hyoid Apparatus): Η γλώσσα τους είναι εξαιρετικά μακριά και, όταν αποσύρεται, τυλίγεται γύρω από το πίσω μέρος του κρανίου τους. Η ανατομία αυτή λειτουργεί προστατευτικά για τον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια των ισχυρών κρούσεων.
Ζυγοδάκτυλα Πόδια: Τα δάχτυλα των ποδιών τους είναι προσανατολισμένα δύο προς τα εμπρός και δύο προς τα πίσω (ζυγοδακτυλία), επιτρέποντάς τους να σκαρφαλώνουν με απίστευτη ευκολία σε κάθετους κορμούς.
Σκληρά Φτερά Ουράς: Τα φτερά της ουράς τους είναι εξαιρετικά σκληρά και άκαμπτα, λειτουργώντας ως «τρίποδο» στήριξης όταν το πουλί στέκεται στον κορμό.
◾1. Dendrocopos major Παρδαλοτσικλιτάρα, Παρδαλοδενδροκόπος
Είναι ο πιο κοινός, αναγνωρίσιμος και ευρέως διαδεδομένος δρυοκολάπτης της Ευρώπης.
Μορφολογία: Μεσαίου μεγέθους (22 - 23 εκατοστά). Χαρακτηρίζεται από τις μεγάλες, οβάλ λευκές κηλίδες («μπαλώματα») στους ώμους, που έρχονται σε αντίθεση με τη μαύρη πλάτη. Το υποπρώκτιο έχει έντονο, καθαρό κόκκινο χρώμα.
Σεξουαλικός διμορφισμός: Ο αρσενικός φέρει μια κατακόκκινη κηλίδα στον αυχένα, ενώ ο θηλυκός έχει εντελώς μαύρο κεφάλι. Τα νεαρά άτομα φέρουν κόκκινο «σκουφάκι» σε ολόκληρο το πάνω μέρος του κεφαλιού.
Παρουσία στην Ελλάδα: Εξαιρετικά κοινό είδος. Απαντάται σε κάθε είδους δασικό οικοσύστημα (κωνοφόρα, φυλλοβόλα), καθώς και σε πεδινά άλση, πάρκα ή μεγάλους κήπους

◾2. Dendrocopos leucotos Λευκονώτης, Λευκονωτοδενδροκόπος
Ο μεγαλύτερος από τους «παρδαλούς» δρυοκολάπτες της Ευρώπης, με ιδιαίτερες οικολογικές απαιτήσεις.
Μορφολογία: Μεγάλο μέγεθος (24 - 26 εκατοστά). Το όνομά του οφείλεται στο κάτω μέρος της πλάτης του (οσφύς), το οποίο είναι καθαρό λευκό. Οι φτερούγες του φέρουν οριζόντιες λευκές ρίγες (γραμμώσεις) αντί για τα μεγάλα λευκά μπαλώματα του D. major.
Σεξουαλικός διμορφισμός: Ο αρσενικός έχει ολόκληρο το πάνω μέρος του κεφαλιού (στέμμα) κόκκινο, ενώ ο θηλυκός μαύρο.
Καθεστώς & Βιότοπος: Σχετικά σπάνιο είδος με αραιή κατανομή. Είναι «ειδικός» των ώριμων, παρθένων δασών φυλλοβόλων (κυρίως οξιάς και βελανιδιάς) με μεγάλη αφθονία όρθιων νεκρών δέντρων, στα οποία αναζητά την τροφή του.

◾3. Dendrocopos medius Μεσοτσικλιτάρα, Μεσοδενδροκόπος
Ένα είδος με ιδιαίτερη μορφολογία και συμπεριφορά, που πλέον κατατάσσεται στο γένος Dendrocoptes.
Μορφολογία: Μεσαίου μεγέθους (20 - 22 εκατοστά). Διακρίνεται εύκολα από το γεγονός ότι και τα δύο φύλα φέρουν κόκκινο στέμμα (πιο ζωηρό στον αρσενικό). Δεν διαθέτει τη μαύρη λωρίδα του «μουστακιού» στο μάγουλο, κάνοντας το πρόσωπό του να φαίνεται πολύ ανοιχτόχρωμο και καθαρό. Το υποπρώκτιο έχει απαλό ροζ χρώμα που σβήνει σταδιακά προς την κοιλιά, η οποία φέρει σκούρες κάθετες ραβδώσεις.
Συμπεριφορά: Σπανίως «τυμπανίζει» (drumming). Αντίθετα, επικοινωνεί την άνοιξη με μια χαρακτηριστική, ρινική κραυγή που μοιάζει με «γκουέκ-γκουέκ».
Βιότοπος: Στενά συνδεδεμένος με ώριμα δάση φυλλοβόλων, με ιδιαίτερη προτίμηση στις υπεραιωνόβιες βελανιδιές (δρύες).

◾4. Dendrocopos minor Νανοτσικλιτάρα, Νανοδενδροκόπος
Ο μικρότερος δρυοκολάπτης της Ευρώπης, με μέγεθος που δεν ξεπερνά αυτό ενός σπουργιτιού.
Μορφολογία: Μικροσκοπικό μέγεθος (14 - 15 εκατοστά) και βάρος μόλις 17 - 25 γραμμάρια. Η πλάτη του φέρει οριζόντιες ασπρόμαυρες ρίγες (σαν σκάλα) και δεν έχει καθόλου κόκκινο χρώμα στο υποπρώκτιο.
Σεξουαλικός διμορφισμός: Ο αρσενικός έχει κόκκινο μέτωπο/στέμμα, ενώ ο θηλυκός λευκό/γκρίζο.
Συμπεριφορά & Εύρεση τροφής: Λόγω του μικρού του μεγέθους, δεν μπορεί να ραμφίσει σκληρούς, χοντρούς κορμούς. Αναζητά την τροφή του (μικρά έντομα και προνύμφες) στα ανώτερα στρώματα της φυλλωσιάς (canopy) των δέντρων, ψάχνοντας στις λεπτές άκρες των κλαδιών. Γίνεται αντιληπτός κυρίως από το γρήγορο, υψηλής συχνότητας τυμπανισμό του και την οξεία κραυγή του («κικ-κικ-κικ»).

◾5. Dendrocopos syriacus Βαλκανοτσικλιτάρα, Βαλκανοδεντροκόπος
Ένα είδος με ιδιαίτερη σημασία, καθώς παρουσιάζει σταδιακή εξάπλωση προς τα βορειοδυτικά της Ευρώπης.
Μορφολογία: Πολύ παρόμοιο σε μέγεθος (22 - 25 εκατοστά) και χρώμα με τον D. major.
Πώς ξεχωρίζει: Η βασική διαφορά εντοπίζεται στο κεφάλι. Στον D. major, η μαύρη λωρίδα του «μουστακιού» ενώνεται με τον μαύρο αυχένα, απομονώνοντας το λευκό μάγουλο. Στον D. syriacus, η μαύρη αυτή λωρίδα διακόπτεται, με αποτέλεσμα το λευκό χρώμα του μάγουλου να ενώνεται άμεσα με το λευκό του λαιμού. Επίσης, έχει ελαφρώς μακρύτερο ράμφος και λιγότερο έντονο κόκκινο στο υποπρώκτιο.
Παρουσία στην Ελλάδα: Τυπικό είδος των πεδινών περιοχών. Συναντάται από τα βόρεια σύνορα της χώρας μέχρι τη Βοιωτία, κυρίως σε δενδροστοιχίες με λεύκες κατά μήκος αγροτικών δρόμων, οπωρώνες και καλλιέργειες.

Συμπεριφορά: Ο Τυμπανισμός (Drumming)

Μία από τις πιο εμβληματικές συμπεριφορές του γένους είναι ο τυμπανισμός. Καθώς οι δρυοκολάπτες δεν διαθέτουν μελωδικό κελάηδισμα όπως τα ωδικά πτηνά, χρησιμοποιούν το γρήγορο και ρυθμικό χτύπημα του ράμφους τους πάνω σε ξερά, ηχηρά κλαδιά (ή ακόμα και σε μεταλλικές επιφάνειες) για:
Την οριοθέτηση της επικράτειάς τους.
Την προσέλκυση συντρόφου κατά την περίοδο της αναπαραγωγής.
Ακουστική διάκριση: Το αυτί ενός έμπειρου παρατηρητή μπορεί να ξεχωρίσει τα είδη από τον τυμπανισμό τους. Για παράδειγμα, ο τυμπανισμός του D. major είναι σύντομος και απότομος (διαρκεί περίπου 0.5 δευτερόλεπτα με 10-16 χτυπήματα), ενώ του D. syriacus είναι ελαφρώς μεγαλύτερος σε διάρκεια και μειώνεται σταδιακά σε ένταση προς το τέλος.
Γένος: Δρυοκόποι (Dryocopus)
Το γένος Dryocopus (ελληνική απόδοση: Δρυοκόπος) περιλαμβάνει μια ομάδα πολύ μεγάλων, ισχυρών και εντυπωσιακών δρυοκολαπτών, οι οποίοι ανήκουν στην τάξη των Δρυοκολαπτόμορφων (Piciformes) και στην οικογένεια των Πικιδών (Picidae).
Τα πουλιά αυτά είναι ευρέως διαδεδομένα στην Ευρασία, τη Βόρεια και Νότια Αμερική, καθώς και σε τμήματα της Ασίας. Λόγω του μεγάλου τους μεγέθους και της ικανότητάς τους να ανοίγουν τεράστιες κουφάλες σε γέρικα δέντρα, θεωρούνται «μηχανικοί οικοσυστημάτων» (ecosystem engineers), καθώς οι φωλιές τους προσφέρουν καταφύγιο σε δεκάδες άλλα είδη του δάσους.
Ετυμολογία
Το επιστημονικό όνομα Dryocopus είναι μια σύνθετη λέξη με αμιγώς ελληνική προέλευση:
Δρυς (oak/tree): Αναφέρεται γενικά στα δέντρα (και ειδικότερα στη βελανιδιά).
Κόπος (από το αρχαίο ρήμα κόπτω - strike/cut): Στην αρχαία ελληνική γλώσσα, η λέξη δρυοκόπος χρησιμοποιούνταν τόσο για τον ξυλοκόπο όσο και για το ίδιο το πουλί, σημαίνοντας κυριολεκτικά «αυτός που χτυπά/κόβει τα δέντρα».
Γεωγραφική Εξάπλωση και Βιότοποι
Το γένος Dryocopus παρουσιάζει σχεδόν παγκόσμια εξάπλωση (εκτός από την Αφρική και την Αυστραλία):
Ευρασία: Αντιπροσωπεύεται από τη Μαυροτσικλιτάρα (D. martius), η οποία εξαπλώνεται από τη Γαλλία και την Ελλάδα μέχρι την Ιαπωνία και τη Σιβηρία.
Βόρεια Αμερική: Φιλοξενεί τον εμβληματικό Λοφιοφόρο Δρυοκολάπτη (D. pileatus).
Κεντρική & Νότια Αμερική: Φιλοξενεί είδη όπως ο Γραμμωτός Δρυοκολάπτης (D. lineatus) και ο απειλούμενος Μαυρόσωμος Δρυοκολάπτης (D. schulzii).
Νότια Ασία: Αντιπροσωπεύεται από τον Λευκοκοιλιά Δρυοκολάπτη (D. javensis).
Τα μέλη του γένους είναι αυστηρά εξαρτημένα από ώριμα, γηραιά δάση (κωνοφόρα, φυλλοβόλα ή μικτά) με μεγάλη αφθονία μεγάλων και νεκρών όρθιων δέντρων, τα οποία είναι απαραίτητα για τη διατροφή και το φώλιασμά τους.
◾1. Dryocopus martius Μαυροτσικλιτάρα, Μαυροδρυοκόπος
Είναι ο μοναδικός εκπρόσωπος του γένους στην Ευρώπη και ο μεγαλύτερος δρυοκολάπτης της ηπείρου.
Μορφολογία: Έχει το μέγεθος μιας κουρούνας (μήκος 45 - 55 εκατοστά, άνοιγμα φτερών 67 - 73 εκατοστά). Το φτέρωμά του είναι εντελώς μαύρο, με εξαίρεση το κόκκινο χρώμα στο κεφάλι.
Σεξουαλικός διμορφισμός: Ο αρσενικός έχει ολόκληρο το πάνω μέρος του κεφαλιού (από το μέτωπο έως τον αυχένα) κατακόκκινο, ενώ ο θηλυκός έχει κόκκινο μόνο ένα μικρό μπάλωμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού (σβέρκο).
Παρουσία στην Ελλάδα: Απαντάται κυρίως στα ώριμα ορεινά δάση της Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας (Πίνδος, Ροδόπη, Όλυμπος), όπου φωλιάζει κυρίως σε γέρικες οξιές και μαύρα πεύκα. Είναι επιδημητικό (μόνιμο) είδος.
Φωνή: Παράγει μια χαρακτηριστική, δυνατή και μελαγχολική κραυγή κατά την πτήση που ακούγεται σαν «κρου-κρου-κρου», καθώς και ένα μακρόσυρτο, θρηνητικό «κλιέεεερ» όταν κάθεται.
◾2. Dryocopus pileatus (Λοφιοφόρος Δρυοκολάπτης / Pileated Woodpecker)
Ο μεγαλύτερος εν ζωή δρυοκολάπτης της Βόρειας Αμερικής (μετά την πιθανή εξαφάνιση του Campephilus principalis).
Μορφολογία: Μέγεθος 40 - 49 εκατοστά. Μαύρο σώμα με έντονες λευκές λωρίδες που ξεκινούν από το πρόσωπο και κατεβαίνουν στον λαιμό. Φέρει ένα εντυπωσιακό, όρθιο κατακόκκινο λοφίο.
Διατροφή: Τρέφεται κυρίως με μυρμήγκια των ξύλων (carpenter ants). Σκάβει βαθιές, ορθογώνιες τρύπες στους κορμούς των δέντρων, σπάζοντας ολόκληρα κομμάτια ξύλου για να φτάσει στις στοές των μυρμηγκιών.
Πολιτισμική αναφορά: Η χαρακτηριστική μορφή και η φωνή του αποτέλεσαν την κύρια έμπνευση για τη δημιουργία του διάσημου χαρακτήρα κινουμένων σχεδίων Γούντι ο Τρυποκάρυδος (Woody Woodpecker).
◾3. Dryocopus lineatus (Γραμμωτός Δρυοκολάπτης / Lineated Woodpecker)
Ένα εντυπωσιακό είδος των τροπικών δασών της Αμερικής.
Μορφολογία: Μέγεθος 31 - 36 εκατοστά. Μοιάζει εξαιρετικά με τον D. pileatus, αλλά είναι μικρότερος και φέρει χαρακτηριστικές λευκές γραμμές που σχηματίζουν ένα «V» στην πλάτη του.
Βιότοπος: Ζει σε τροπικά και υποτροπικά δάση, φυτείες και παρυφές δασών από το Μεξικό έως τη βόρεια Αργεντινή.
Γένος: (Picus)
Το γένος Picus (ελληνική απόδοση: Πίκος ή Πράσινος Δρυοκολάπτης) περιλαμβάνει μια ομάδα μεσαίου έως μεγάλου μεγέθους δρυοκολαπτών της οικογένειας των Πικιδών (Picidae). Αντίθετα με τους παρδαλούς δρυοκολάπτες του γένους Dendrocopos, τα μέλη του γένους Picus χαρακτηρίζονται από το κυρίως πράσινο ή κιτρινοπράσινο φτέρωμά τους, την έντονη προτίμησή τους να τρέφονται στο έδαφος και τις χαρακτηριστικές τους φωνές που θυμίζουν «γέλιο».
Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται τα δύο είδη του γένους Picus που απαντώνται στην Ευρώπη και την Ελλάδα, καθώς και ο σπάνιος Τριδαχτυλοδρυοκολάπτης (Picoides tridactylus), ο οποίος, αν και ανήκει σε διαφορετικό γένος (Picoides), αποτελεί έναν από τους πιο εξειδικευμένους δασικούς δρυοκολάπτες της ηπείρου μας.
Γενικά Χαρακτηριστικά του Γένους Picus
Το πράσινο χρώμα στο φτέρωμά τους προσφέρει εξαιρετικό καμουφλάζ στα φυλλοβόλα δάση και στα λιβάδια όπου συχνάζουν. Τα περισσότερα είδη φέρουν επίσης έντονο κόκκινο χρώμα στο κεφάλι (στέμμα), το οποίο είναι πιο εκτεταμένο στα αρσενικά άτομα.
Διατροφή στο Έδαφος (Μυρμηγκοφαγία). Σε αντίθεση με άλλους δρυοκολάπτες που αναζητούν την τροφή τους αποκλειστικά σκάβοντας βαθιά στους κορμούς των δέντρων, οι πράσινοι δρυοκολάπτες είναι σε μεγάλο βαθμό εδαφόβιοι τροφοσυλλέκτες.
Η κύρια τροφή τους είναι τα μυρμήγκια και οι προνύμφες τους (κυρίως των γενών Lasius και Formica).
Διαθέτουν μια εξαιρετικά μακρινή, κολλώδη γλώσσα (που εκτείνεται έως και 10 εκατοστά πέρα από την άκρη του ράμφους τους) με την οποία εισχωρούν στις μυρμηγκοφωλιές στο έδαφος για να παγιδεύσουν τη λεία τους.
◾1. Picus canus Σταχτοτσικλιτάρα, Σταχτοδρυοκολάπτης
Ένα είδος στενά συγγενικό με τον Πρασινοδρυοκολάπτη, αλλά με πιο διακριτικά χρώματα και αυστηρότερες οικολογικές απαιτήσεις.
Μορφολογία: Ελαφρώς μικρότερος από τον P. viridis (μήκος 27 - 32 εκατοστά, βάρος 120 - 160 εκατοστά).
Πώς ξεχωρίζει (Διαγνωστικά Στοιχεία):
Το Κεφάλι: Το κεφάλι και ο λαιμός του είναι ομοιόμορφα σταχτί-γκρίζα, με πολύ λεπτότερο μαύρο «μουστάκι» και λιγότερο μαύρο γύρω από τα μάτια.
Το Κόκκινο Χρώμα: Ο αρσενικός φέρει κόκκινο χρώμα μόνο στο μέτωπο (όχι σε όλο το στέμμα), ενώ ο θηλυκός δεν έχει καθόλου κόκκινο στο κεφάλι.
Βιότοπος & Παρουσία: Απαντάται κυρίως σε ώριμα ορεινά δάση (ιδιαίτερα με οξιές και φυλλοβόλες δρύες) και παρόχθια δάση της Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας (π.χ. Ροδόπη, Πίνδος). Είναι πιο επιφυλακτικός και δυσκολότερος στην παρατήρηση σε σχέση με τον Πρασινοδρυοκολάπτη.
Φωνή: Το «γέλιό» του είναι πιο μελαγχολικό, αργό και φθίνον σε ένταση και τόνο προς το τέλος («πιου-πιου-πιου-πιου-πιου»). Αντίθετα με τον Πρασινοδρυοκολάπτη, ο Σταχτοδρυοκολάπτης τυμπανίζει τακτικά την άνοιξη.

◾2. Picus viridis Δρυοκολάπτης Πρασινοδρυοκολάπτης
Είναι ο πιο κοινός και αναγνωρίσιμος πράσινος δρυοκολάπτης στην Ευρώπη και την Ελλάδα.
Μορφολογία: Μεγάλο μέγεθος (μήκος σώματος 30 έως 36 εκατοστά, άνοιγμα φτερών 40 - 44 εκατοστά). Το σώμα του είναι κυρίως πράσινο στο πάνω μέρος και ανοιχτό λαδί-γκρι στο κάτω μέρος, με έντονο κίτρινο ουροπύγιο (ορατό κυρίως κατά την πτήση).
Χαρακτηριστικά Κεφαλιού: Φέρει ένα εντυπωσιακό κατακόκκινο «σκουφί» (στέμμα) που ξεκινά από το μέτωπο και φτάνει έως τον αυχένα, και μια μαύρη «μάσκα» γύρω από τα μάτια.
Σεξουαλικός Διμορφισμός: Στον αρσενικό, η λωρίδα του «μουστακιού» (που ξεκινά από τη βάση του ράμφους) έχει κόκκινο κέντρο περιβαλλόμενο από μαύρο, ενώ στον θηλυκό είναι εντελώς μαύρη.
Συμπεριφορά στην Ελλάδα: Είναι κοινό, επιδημητικό (μόνιμο) είδος. Προτιμά ανοιχτά φυλλοβόλα ή μικτά δάση, παρυφές δασών, ελαιώνες, οπωρώνες, μεγάλα πάρκα και κήπους. Κινείται στο έδαφος με χαρακτηριστικά νευρικά πηδηματάκια.
Φωνή: Παράγει ένα πολύ δυνατό, ηχηρό και ρυθμικό κάλεσμα που μοιάζει με ανθρώπινο γέλιο («κλου-κλου-κλου-κλου-κλουι»), το οποίο ακούγεται από μεγάλη απόσταση. Σπανίως τυμπανίζει.

◾3. Picoides tridactylus Τριδάχτυλος, Τριδαχτυλοδρυοκολάπτης.
Ο Τριδαχτυλοδρυοκολάπτης (Picoides tridactylus) ανήκει σε εντελώς διαφορετικό γένος και παρουσιάζει μοναδικές εξελικτικές προσαρμογές που τον διαφοροποιούν από όλους τους άλλους ευρωπαϊκούς δρυοκολάπτες.
Η Ανατομική Ιδιαιτερότητα (Τριδακτυλία): Όπως δηλώνει και το όνομά του, το πουλί αυτό διαθέτει μόνο 3 δάχτυλα σε κάθε πόδι (δύο προσανατολισμένα προς τα εμπρός και ένα προς τα πίσω). Έχει χάσει εντελώς το πρώτο δάχτυλο (hallux), μια προσαρμογή που πιστεύεται ότι του επιτρέπει να πραγματοποιεί πιο ισχυρά και κάθετα χτυπήματα με το ράμφος του, καθώς ολόκληρος ο άξονας του ποδιού ευθυγραμμίζεται με τη δύναμη της κρούσης.
Μορφολογία: Μεσαίου μεγέθους (21 - 24 εκατοστά). Το φτέρωμά του είναι κυρίως ασπρόμαυρο (μοιάζει με τους παρδαλούς δρυοκολάπτες), με έντονα ραβδωτά πλευρά και μια λευκή λωρίδα που διατρέχει την πλάτη του. Δεν φέρει καθόλου κόκκινο χρώμα στο σώμα ή το κεφάλι του.
Σεξουαλικός Διμορφισμός: Ο αρσενικός φέρει ένα λαμπερό, λεμονοκίτρινο «σκουφί» (στέμμα) στο κεφάλι, ενώ ο θηλυκός έχει εντελώς ασπρόμαυρο κεφάλι.
Οικολογία & Βιότοπος: Είναι «ειδικός» των βόρειων (ταϊγκα) και των μεγάλων υψομέτρων κωνοφόρων δασών (κυρίως ερυθρελάτης και δασικής πεύκης). Στην Ελλάδα, αποτελεί ένα εξαιρετικά σπάνιο και τοπικό είδος, το οποίο φωλιάζει αποκλειστικά στα παρθένα δάση ερυθρελάτης της οροσειράς της Ροδόπης (π.χ. Δάσος Ελατιάς και Φρακτού).
Διατροφική Εξειδίκευση: Τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με προνύμφες σκαθαριών που ζουν κάτω από τον φλοιό των δέντρων (Scolytinae). Είναι γνωστός για τη συνήθειά του να ξεφλουδίζει συστηματικά τον φλοιό νεκρών ή ετοιμοθάνατων κωνοφόρων δέντρων για να βρει την τροφή του.

◾1. Jynx torquilla Στραβολαίµης, Ίυγξ
Ο Στραβολαίμης (επιστημονική ονομασία: Jynx torquilla, αρχ. ελληνικά: Ίυγξ) αποτελεί το πιο ασυνήθιστο, ιδιόμορφο και ανατομικά εξειδικευμένο μέλος της οικογένειας των Πικιδών (Picidae - Δρυοκολάπτες) στην Ευρώπη. Ανήκει στην υποοικογένεια των Ιυγγινών (Jynginae), η οποία αντιπροσωπεύεται παγκοσμίως από ένα μόνο γένος (Jynx) και δύο μόλις είδη (το δεύτερο είναι ο κοκκινόλαιμος στραβολαίμης της Αφρικής, Jynx ruficollis).
Αντίθετα με τους υπόλοιπους δρυοκολάπτες, ο Στραβολαίμης δεν σκάβει το ξύλο, δεν έχει σκληρή ουρά στήριξης, περνά τον περισσότερο χρόνο του στο έδαφος και είναι το μοναδικό είδος της οικογένειας στην Ευρώπη που πραγματοποιεί μακρινή μετανάστευση.
Ετικέτες: Δρυοκολαπτόμορφα, Οικογένεια

Ευχαριστούμε που διαβάσατε την ανάρτηση Δρυοκολαπτίδες

Back To Top