Οικογένεια Σκολοπακίδες (Scolopacidae) 
Οι Σκολόπακες είναι μία πολυπληθής και πολύμορφη οικογένεια παρυδάτιων πουλιών, με μακρύ ράμφος και μακριά πόδια συνήθως στις ακτές και τα έλη, αν και συχνά μερικά είδη όπως η μπεκάτσα (scolopax rustίcola) αναζητούν δάση ή και ανοιχτά μέρη.
Η ονομασία της οικογένειας προέρχεται από τη λατινική λέξη iscolopsi που σημαίνει κάτι μυτερό, μακρύ, αγκαθώδες. Τρέφονται με σκουλήκια, μαλάκια, καρκινοειδή, μικρά ψάρια, έντομα και προνύμφες εντόμων, και εν μέρει φυτικής προέλευσης τροφή.
Οι Σκολοπακίδες φωλιάζουν συνήθως μέσα σε κοιλότητες άμμου ή στη χλόη, όπου εναποθέτουν και τα 4 μεγάλα αβγά που γεννάνε. Οι νεοσσοί, από πολύ νωρίς, περπατάνε.
Τρέφονται με έντομα και υδρόβια μικρά ζώα. Τα μακριά άλλωστε πόδια τους και το μακρύ επίσης ράμφος τους, τους επιτρέπουν να περπατάνε στα ρηχά νερά και να ψάχνουν για την τροφή τους μέσα στη λάσπη του πυθμένα. Συνήθως όμως δεν κολυμπάνε, παρά το γεγονός ότι μερικά είδη έχουν τα δάχτυλα τους ενωμένα με νηκτική μεμβράνη.
Το φτέρωμά τους χαρακτηρίζεται από τις καφετιές και καστανές μικρές κηλίδες του, που αποτελούν στην πραγματικότητα χρωματική προσαρμογή με το περιβάλλον. Στην περίοδο της σύζευξης, τα θηλυκά αποκτούν «νυφική περιβολή» καθώς το φτέρωμά τους στο στήθος γίνεται κοκκινωπό ή καστανό. Αντίθετα με τα περισσότερα πουλιά, το θηλυκό πολλών Σ. εμφανίζει λαμπρότερους χρωματισμούς από το αρσενικό.
Στις περιπτώσεις αυτές το θηλυκό είναι και πιο επιθετικό ερωτικά από το αρσενικό. Πολλά είδη Σ., που κατοικούν στις βόρειες περιοχές είναι μεταναστευτικά και το χειμώνα κατεβαίνουν σε πιο θερμές περιοχές. Μερικά απ’ αυτά φτάνουν ως τη Νότια Αφρική, Νέα Ζηλανδία και Αυστραλία.
Τα είδη αυτά πετάνε σε μεγάλα σμήνη, που αποτελούνται είτε από ένα είδος Σ., είτε από διάφορα είδη αλλά του ίδιου πάντα μεγέθους. Τέλος, οι Σ. έχουν πολύ νόστιμο κρέας και γι’ αυτό και τα κυνηγούν, με άμεσο κίνδυνο, πολλά τους είδη να τείνουν να εξαφανιστούν.
Οι Σκολοπακίδες είναι ελόβια πουλιά που ζουν και στην Ελλάδα.
Εμφάνιση: Στιβαρή και κοντόχοντρη, στο μέγεθος κότσυφα. Το καλοκαίρι το στήθος της παίρνει ένα βαθύ κεραμιδί χρώμα.
Ιδιαιτερότητα: Πραγματοποιεί μερικές από τις μεγαλύτερες αδιάκοπες πτήσεις στον κόσμο, καλύπτοντας χιλιάδες χιλιόμετρα από την Αρκτική μέχρι τη Νότια Αφρική ή την Αυστραλία.
Εμφάνιση: Το πιο "λευκό" από όλα τα παρυδάτια το χειμώνα.
Συμπεριφορά: Είναι το πουλί που βλέπουμε συχνά στις αμμουδιές να "κυνηγάει" τα κύματα, τρέχοντας πολύ γρήγορα πάνω-κάτω στην άμμο καθώς το νερό υποχωρεί.
Εμφάνιση: Χαρακτηρίζεται από το ελαφρώς καμπυλωτό ράμφος προς τα κάτω. Την άνοιξη αναγνωρίζεται εύκολα από τη μεγάλη μαύρη κηλίδα στην κοιλιά της.
Στην Ελλάδα: Είναι η πιο πολυπληθής σκαλίδρα που ξεχειμωνιάζει στη χώρα μας, σχηματίζοντας τεράστια σμήνη στους μεγάλους υγροτόπους (π.χ. Δέλτα Έβρου).
Εμφάνιση: Μοιάζει με τη Λασποσκαλίδρα αλλά έχει πιο μακρύ και έντονα κυρτό ράμφος (σαν δρεπάνι). Χρώμα: Στο αναπαραγωγικό φτέρωμα, όλο το κάτω μέρος του σώματος γίνεται έντονο σκουριασμένο κόκκινο.
Παρόμοιο μέγεθος αλλά με κιτρινοπράσινα πόδια και πιο ομοιόμορφο γκρίζο χρώμα. Όταν τρομάζει, πετάει σχεδόν κάθετα προς τα πάνω.
Νανοσκαλίδρα: Μικροσκοπική (μόλις 12-14 εκ.), με μαύρα πόδια. Προτιμά τις λασπώδεις ακτές.
Βιότοπος: Όπως λέει το όνομά της, είναι η μοναδική που προτιμά τις βραχώδεις ακτές όπου σκάει το κύμα, τρεφόμενη με οργανισμούς που ζουν ανάμεσα στα φύκια.
Εμφάνιση: Σκούρο, σχεδόν πορφυρό-γκρίζο φτέρωμα και κοντά, πορτοκαλί πόδια.

Το Ράμφος: Είναι το πιο χαρακτηριστικό της γνώρισμα. Είναι σχετικά μακρύ, βαρύ στη βάση και παρουσιάζει μια ιδιαίτερη κλίση προς τα κάτω (down-curved) ακριβώς στην άκρη, θυμίζοντας "τσαπί" ή δρεπάνι.
Το Κεφάλι: Διαθέτει ένα εντυπωσιακό σχέδιο με διπλή λευκή γραμμή (φρύδι) πάνω από το μάτι, κάτι που τη διακρίνει από τη Λασποσκαλίδρα.
Μέγεθος: Είναι ελαφρώς μικρότερη από τη Λασποσκαλίδρα (περίπου 16-18 εκατοστά), με κοντά πόδια που της δίνουν μια "χαμηλή" σιλουέτα.
Χειμερινό φτέρωμα: Γίνεται πιο ομοιόμορφα γκρίζα, αλλά το σχήμα του ράμφους και το σχέδιο του κεφαλιού παραμένουν τα βασικά στοιχεία αναγνώρισης.
Στην Ελλάδα: Είναι τακτικός αλλά όχι πολύ κοινός μετανάστης. Τη συναντάμε κυρίως κατά τη διάρκεια της φθινοπωρινής μετανάστευσης (Αύγουστο - Σεπτέμβριο) σε λασπώδεις υγρότοπους, αλυκές και εκβολές ποταμών.

Εμφάνιση: Μεγάλο πουλί (36-44 εκ.) με μακρύ, σχεδόν ίσιο ράμφος που έχει ροζ βάση και μαύρη άκρη. Κατά την πτήση, ξεχωρίζει από την κατάλευκη ουρά με την πλατιά μαύρη λωρίδα στο τελείωμα και τις λευκές λωρίδες στις φτερούγες.
Βιότοπος: Στην Ελλάδα τη συναντάμε σε λιμνοθάλασσες και υγρούς λειμώνες. Αναπαράγεται κυρίως σε ελώδεις εκτάσεις της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης.
Κατάσταση: Θεωρείται "Σχεδόν Απειλούμενο" είδος παγκοσμίως λόγω της απώλειας των υγροτόπων αναπαραγωγής του.
Εμφάνιση: Λίγο μικρότερη από την κοινή Λιμόζα. Το ράμφος της έχει μια ελαφριά κλίση προς τα πάνω. Σε αντίθεση με τη Λιμόζα, η ουρά της έχει λεπτές ραβδώσεις (μπάρες) και δεν διαθέτει λευκές λωρίδες στις φτερούγες.
Ο Παγκόσμιος Πρωταθλητής: Το υποείδος baueri κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ για τη μεγαλύτερη αδιάκοπη πτήση πτηνού. Έχει καταγραφεί άτομο που πέταξε από την Αλάσκα έως τη Νέα Ζηλανδία —μια απόσταση πάνω από 12.000 χιλιόμετρα— σε 11 ημέρες, χωρίς να σταματήσει ούτε μια φορά για τροφή ή ξεκούραση!
Μεταμόρφωση: Πριν το ταξίδι, το πουλί διπλασιάζει το βάρος του σε λίπος, ενώ τα εσωτερικά του όργανα (στομάχι, συκώτι) συρρικνώνονται για να μειωθεί το βάρος και να εξοικονομηθεί ενέργεια.

Η Κατάσταση: Κρίσιμα Κινδυνεύον (Πιθανώς Εξαφανισμένο). Πρόκειται για το ιερό δισκοπότηρο των ορνιθολόγων.
Εμφάνιση: Μοιάζει με μικρή Τουρλίδα, αλλά έχει πιο λεπτό ράμφος και χαρακτηριστικές καρδιόσχημες μαύρες κηλίδες στα πλάγια του στήθους (αντί για ραβδώσεις).
Το Μυστήριο: Η τελευταία επιβεβαιωμένη παρατήρηση στον κόσμο έγινε το 1995 στο Μαρόκο. Παρά τις εντατικές έρευνες στη Σιβηρία (όπου αναπαραγόταν) και στη Μεσόγειο, δεν έχει βρεθεί κανένα άτομο έκτοτε.
Στην Ελλάδα: Η Ελλάδα (ιδιαίτερα το Δέλτα του Έβρου και ο Πόρτο Λάγος) ήταν ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς ξεχειμωνιάσματος για το είδος μέχρι τη δεκαετία του '80.
Αναγνώριση: Το βασικό του γνώρισμα είναι το κεφάλι, το οποίο φέρει έντονες σκούρες και ανοιχτόχρωμες λωρίδες (σαν "μάσκα").
Συμπεριφορά: Στην Ελλάδα τον βλέπουμε κυρίως κατά τη μετανάστευση. Είναι πιο θορυβώδες πουλί, με χαρακτηριστική φωνή που μοιάζει με γρήγορο "τι-τι-τι-τι".
Φωνή: Το κάλεσμά της είναι ένας από τους πιο μελαγχολικούς και όμορφους ήχους των υγροτόπων, ένα δυνατό και ανερχόμενο "κουρ-λι".
Στην Ελλάδα: Κοινό είδος τον χειμώνα σε παραθαλάσσιους υγρότοπους, αλυκές και λασποτόπια.
Εμφάνιση: Χαρακτηρίζεται από τα έντονα πορτοκαλί-κόκκινα πόδια και τη βάση του ράμφους. Στην πτήση, ξεχωρίζει από την πλατιά λευκή λωρίδα στο πίσω μέρος των φτερούγων.
Συμπεριφορά: Είναι ο "φύλακας" του βάλτου, καθώς είναι το πρώτο πουλί που βγάζει δυνατές κραυγές συναγερμού όταν αντιληφθεί κίνδυνο.
Εμφάνιση: Το καλοκαίρι είναι το μοναδικό παρυδάτιο που γίνεται εντελώς μαύρο (με λευκά στίγματα). Το χειμώνα γίνεται ανοιχτό γκρι, αλλά διατηρεί τα πολύ μακριά, κόκκινα πόδια του.
Συμπεριφορά: Αναζητά τροφή σε πιο βαθιά νερά από τους άλλους τρύγγες, μερικές φορές κολυμπώντας κιόλας.
Εμφάνιση: Μοιάζει με "μικρογραφία" του Πρασινοσκέλη. Είναι πολύ κομψός, με εξαιρετικά λεπτό ράμφος (σαν βελόνα) και πολύ μακριά, λεπτά πόδια.
Βιότοπος: Προτιμά γλυκά νερά και λασπώδεις όχθες.
Εμφάνιση: Ο μεγαλύτερος του γένους. Έχει χαρακτηριστικά πρασινωπά πόδια και ράμφος που έχει μια ελαφριά κλίση προς τα πάνω.
Στην Ελλάδα: Κοινό είδος κατά τη μετανάστευση και το χειμώνα. Το λευκό του ουροπύγιο επεκτείνεται σε σχήμα "V" στην πλάτη.
Έχει πολύ σκούρα (σχεδόν μαύρη) ράχη που κάνει έντονη αντίθεση με την κατάλευκη κοιλιά και το ουροπύγιο. Έχει την περίεργη συνήθεια να φωλιάζει σε εγκαταλελειμμένες φωλιές κοτσυφιών πάνω σε δέντρα.
Η ράχη του είναι καστανή με έντονες λευκές κηλίδες. Είναι από τους πιο πολυάριθμους μετανάστες στην Ελλάδα την άνοιξη.
Τα Πόδια: Είναι κοντά σε σχέση με το σώμα του και έχουν ένα έντονο πορτοκαλί ή κιτρινοπράσινο χρώμα.
Φτέρωμα: Το πάνω μέρος είναι σταχτόγκριζο με δύο χαρακτηριστικές σκούρες λωρίδες σε σχήμα "V" στην πλάτη, ενώ το κάτω μέρος είναι κατάλευκο.
Κυνήγι: Συχνά κυνηγά τη λεία του (μικρά καρκινοειδή και έντομα) τρέχοντας στην άκρη του νερού με το ράμφος του στραμμένο προς τα εμπρός, θυμίζοντας σε συμπεριφορά τη Λευκοσκαλίδρα.
Στην Ελλάδα: Είναι σπάνιος και τακτικός μετανάστης. Τον συναντάμε κυρίως κατά τη διάρκεια της εαρινής και φθινοπωρινής μετανάστευσης σε παράκτιους υγροτόπους και λιμνοθάλασσες.
Ξεχειμώνιασμα: Μεταναστεύει σε μεγάλες αποστάσεις για να φτάσει στις ακτές της Αφρικής, της Νότιας Ασίας και της Αυστραλίας.
Μέγεθος: Περίπου 20 εκατοστά (παρόμοιο με τον Λασπότρυγγα).
Φτέρωμα: Το πάνω μέρος είναι ομοιόμορφο λαδί-καφέ, ενώ το κάτω μέρος είναι κατάλευκο. Η λευκή περιοχή του στήθους "ανεβαίνει" προς τον ώμο, δημιουργώντας μια χαρακτηριστική λευκή εσοχή (σαν σφήνα) μπροστά από τη φτερούγα.
Πόδια: Σχετικά κοντά και γκριζοπράσινα.
Κίνηση: Διαθέτει την πιο έντονη κίνηση "tail-bobbing" (κουνάει συνεχώς την ουρά και το πίσω μέρος του σώματος πάνω-κάτω).
Πτήση: Πετάει πολύ χαμηλά πάνω από την επιφάνεια του νερού με γρήγορα χτυπήματα των φτερών, τα οποία κρατάει ελαφρώς κυρτά προς τα κάτω, εκτελώντας συχνά μικρές αεροπλανήσεις (gliding).
Βιότοπος: Αντίθετα με άλλα παρυδάτια, δεν περιορίζεται μόνο σε βάλτους. Θα τον βρούμε σε όχθες ποταμών με βότσαλα, λίμνες, κανάλια, ακόμα και σε βραχώδεις ακτές.
Χαρακτηριστικά: Κατά την αναπαραγωγική περίοδο, το στήθος του καλύπτεται από έντονες μεγάλες μαύρες κηλίδες (εξ ου και το όνομά του).
Ιδιαιτερότητα: Είναι διάσημος για το σύστημα αναπαραγωγής του (πολυανδρία), όπου το θηλυκό διεκδικεί την περιοχή και το αρσενικό αναλαμβάνει την επώαση των αυγών και τη φροντίδα των νεοσσών.
Χρώματα: * Αναπαραγωγικό φτέρωμα: Ένα εντυπωσιακό "μωσαϊκό" από κεραμιδί, μαύρο και λευκό χρώμα στην πλάτη, με λευκό κεφάλι που φέρει μαύρες λωρίδες.
Χειμερινό φτέρωμα: Πιο διακριτικό, με σκοτεινό γκρίζο-καφέ πάνω μέρος και λευκή κοιλιά, αλλά πάντα διατηρεί το έντονο πορτοκαλί χρώμα στα πόδια.
Τεχνική: Χρησιμοποιεί το στιβαρό του ράμφος για να αναποδογυρίζει πέτρες, βότσαλα, κοχύλια και συστάδες από φύκια στην ακτή.
Στόχος: Με αυτή την κίνηση αποκαλύπτει κρυμμένα καρκινοειδή (μικρά καβούρια, γαρίδες), μαλάκια και θαλάσσια σκουλήκια που κρύβονται από κάτω.
Κοινωνικότητα: Συχνά αναζητά τροφή σε μικρές ομάδες και είναι αρκετά τολμηρός, επιτρέποντας στους ανθρώπους να τον πλησιάσουν σε σχετικά κοντινή απόσταση.
Στην Ελλάδα: Συναντάμε το υποείδος Arenaria interpres interpres. Είναι κυρίως μετανάστης και χειμερινός επισκέπτης.
Βιότοπος: Προτιμά σχεδόν αποκλειστικά τις βραχώδεις ακτές και τα λιμάνια, αλλά μπορεί να τον δούμε και σε αμμώδεις παραλίες ή αλυκές αν υπάρχουν πολλά φερτά υλικά (φύκια) στην ακτογραμμή.
Εμφάνιση: Είναι ο μικρότερος από τους φαλαρόποδες. Το καλοκαίρι, το θηλυκό έχει έναν εντυπωσιακό κόκκινο-σκουριασμένο λαιμό, γκρίζο κεφάλι και λευκό λαιμό. Το χειμώνα γίνεται σταχτόλευκος.
Βιότοπος: Αναπαράγεται στην Αρκτική τούνδρα κοντά σε λίμνες. Κατά τη μετανάστευση και το χειμώνα, ζει κυρίως σε θαλάσσιο περιβάλλον.
Στην Ελλάδα: Είναι τακτικός αλλά σπάνιος μετανάστης. Τον βλέπουμε συνήθως να κολυμπά σε αλυκές ή λιμνοθάλασσες, συχνά σε μικρές ομάδες.
Εμφάνιση: Το καλοκαίρι, το θηλυκό έχει έντονο κεραμιδί-κόκκινο χρώμα σε όλο το κάτω μέρος του σώματος και λευκά μάγουλα. Το χειμώνα (όταν τον βλέπουμε συνήθως στην Ευρώπη) είναι σχεδόν ομοιόμορφα ανοιχτό γκρίζος στην πλάτη και λευκός από κάτω.
Βιότοπος: Είναι το πιο "πελαγικό" είδος. Ξεχειμωνιάζει στον ανοιχτό ωκεανό, συχνά σε περιοχές όπου συναντώνται θερμά και ψυχρά ρεύματα, πλούσια σε πλαγκτόν.
Χαρακτηριστικά: Έχει πιο χοντρό ράμφος από τον Ερυθρόλαιμο Φαλαρόποδα.
Τα Θηλυκά: Είναι πιο μεγάλα, έχουν πιο έντονα χρώματα και διεκδικούν τα αρσενικά.
Τα Αρσενικά: Αναλαμβάνουν αποκλειστικά την επώαση των αυγών και την ανατροφή των νεοσσών.

Οι Σκολόπακες είναι μία πολυπληθής και πολύμορφη οικογένεια παρυδάτιων πουλιών, με μακρύ ράμφος και μακριά πόδια συνήθως στις ακτές και τα έλη, αν και συχνά μερικά είδη όπως η μπεκάτσα (scolopax rustίcola) αναζητούν δάση ή και ανοιχτά μέρη.
Η ονομασία της οικογένειας προέρχεται από τη λατινική λέξη iscolopsi που σημαίνει κάτι μυτερό, μακρύ, αγκαθώδες. Τρέφονται με σκουλήκια, μαλάκια, καρκινοειδή, μικρά ψάρια, έντομα και προνύμφες εντόμων, και εν μέρει φυτικής προέλευσης τροφή.
Οι Σκολοπακίδες φωλιάζουν συνήθως μέσα σε κοιλότητες άμμου ή στη χλόη, όπου εναποθέτουν και τα 4 μεγάλα αβγά που γεννάνε. Οι νεοσσοί, από πολύ νωρίς, περπατάνε.
Τρέφονται με έντομα και υδρόβια μικρά ζώα. Τα μακριά άλλωστε πόδια τους και το μακρύ επίσης ράμφος τους, τους επιτρέπουν να περπατάνε στα ρηχά νερά και να ψάχνουν για την τροφή τους μέσα στη λάσπη του πυθμένα. Συνήθως όμως δεν κολυμπάνε, παρά το γεγονός ότι μερικά είδη έχουν τα δάχτυλα τους ενωμένα με νηκτική μεμβράνη.
Το φτέρωμά τους χαρακτηρίζεται από τις καφετιές και καστανές μικρές κηλίδες του, που αποτελούν στην πραγματικότητα χρωματική προσαρμογή με το περιβάλλον. Στην περίοδο της σύζευξης, τα θηλυκά αποκτούν «νυφική περιβολή» καθώς το φτέρωμά τους στο στήθος γίνεται κοκκινωπό ή καστανό. Αντίθετα με τα περισσότερα πουλιά, το θηλυκό πολλών Σ. εμφανίζει λαμπρότερους χρωματισμούς από το αρσενικό.
Στις περιπτώσεις αυτές το θηλυκό είναι και πιο επιθετικό ερωτικά από το αρσενικό. Πολλά είδη Σ., που κατοικούν στις βόρειες περιοχές είναι μεταναστευτικά και το χειμώνα κατεβαίνουν σε πιο θερμές περιοχές. Μερικά απ’ αυτά φτάνουν ως τη Νότια Αφρική, Νέα Ζηλανδία και Αυστραλία.
Τα είδη αυτά πετάνε σε μεγάλα σμήνη, που αποτελούνται είτε από ένα είδος Σ., είτε από διάφορα είδη αλλά του ίδιου πάντα μεγέθους. Τέλος, οι Σ. έχουν πολύ νόστιμο κρέας και γι’ αυτό και τα κυνηγούν, με άμεσο κίνδυνο, πολλά τους είδη να τείνουν να εξαφανιστούν.
Οι Σκολοπακίδες είναι ελόβια πουλιά που ζουν και στην Ελλάδα.
Υδρόβια & Παρυδάτια | Οικογένεια Σκολοπακίδες (Scolopacidae)
Η οικογένεια αυτή περιλαμβάνει πουλιά που είναι διάσημα για τα εξαιρετικά ευαίσθητα και μακριά ράμφη τους, τα οποία χρησιμοποιούν σαν "λαβίδες" για να βρίσκουν τροφή βαθιά μέσα στο χώμα ή τη λάσπη.Μπεκάτσα - Scolopax Rusticola
Η μπεκάτσα είναι μοναχικό πτηνό και βρίσκεται στα πιο απόμακρα μέρη του δάσους. Σχετικά με αυτό το πτηνό υπάρχουν πολλά μυστήρια.
Χαρακτηριστικά: Είναι το μοναδικό είδος της οικογένειας που προτιμά το δάσος από τους υγροτόπους. Διαθέτει μάτια τοποθετημένα έτσι ώστε να έχει όραση 360 μοιρών!
Μυστήρια: Υπάρχουν αναφορές ότι οι μπεκάτσες μπορούν να "γυψώνουν" τα σπασμένα τους πόδια χρησιμοποιώντας λάσπη και πούπουλα, αν και αυτό παραμένει θέμα συζήτησης μεταξύ των επιστημόνων.
Στην Ελλάδα: Είναι δημοφιλές θήραμα, γνωστό για την εξαιρετική ικανότητα παραλλαγής του στο έδαφος με τα πεσμένα φύλλα.
Διαθέτει, αναλογικά το μακρύτερο ράμφος από κάθε άλλο πουλί στην Ελλάδα, μήκους τουλάχιστον 6,5 εκατοστών! Το χρώμα του ράμφους είναι γκριζοπράσινο.
Ράμφος: Αναλογικά το μακρύτερο στην Ελλάδα (πάνω από 6,5 εκ.). Η άκρη του είναι εύκαμπτη και γεμάτη νεύρα για να εντοπίζει κινήσεις σκουληκιών στο βούρκο.
Συμπεριφορά: Όταν τρομάζει, πετάγεται απότομα κάνοντας μια χαρακτηριστική "ζιγκ-ζαγκ" πτήση για να μπερδέψει τους θηρευτές.
Κουφομπεκάτσινο (lymnocryptes minimus)
Είναι είδος μεταναστευτικό, ξεχειμωνιάζει κυρίως στη δυτική και νότια Ευρώπη, βόρεια Αφρική, Μεσογειακές χώρες, Τουρκία και Βόρεια μέση Ανατολή.
Μέγεθος: Το μικρότερο της παρέας.
Συμπεριφορά: Ονομάζεται "κουφό" γιατί δεν πετάει παρά μόνο αν κάποιος το πλησιάσει σε απόσταση λίγων εκατοστών. Έχει μια παράξενη κίνηση πάνω-κάτω όταν στέκεται, σαν να χορεύει.
Διπλομπεκάτσινο (Gallinago media).
Το Διπλομπεκάτσινο είναι ελαφρά μεγαλύτερο από το Μπεκατσίνι και δύσκολα διακρίνεται από αυτό.
Διαφορές: Ελαφρώς μεγαλύτερο από το κοινό μπεκατσίνι, με πιο "βαρύ" σώμα και περισσότερο λευκό στα εξωτερικά φτερά της ουράς. Είναι σπάνιο στην Ελλάδα.
H Πετροτουρλίδα φωλιάζει σε πολλούς παράκτιους υγροτόπους στην Μακεδονία, τη Θράκη, τη Δυτική και Στερεά Ελλάδα, την Κρήτη στην Λέσβο και στην Λήμνο.
Εμφάνιση: Πουλί με μεγάλα κίτρινα μάτια, ιδανικά για νυχτερινή δραστηριότητα.
Βιότοπος: Προτιμά αμμώδεις περιοχές, κοίτες ποταμών και παράκτιους υγροτόπους. Είναι δεξιοτέχνης στην παραλλαγή, καθώς "κολλάει" στο έδαφος και γίνεται αόρατη ανάμεσα στις πέτρες.
Μαχητής (Calidris pugnax / Philomachus pugnax)
Μετρίου μεγέθους παρυδάτιο πουλί που παρουσιάζει φυλετικό διμορφισμό. Το αρσενικό (29εκ.) είναι μεγαλύτερο του θηλυκού (23εκ.) και κατά την περίοδο.
Φυλετικός Διμορφισμός: Το αρσενικό είναι πολύ μεγαλύτερο.
Αναπαραγωγή: Το όνομά του οφείλεται στα εντυπωσιακά "κολάρα" από φτερά που αναπτύσσουν τα αρσενικά την άνοιξη και στις εικονικές μάχες που δίνουν σε συγκεκριμένες περιοχές (lek) για να εντυπωσιάσουν τα θηλυκά.
Η μπεκάτσα είναι μοναχικό πτηνό και βρίσκεται στα πιο απόμακρα μέρη του δάσους. Σχετικά με αυτό το πτηνό υπάρχουν πολλά μυστήρια.
Χαρακτηριστικά: Είναι το μοναδικό είδος της οικογένειας που προτιμά το δάσος από τους υγροτόπους. Διαθέτει μάτια τοποθετημένα έτσι ώστε να έχει όραση 360 μοιρών!
Μυστήρια: Υπάρχουν αναφορές ότι οι μπεκάτσες μπορούν να "γυψώνουν" τα σπασμένα τους πόδια χρησιμοποιώντας λάσπη και πούπουλα, αν και αυτό παραμένει θέμα συζήτησης μεταξύ των επιστημόνων.
Στην Ελλάδα: Είναι δημοφιλές θήραμα, γνωστό για την εξαιρετική ικανότητα παραλλαγής του στο έδαφος με τα πεσμένα φύλλα.
Τα Μπεκατσίνια (Γένος Gallinago & Lymnocryptes)
Μπεκατσίνι (Gallinago gallinago)Διαθέτει, αναλογικά το μακρύτερο ράμφος από κάθε άλλο πουλί στην Ελλάδα, μήκους τουλάχιστον 6,5 εκατοστών! Το χρώμα του ράμφους είναι γκριζοπράσινο.
Ράμφος: Αναλογικά το μακρύτερο στην Ελλάδα (πάνω από 6,5 εκ.). Η άκρη του είναι εύκαμπτη και γεμάτη νεύρα για να εντοπίζει κινήσεις σκουληκιών στο βούρκο.
Συμπεριφορά: Όταν τρομάζει, πετάγεται απότομα κάνοντας μια χαρακτηριστική "ζιγκ-ζαγκ" πτήση για να μπερδέψει τους θηρευτές.
Κουφομπεκάτσινο (lymnocryptes minimus)
Είναι είδος μεταναστευτικό, ξεχειμωνιάζει κυρίως στη δυτική και νότια Ευρώπη, βόρεια Αφρική, Μεσογειακές χώρες, Τουρκία και Βόρεια μέση Ανατολή.
Μέγεθος: Το μικρότερο της παρέας.
Συμπεριφορά: Ονομάζεται "κουφό" γιατί δεν πετάει παρά μόνο αν κάποιος το πλησιάσει σε απόσταση λίγων εκατοστών. Έχει μια παράξενη κίνηση πάνω-κάτω όταν στέκεται, σαν να χορεύει.
Διπλομπεκάτσινο (Gallinago media).
Το Διπλομπεκάτσινο είναι ελαφρά μεγαλύτερο από το Μπεκατσίνι και δύσκολα διακρίνεται από αυτό.
Διαφορές: Ελαφρώς μεγαλύτερο από το κοινό μπεκατσίνι, με πιο "βαρύ" σώμα και περισσότερο λευκό στα εξωτερικά φτερά της ουράς. Είναι σπάνιο στην Ελλάδα.
Πετροτουρλίδα (Burhinus oedicnemus).
Σημείωση: Ανήκει στην οικογένεια Burhinidae.H Πετροτουρλίδα φωλιάζει σε πολλούς παράκτιους υγροτόπους στην Μακεδονία, τη Θράκη, τη Δυτική και Στερεά Ελλάδα, την Κρήτη στην Λέσβο και στην Λήμνο.
Εμφάνιση: Πουλί με μεγάλα κίτρινα μάτια, ιδανικά για νυχτερινή δραστηριότητα.
Βιότοπος: Προτιμά αμμώδεις περιοχές, κοίτες ποταμών και παράκτιους υγροτόπους. Είναι δεξιοτέχνης στην παραλλαγή, καθώς "κολλάει" στο έδαφος και γίνεται αόρατη ανάμεσα στις πέτρες.
Μαχητής (Calidris pugnax / Philomachus pugnax)
Μετρίου μεγέθους παρυδάτιο πουλί που παρουσιάζει φυλετικό διμορφισμό. Το αρσενικό (29εκ.) είναι μεγαλύτερο του θηλυκού (23εκ.) και κατά την περίοδο.
Φυλετικός Διμορφισμός: Το αρσενικό είναι πολύ μεγαλύτερο.
Αναπαραγωγή: Το όνομά του οφείλεται στα εντυπωσιακά "κολάρα" από φτερά που αναπτύσσουν τα αρσενικά την άνοιξη και στις εικονικές μάχες που δίνουν σε συγκεκριμένες περιοχές (lek) για να εντυπωσιάσουν τα θηλυκά.
Γένος: Σκαλίδρες (Calidris)
Οι Σκαλίδρες αποτελούν μια ομάδα παρυδάτιων πουλιών που αναπαράγονται στις παγωμένες τούνδρες του Βορρά και πραγματοποιούν τεράστια μεταναστευτικά ταξίδια. Στην Ελλάδα τις συναντάμε κυρίως σε λιμνοθάλασσες, αλυκές και εκβολές ποταμών, όπου τρέφονται πυρετωδώς με μικροσκοπικά ασπόνδυλα μέσα στη λάσπη.Χοντροσκαλίδρα (Calidris canutus)
Η Χοντροσκαλίδρα είναι ένα κοντόχοντρο στο μέγεθος του Κότσυφα, είδος παρυδάτιου πουλιού με κοντό λαιμό.Εμφάνιση: Στιβαρή και κοντόχοντρη, στο μέγεθος κότσυφα. Το καλοκαίρι το στήθος της παίρνει ένα βαθύ κεραμιδί χρώμα.
Ιδιαιτερότητα: Πραγματοποιεί μερικές από τις μεγαλύτερες αδιάκοπες πτήσεις στον κόσμο, καλύπτοντας χιλιάδες χιλιόμετρα από την Αρκτική μέχρι τη Νότια Αφρική ή την Αυστραλία.
Λευκοσκαλίδρα (Calidris alba)
Το μήκος σώματος κυμαίνεται από 20 έως 22 εκατοστά. Το άνοιγμα των φτερών είναι 40 έως 45 εκατοστά.Εμφάνιση: Το πιο "λευκό" από όλα τα παρυδάτια το χειμώνα.
Συμπεριφορά: Είναι το πουλί που βλέπουμε συχνά στις αμμουδιές να "κυνηγάει" τα κύματα, τρέχοντας πολύ γρήγορα πάνω-κάτω στην άμμο καθώς το νερό υποχωρεί.
Λασποσκαλίδρα (Calidris alpina)
Η Λασποσκαλίδρα είναι ένα μικρό είδος παρυδάτιου πουλιού του γένους Calidris, με έξι έως δέκα υποείδη, σε τρεις γενετικά σαφώς διαφοροποιημένες ομάδες.Εμφάνιση: Χαρακτηρίζεται από το ελαφρώς καμπυλωτό ράμφος προς τα κάτω. Την άνοιξη αναγνωρίζεται εύκολα από τη μεγάλη μαύρη κηλίδα στην κοιλιά της.
Στην Ελλάδα: Είναι η πιο πολυπληθής σκαλίδρα που ξεχειμωνιάζει στη χώρα μας, σχηματίζοντας τεράστια σμήνη στους μεγάλους υγροτόπους (π.χ. Δέλτα Έβρου).
Δρεπανοσκαλίδρα (Calidris ferruginea)
Η Δρεπανοσκαλίδρα είναι ένα μικρό είδος παρυδάτιου πουλιού του γένους Calidris που αναπαράγεται στις τούνδρες της Σιβηρίας.Εμφάνιση: Μοιάζει με τη Λασποσκαλίδρα αλλά έχει πιο μακρύ και έντονα κυρτό ράμφος (σαν δρεπάνι). Χρώμα: Στο αναπαραγωγικό φτέρωμα, όλο το κάτω μέρος του σώματος γίνεται έντονο σκουριασμένο κόκκινο.
Σταχτοσκαλίδρα (Calidris temminckii)
Παρόμοιο στην εμφάνιση με τη Νανοσκαλίδρα (Calidris minuta), αλλά με κοντύτερα πόδια και μακρύτερα φτερά. Τα πόδια είναι κίτρινα και άσπρα.Παρόμοιο μέγεθος αλλά με κιτρινοπράσινα πόδια και πιο ομοιόμορφο γκρίζο χρώμα. Όταν τρομάζει, πετάει σχεδόν κάθετα προς τα πάνω.
Νανοσκαλίδρα (Calidris minuta)
Είναι είδος παρυδάτιου πουλιού που αναζητά τροφή σε πολύ ρηχά νερά. Αναπαράγεται κοντά στον Αρκτικό Κύκλο και ξεχειμωνιάζει νότια.Νανοσκαλίδρα: Μικροσκοπική (μόλις 12-14 εκ.), με μαύρα πόδια. Προτιμά τις λασπώδεις ακτές.
Βραχοσκαλίδρα, Purple Sandpiper (Calidris maritima)
Είναι ελαφρώς μεγαλύτερο από τη Λασποσκαλίδρα (Calidris alpina). Φτάνει σε μήκος σώματος από 20 έως 22 εκατοστά.Βιότοπος: Όπως λέει το όνομά της, είναι η μοναδική που προτιμά τις βραχώδεις ακτές όπου σκάει το κύμα, τρεφόμενη με οργανισμούς που ζουν ανάμεσα στα φύκια.
Εμφάνιση: Σκούρο, σχεδόν πορφυρό-γκρίζο φτέρωμα και κοντά, πορτοκαλί πόδια.

Γένος: (Limicola) Μονοτυπικό, 1 είδος.
Ραβδοσκαλίδρα (Limicola falcinellus ή Calidris falcinellus)
Η Ραβδοσκαλίδρα (Limicola falcinellus), παλαιότερα γνωστή και ως Calidris falcinellus, είναι το μοναδικό είδος του γένους Limicola. Είναι ένα μικρόσωμο παρυδάτιο πουλί που αναπαράγεται στις υγρές τούνδρες και τους βάλτους της Αρκτικής Ευρασίας και μεταναστεύει σε μεγάλες αποστάσεις προς τους τροπικούς.Εμφάνιση και Ανατομία
Το όνομα "Ραβδοσκαλίδρα" οφείλεται στις έντονες ραβδώσεις που φέρει στο κεφάλι και το σώμα της.Το Ράμφος: Είναι το πιο χαρακτηριστικό της γνώρισμα. Είναι σχετικά μακρύ, βαρύ στη βάση και παρουσιάζει μια ιδιαίτερη κλίση προς τα κάτω (down-curved) ακριβώς στην άκρη, θυμίζοντας "τσαπί" ή δρεπάνι.
Το Κεφάλι: Διαθέτει ένα εντυπωσιακό σχέδιο με διπλή λευκή γραμμή (φρύδι) πάνω από το μάτι, κάτι που τη διακρίνει από τη Λασποσκαλίδρα.
Μέγεθος: Είναι ελαφρώς μικρότερη από τη Λασποσκαλίδρα (περίπου 16-18 εκατοστά), με κοντά πόδια που της δίνουν μια "χαμηλή" σιλουέτα.
Φτέρωμα και Παραλλαγή
Αναπαραγωγικό φτέρωμα: Η ράχη της είναι πολύ σκούρα, σχεδόν μαύρη, με έντονα λευκά ή κιτρινωπά περιθώρια στα φτερά που σχηματίζουν παράλληλες γραμμές (ραβδώσεις).Χειμερινό φτέρωμα: Γίνεται πιο ομοιόμορφα γκρίζα, αλλά το σχήμα του ράμφους και το σχέδιο του κεφαλιού παραμένουν τα βασικά στοιχεία αναγνώρισης.
Συμπεριφορά και Βιότοπος
Κρυπτική φύση: Είναι ένα πουλί που προτιμά να κινείται αργά και "ταπεινά" μέσα στη λάσπη, συχνά ανάμεσα σε άλλα παρυδάτια (όπως οι Νανοσκαλίδρες). Λόγω του χρώματος και της στάσης της, είναι πολύ εύκολο να περάσει απαρατήρητη.Στην Ελλάδα: Είναι τακτικός αλλά όχι πολύ κοινός μετανάστης. Τη συναντάμε κυρίως κατά τη διάρκεια της φθινοπωρινής μετανάστευσης (Αύγουστο - Σεπτέμβριο) σε λασπώδεις υγρότοπους, αλυκές και εκβολές ποταμών.

Γένος: Limosa
Οι Λιμόζες (Godwits) είναι μεγάλα, κομψά παρυδάτια πουλιά με πολύ μακριά πόδια και χαρακτηριστικό, μακρύ ράμφος. Είναι διάσημες παγκοσμίως για τις απίστευτες μεταναστευτικές τους επιδόσεις, διασχίζοντας ολόκληρους ωκεανούς χωρίς στάση.Λιμόζα (Limosa limosa)
Μεγάλο παρυδάτιο πουλί (36-44εκ.) με μακρύ ίσιο ράμφος (ρόδινο με μαύρη απόληξη) και μακριά μαύρα πόδια.Εμφάνιση: Μεγάλο πουλί (36-44 εκ.) με μακρύ, σχεδόν ίσιο ράμφος που έχει ροζ βάση και μαύρη άκρη. Κατά την πτήση, ξεχωρίζει από την κατάλευκη ουρά με την πλατιά μαύρη λωρίδα στο τελείωμα και τις λευκές λωρίδες στις φτερούγες.
Βιότοπος: Στην Ελλάδα τη συναντάμε σε λιμνοθάλασσες και υγρούς λειμώνες. Αναπαράγεται κυρίως σε ελώδεις εκτάσεις της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης.
Κατάσταση: Θεωρείται "Σχεδόν Απειλούμενο" είδος παγκοσμίως λόγω της απώλειας των υγροτόπων αναπαραγωγής του.
Ακτοτούρλι ή Θαλασσολιμόζα (Limosa lapponica)
Κάθε χρόνο, το φθινόπωρο, η Θαλασσολιμόζα ξεκινάει το ταξίδι της από την Αλάσκα για τη Νέα Ζηλανδία. Διανύει μια απόσταση 11.000.Εμφάνιση: Λίγο μικρότερη από την κοινή Λιμόζα. Το ράμφος της έχει μια ελαφριά κλίση προς τα πάνω. Σε αντίθεση με τη Λιμόζα, η ουρά της έχει λεπτές ραβδώσεις (μπάρες) και δεν διαθέτει λευκές λωρίδες στις φτερούγες.
Ο Παγκόσμιος Πρωταθλητής: Το υποείδος baueri κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ για τη μεγαλύτερη αδιάκοπη πτήση πτηνού. Έχει καταγραφεί άτομο που πέταξε από την Αλάσκα έως τη Νέα Ζηλανδία —μια απόσταση πάνω από 12.000 χιλιόμετρα— σε 11 ημέρες, χωρίς να σταματήσει ούτε μια φορά για τροφή ή ξεκούραση!
Μεταμόρφωση: Πριν το ταξίδι, το πουλί διπλασιάζει το βάρος του σε λίπος, ενώ τα εσωτερικά του όργανα (στομάχι, συκώτι) συρρικνώνονται για να μειωθεί το βάρος και να εξοικονομηθεί ενέργεια.

Γένος: Λεπτομύτες / Τουρλίδες (Numenius)
Λεπτομύτες είναι η κοινή ονομασία για τά πουλιά που ανήκουν στο γένος Numenius, μια ομάδα με οκτώ είδη παρυδάτιων πτηνώνΛεπτομύτες (Numenius).
Το γένος Numenius περιλαμβάνει τα μεγαλύτερα παρυδάτια πουλιά της οικογένειας. Χαρακτηρίζονται από το πολύ μακρύ ράμφος τους, το οποίο έχει μια χαρακτηριστική κλίση προς τα κάτω, και το κρυπτικό καφέ-ραβδωτό φτέρωμά τους. Το όνομά τους προέρχεται από την ελληνική λέξη "νουμήνιος" (νέα σελήνη), λόγω του σχήματος του ράμφους που θυμίζει μισοφέγγαρο.
Λεπτομύτα, Slender-billed Curlew (Numenius tenuirostris)
Η Λεπτομύτα είναι το σπανιότερο πουλί σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική με τελευταία επιβεβαιωμένη.Η Κατάσταση: Κρίσιμα Κινδυνεύον (Πιθανώς Εξαφανισμένο). Πρόκειται για το ιερό δισκοπότηρο των ορνιθολόγων.
Εμφάνιση: Μοιάζει με μικρή Τουρλίδα, αλλά έχει πιο λεπτό ράμφος και χαρακτηριστικές καρδιόσχημες μαύρες κηλίδες στα πλάγια του στήθους (αντί για ραβδώσεις).
Το Μυστήριο: Η τελευταία επιβεβαιωμένη παρατήρηση στον κόσμο έγινε το 1995 στο Μαρόκο. Παρά τις εντατικές έρευνες στη Σιβηρία (όπου αναπαραγόταν) και στη Μεσόγειο, δεν έχει βρεθεί κανένα άτομο έκτοτε.
Στην Ελλάδα: Η Ελλάδα (ιδιαίτερα το Δέλτα του Έβρου και ο Πόρτο Λάγος) ήταν ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς ξεχειμωνιάσματος για το είδος μέχρι τη δεκαετία του '80.
Σιγλίγουρος, Whimbrel (Numenius phaeopus)
Εμφάνιση: Μικρότερος από την Τουρλίδα, με μικρότερο ράμφος που κάνει μια πιο απότομη κλίση στην άκρη.Αναγνώριση: Το βασικό του γνώρισμα είναι το κεφάλι, το οποίο φέρει έντονες σκούρες και ανοιχτόχρωμες λωρίδες (σαν "μάσκα").
Συμπεριφορά: Στην Ελλάδα τον βλέπουμε κυρίως κατά τη μετανάστευση. Είναι πιο θορυβώδες πουλί, με χαρακτηριστική φωνή που μοιάζει με γρήγορο "τι-τι-τι-τι".
Τουρλίδα, Eurasian Curlew (Numenius arquata)
Εμφάνιση: Το μεγαλύτερο παρυδάτιο της Ευρώπης (50-60 εκ.). Έχει το μακρύτερο ράμφος από όλες τις τουρλίδες, το οποίο μπορεί να φτάσει τα 15 εκατοστά στα θηλυκά.Φωνή: Το κάλεσμά της είναι ένας από τους πιο μελαγχολικούς και όμορφους ήχους των υγροτόπων, ένα δυνατό και ανερχόμενο "κουρ-λι".
Στην Ελλάδα: Κοινό είδος τον χειμώνα σε παραθαλάσσιους υγρότοπους, αλυκές και λασποτόπια.
Διατροφή και Οικολογία
Χρησιμοποιούν το κυρτό ράμφος τους για να φτάνουν σε βάθος στη λάσπη, εκεί όπου άλλα παρυδάτια δεν μπορούν. Τρέφονται με καβούρια, γαρίδες και δακτυλιοσκώληκες. Η κλίση του ράμφους τους επιτρέπει να ακολουθούν τις λαγούμιες των θαλάσσιων οργανισμών κάτω από την επιφάνεια.Γένος: Tringa
Οι Τρύγγες είναι μια ομάδα παρυδάτιων πουλιών με κομψή σιλουέτα, μακριά πόδια και λεπτό ράμφος. Διακρίνονται για τη νευρική τους κίνηση και την ικανότητά τους να αναζητούν τροφή σε ρηχά νερά, συχνά κινώντας το σώμα τους πάνω-κάτω (tail-bobbing).Κοκκινοσκέλης, Redshank (Tringa totanus)
Ο Κοκκινοσκέλης είναι ελαφρώς μικρότερος από τον Πρασινοσκέλη (Tringa nebularia), έχει μήκος σώματος έως 30 εκατοστά.Εμφάνιση: Χαρακτηρίζεται από τα έντονα πορτοκαλί-κόκκινα πόδια και τη βάση του ράμφους. Στην πτήση, ξεχωρίζει από την πλατιά λευκή λωρίδα στο πίσω μέρος των φτερούγων.
Συμπεριφορά: Είναι ο "φύλακας" του βάλτου, καθώς είναι το πρώτο πουλί που βγάζει δυνατές κραυγές συναγερμού όταν αντιληφθεί κίνδυνο.
Μαυρότρυγγας (Tringa erythropus)
Είναι είδος παρυδάτιου πουλιού που αναζητά τροφή σε ρηχά νερά.Εμφάνιση: Το καλοκαίρι είναι το μοναδικό παρυδάτιο που γίνεται εντελώς μαύρο (με λευκά στίγματα). Το χειμώνα γίνεται ανοιχτό γκρι, αλλά διατηρεί τα πολύ μακριά, κόκκινα πόδια του.
Συμπεριφορά: Αναζητά τροφή σε πιο βαθιά νερά από τους άλλους τρύγγες, μερικές φορές κολυμπώντας κιόλας.
Βαλτότρυγγας (Tringa stagnatilis)
Με μέγεθος λίγο μεγαλύτερο από το Λασπότρυγγα (22-25εκ.) έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός παρυδάτιου πουλιού δηλαδή μακριά πόδια.Εμφάνιση: Μοιάζει με "μικρογραφία" του Πρασινοσκέλη. Είναι πολύ κομψός, με εξαιρετικά λεπτό ράμφος (σαν βελόνα) και πολύ μακριά, λεπτά πόδια.
Βιότοπος: Προτιμά γλυκά νερά και λασπώδεις όχθες.
Πρασινοσκέλης (Tringa nebularia)
Αναπαράγεται στην βόρεια Ευρώπη. Το χειμώνα μεταναστεύει νοτιότερα έως και την υποσαχάρια Αφρική. Λιγότερα παραμένουν στην Ευρώπη.Εμφάνιση: Ο μεγαλύτερος του γένους. Έχει χαρακτηριστικά πρασινωπά πόδια και ράμφος που έχει μια ελαφριά κλίση προς τα πάνω.
Στην Ελλάδα: Κοινό είδος κατά τη μετανάστευση και το χειμώνα. Το λευκό του ουροπύγιο επεκτείνεται σε σχήμα "V" στην πλάτη.
Δασότρυγγας (Tringa ochropus)
Σχετικά μικρό μαυριδερό ράμφος, το φτέρωμά του είναι σκούρο καφέ στη ράχη με κρεμ στίγματα που την περίοδο του χειμώνα είναι λιγότερα ορατά.Έχει πολύ σκούρα (σχεδόν μαύρη) ράχη που κάνει έντονη αντίθεση με την κατάλευκη κοιλιά και το ουροπύγιο. Έχει την περίεργη συνήθεια να φωλιάζει σε εγκαταλελειμμένες φωλιές κοτσυφιών πάνω σε δέντρα.
Λασπότρυγγας (Tringa glareola)
Παρυδάτιο πουλί με μέγεθος (20εκ.) πολύ μικρότερο από την Αβοκέτα και τη Λιμόζα. Η ράχη του είναι σκούρα καστανή με πολλές λευκές κηλίδες.Η ράχη του είναι καστανή με έντονες λευκές κηλίδες. Είναι από τους πιο πολυάριθμους μετανάστες στην Ελλάδα την άνοιξη.
Γένος: (Xenus) Μονοτυπικό, 1 είδος
Το γένος Xenus περιλαμβάνει ένα μόνο είδος παγκοσμίως, τον Ρωσότρυγγα (επιστημονική ονομασία: Xenus cinereus), γνωστό και ως Τερεκότρυγγα. Πρόκειται για ένα παρυδάτιο πουλί που, αν και μοιάζει με τους Τρύγγες (γένος Tringa), έχει μοναδικά χαρακτηριστικά που το κατατάσσουν σε δικό του γένος.Ρωσότρυγγας, Τερεκότρυγγας (Xenus cinereus)
Εμφάνιση και Ανατομία
Το Ράμφος: Το πιο αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό του είναι το μακρύ ράμφος του, το οποίο έχει μια έντονη κλίση προς τα πάνω (up-curved). Είναι λεπτό και μαύρο, μερικές φορές με μια πορτοκαλί-κίτρινη βάση.Τα Πόδια: Είναι κοντά σε σχέση με το σώμα του και έχουν ένα έντονο πορτοκαλί ή κιτρινοπράσινο χρώμα.
Φτέρωμα: Το πάνω μέρος είναι σταχτόγκριζο με δύο χαρακτηριστικές σκούρες λωρίδες σε σχήμα "V" στην πλάτη, ενώ το κάτω μέρος είναι κατάλευκο.
2. Συμπεριφορά και Κίνηση
Ο "Αεικίνητος" Τρύγγας: Ο Ρωσότρυγγας είναι εξαιρετικά δραστήριος. Τρέχει γρήγορα στις λασπώδεις όχθες και έχει την τάση να κινεί το πίσω μέρος του σώματός του πάνω-κάτω (tail-bobbing) με πολύ έντονο τρόπο.Κυνήγι: Συχνά κυνηγά τη λεία του (μικρά καρκινοειδή και έντομα) τρέχοντας στην άκρη του νερού με το ράμφος του στραμμένο προς τα εμπρός, θυμίζοντας σε συμπεριφορά τη Λευκοσκαλίδρα.
3. Εξάπλωση και Μετανάστευση
Αναπαραγωγή: Φωλιάζει στην αρκτική και υποαρκτική ζώνη, από τη Φινλανδία και τη Βαλτική μέχρι τις αχανείς εκτάσεις της Σιβηρίας. Προτιμά τις όχθες μεγάλων ποταμών (όπως ο ποταμός Τέρεκ, από όπου πήρε το όνομά του).Στην Ελλάδα: Είναι σπάνιος και τακτικός μετανάστης. Τον συναντάμε κυρίως κατά τη διάρκεια της εαρινής και φθινοπωρινής μετανάστευσης σε παράκτιους υγροτόπους και λιμνοθάλασσες.
Ξεχειμώνιασμα: Μεταναστεύει σε μεγάλες αποστάσεις για να φτάσει στις ακτές της Αφρικής, της Νότιας Ασίας και της Αυστραλίας.
Γένος: Ακτίτης (Actitis) 2 είδη
Το γένος Actitis περιλαμβάνει δύο μόνο είδη παγκοσμίως: τον Ποταμότρυγγα (Actitis hypoleucos) του Παλαιού Κόσμου και τον Κηλιδωτό Ακτίτη (Actitis macularius) της Αμερικής. Είναι μικρόσωμα πουλιά που ξεχωρίζουν για την ιδιαίτερη κίνησή τους και την προτίμησή τους σε ένα ευρύ φάσμα υγροτόπων.Ποταμότρυγγας (Actitis hypoleucos)
Ο Ποταμότρυγγας είναι ένα από τα πιο κοινά παρυδάτια πουλιά στην Ελλάδα και την Ευρώπη.Μέγεθος: Περίπου 20 εκατοστά (παρόμοιο με τον Λασπότρυγγα).
Φτέρωμα: Το πάνω μέρος είναι ομοιόμορφο λαδί-καφέ, ενώ το κάτω μέρος είναι κατάλευκο. Η λευκή περιοχή του στήθους "ανεβαίνει" προς τον ώμο, δημιουργώντας μια χαρακτηριστική λευκή εσοχή (σαν σφήνα) μπροστά από τη φτερούγα.
Πόδια: Σχετικά κοντά και γκριζοπράσινα.
Κίνηση: Διαθέτει την πιο έντονη κίνηση "tail-bobbing" (κουνάει συνεχώς την ουρά και το πίσω μέρος του σώματος πάνω-κάτω).
Πτήση: Πετάει πολύ χαμηλά πάνω από την επιφάνεια του νερού με γρήγορα χτυπήματα των φτερών, τα οποία κρατάει ελαφρώς κυρτά προς τα κάτω, εκτελώντας συχνά μικρές αεροπλανήσεις (gliding).
Βιότοπος: Αντίθετα με άλλα παρυδάτια, δεν περιορίζεται μόνο σε βάλτους. Θα τον βρούμε σε όχθες ποταμών με βότσαλα, λίμνες, κανάλια, ακόμα και σε βραχώδεις ακτές.
Κηλιδωτός Ακτίτης (Actitis macularius)
Ο Αμερικανός συγγενής του Ποταμότρυγγα.Χαρακτηριστικά: Κατά την αναπαραγωγική περίοδο, το στήθος του καλύπτεται από έντονες μεγάλες μαύρες κηλίδες (εξ ου και το όνομά του).
Ιδιαιτερότητα: Είναι διάσημος για το σύστημα αναπαραγωγής του (πολυανδρία), όπου το θηλυκό διεκδικεί την περιοχή και το αρσενικό αναλαμβάνει την επώαση των αυγών και τη φροντίδα των νεοσσών.
Γένος: (Arenaria)
Χαλικοκυλιστής, χαλικίας ο ανατρεπτικός (Arenaria interpres)
Ο Χαλικοκυλιστής (Arenaria interpres) είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και ιδιαίτερα παρυδάτια πουλιά. Αν και ανήκει στην οικογένεια των Σκολοπακιδών, η συμπεριφορά και η μορφολογία του τον κάνουν να ξεχωρίζει από τις σκαλίδρες και τους τρύγγες.1. Εμφάνιση και Αναγνώριση
Μορφολογία: Είναι ένα κοντόχοντρο πουλί με μέγεθος περίπου 22-24 εκατοστά. Διαθέτει κοντά, έντονα πορτοκαλί πόδια και ένα χαρακτηριστικό σφηνοειδές, δυνατό μαύρο ράμφος, ελαφρώς ανασηκωμένο στην άκρη.Χρώματα: * Αναπαραγωγικό φτέρωμα: Ένα εντυπωσιακό "μωσαϊκό" από κεραμιδί, μαύρο και λευκό χρώμα στην πλάτη, με λευκό κεφάλι που φέρει μαύρες λωρίδες.
Χειμερινό φτέρωμα: Πιο διακριτικό, με σκοτεινό γκρίζο-καφέ πάνω μέρος και λευκή κοιλιά, αλλά πάντα διατηρεί το έντονο πορτοκαλί χρώμα στα πόδια.
2. Η Τέχνη της "Ανατροπής"
Το όνομά του (τόσο το ελληνικό όσο και το επιστημονικό Arenaria interpres) οφείλεται στην μοναδική του μέθοδο αναζήτησης τροφής:Τεχνική: Χρησιμοποιεί το στιβαρό του ράμφος για να αναποδογυρίζει πέτρες, βότσαλα, κοχύλια και συστάδες από φύκια στην ακτή.
Στόχος: Με αυτή την κίνηση αποκαλύπτει κρυμμένα καρκινοειδή (μικρά καβούρια, γαρίδες), μαλάκια και θαλάσσια σκουλήκια που κρύβονται από κάτω.
Κοινωνικότητα: Συχνά αναζητά τροφή σε μικρές ομάδες και είναι αρκετά τολμηρός, επιτρέποντας στους ανθρώπους να τον πλησιάσουν σε σχετικά κοντινή απόσταση.
3. Εξάπλωση και Παρουσία στην Ελλάδα
Μετανάστης: Είναι ένας ακούραστος ταξιδιώτης που αναπαράγεται στις αρκτικές ακτές της Ευρασίας και της Βόρειας Αμερικής.Στην Ελλάδα: Συναντάμε το υποείδος Arenaria interpres interpres. Είναι κυρίως μετανάστης και χειμερινός επισκέπτης.
Βιότοπος: Προτιμά σχεδόν αποκλειστικά τις βραχώδεις ακτές και τα λιμάνια, αλλά μπορεί να τον δούμε και σε αμμώδεις παραλίες ή αλυκές αν υπάρχουν πολλά φερτά υλικά (φύκια) στην ακτογραμμή.
Γένος: Φαλαρόποδες (Phalaropus) 2 είδη.
Οι Φαλαρόποδες αποτελούν εξαίρεση στην οικογένεια των Σκολοπακιδών. Ενώ τα περισσότερα παρυδάτια πουλιά περπατούν στη λάσπη, οι Φαλαρόποδες περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους κολυμπώντας στο νερό, ακόμα και στην ανοιχτή θάλασσα (πελαγικά πουλιά). Το όνομά τους προέρχεται από την ελληνική λέξη "φαλαρίδα" και "πους" (πόδι), λόγω των λοβωτών μεμβρανών στα δάχτυλα των ποδιών τους, παρόμοιων με της Φαλαρίδας.1. Ερυθρόλαιμος Φαλαρόποδας (Phalaropus lobatus)
Γνωστός και ως: Κολυμπότρυγγας ή ΛιμνονεραλλίδαΕμφάνιση: Είναι ο μικρότερος από τους φαλαρόποδες. Το καλοκαίρι, το θηλυκό έχει έναν εντυπωσιακό κόκκινο-σκουριασμένο λαιμό, γκρίζο κεφάλι και λευκό λαιμό. Το χειμώνα γίνεται σταχτόλευκος.
Βιότοπος: Αναπαράγεται στην Αρκτική τούνδρα κοντά σε λίμνες. Κατά τη μετανάστευση και το χειμώνα, ζει κυρίως σε θαλάσσιο περιβάλλον.
Στην Ελλάδα: Είναι τακτικός αλλά σπάνιος μετανάστης. Τον βλέπουμε συνήθως να κολυμπά σε αλυκές ή λιμνοθάλασσες, συχνά σε μικρές ομάδες.
2. Κόκκινος Φαλαρόποδας (Phalaropus fulicarius)
Γνωστός και ως: Σταχτής ΚολυμπότρυγγαςΕμφάνιση: Το καλοκαίρι, το θηλυκό έχει έντονο κεραμιδί-κόκκινο χρώμα σε όλο το κάτω μέρος του σώματος και λευκά μάγουλα. Το χειμώνα (όταν τον βλέπουμε συνήθως στην Ευρώπη) είναι σχεδόν ομοιόμορφα ανοιχτό γκρίζος στην πλάτη και λευκός από κάτω.
Βιότοπος: Είναι το πιο "πελαγικό" είδος. Ξεχειμωνιάζει στον ανοιχτό ωκεανό, συχνά σε περιοχές όπου συναντώνται θερμά και ψυχρά ρεύματα, πλούσια σε πλαγκτόν.
Χαρακτηριστικά: Έχει πιο χοντρό ράμφος από τον Ερυθρόλαιμο Φαλαρόποδα.
Μοναδικές Συμπεριφορές
Ανστροφή των Ρόλων των Φύλων. Στους Φαλαρόποδες, οι παραδοσιακοί ρόλοι των φύλων είναι αντεστραμμένοι:Τα Θηλυκά: Είναι πιο μεγάλα, έχουν πιο έντονα χρώματα και διεκδικούν τα αρσενικά.
Τα Αρσενικά: Αναλαμβάνουν αποκλειστικά την επώαση των αυγών και την ανατροφή των νεοσσών.
Η Τεχνική της "Δίνης"
Όταν τρέφονται στο νερό, οι φαλαρόποδες συχνά κολυμπούν σε γρήγορους κύκλους, δημιουργώντας μια μικρή δίνη. Αυτή η κίνηση αναδεύει το νερό και φέρνει στην επιφάνεια μικροσκοπικά καρκινοειδή και έντομα, τα οποία το πουλί αρπάζει με το λεπτό του ράμφος.
Ετικέτες:
Παρυδάτια,
Σκολοπακίδες,
Χαραδριόμορφα
Ευχαριστούμε που διαβάσατε την ανάρτηση Σκολοπακίδες
