Σαΐνι, Αστούριος ο βραχύπους (Accipiter brevipes ή Tachyspiza brevipes) 
Μοιάζει αρκετά με το πολύ κοινότερο ξεφτέρι Accipiter nisus είναι όμως είδος που προτιμά τα χαμηλά υψόμετρα και συνήθως φωλιάζει σε παραποτάμια δάση, λευκοκαλλιέργειες, μικρές συστάδες δέντρων στα πεδινά ή ακόμα και κοντά ή μέσα σε οικισμούς.
Η εξάπλωσή του είναι σχετικά περιορισμένη στην Ελλάδα, κι έτσι είναι κοινό στη Μακεδονία και τη Θράκη, αλλά σπανιότερο προς τα νότια.
Φωλιάζει ψηλά στα δέντρα και τρέφεται κυρίως με μικρές σαύρες και έντομα που τα πιάνει πετώντας πολύ χαμηλά ανάμεσα στα κλαδιά κάνοντας απότομες βουτιές στο έδαφος. Ίσως είναι λόγω αυτής της συμπεριφοράς του που το σαΐνι περνά εύκολα απαρατήρητο.

Το αρσενικό έχει ανοιχτό σταχτογάλαζο φτέρωμα στο πάνω μέρος του σώματός του και στον αυχένα, που έρχεται σε αντίθεση με το σχεδόν λευκό ή κρεμ φτέρωμα στο κάτω μέρος. Επίσης, έχει ανοιχτά γκρίζωπά μάγουλα καί λαιμό καστανό κίτρινο στο πλάι. Αντίθετα, το θηλυκό είναι σταχτί στο πάνω μέρος με καστανές λωρίδες στο λάρυγγα. Τα ανήλικα είναι λευκά και ραβδωτά στο κάτω μέρος.
Αναπαραγωγή
Προτιμάει τα φυλλοβόλα δάση ενώ χτίζει τη φωλιά του στα δέντρα, όχι πολύ ψηλά και γεννάει το Μάιο 3-5 αβγά τα οποία κλωσσάει το θηλυκό επί 32-35 μέρες ενώ ο αρσενικός κυνηγάει και ταΐζει το ταίρι του, που δεν εγκαταλείπει ποτέ τη φωλιά. Οι γονείς είναι ιδιαίτερα στοργικοί απέναντι στους νεοσσούς που κάνουν τα πρώτα τους πετάγματα αφού συμπληρώσουν 40-45 μέρες ζωής.
Βιότοπος
Η εξάπλωσή του είναι σχετικά περιορισμένη στην Ελλάδα, κι έτσι είναι κοινό στη Μακεδονία και τη Θράκη, αλλά σπανιότερο προς τα νότια.
Τα περισσότερα σαΐνια έρχονται στην Ελλάδα τον τέλη Απριλίου έως μέσα Μαΐου και μεταναστεύουν μέσω των στενών του Βοσπόρου.
Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο περισσότερα από χίλια ζευγάρια Σαϊνιών.
Η φθινοπωρινή μετανάστευσή τους κορυφώνεται τον Σεπτέμβριο.

Μοιάζει αρκετά με το πολύ κοινότερο ξεφτέρι Accipiter nisus είναι όμως είδος που προτιμά τα χαμηλά υψόμετρα και συνήθως φωλιάζει σε παραποτάμια δάση, λευκοκαλλιέργειες, μικρές συστάδες δέντρων στα πεδινά ή ακόμα και κοντά ή μέσα σε οικισμούς.
Η εξάπλωσή του είναι σχετικά περιορισμένη στην Ελλάδα, κι έτσι είναι κοινό στη Μακεδονία και τη Θράκη, αλλά σπανιότερο προς τα νότια.
Φωλιάζει ψηλά στα δέντρα και τρέφεται κυρίως με μικρές σαύρες και έντομα που τα πιάνει πετώντας πολύ χαμηλά ανάμεσα στα κλαδιά κάνοντας απότομες βουτιές στο έδαφος. Ίσως είναι λόγω αυτής της συμπεριφοράς του που το σαΐνι περνά εύκολα απαρατήρητο.
Ιερακόμορφα (Falconiformes) | Αετίδαι, (Accipitridae) | Αστούριοι (Accipiter)

Το αρσενικό έχει ανοιχτό σταχτογάλαζο φτέρωμα στο πάνω μέρος του σώματός του και στον αυχένα, που έρχεται σε αντίθεση με το σχεδόν λευκό ή κρεμ φτέρωμα στο κάτω μέρος. Επίσης, έχει ανοιχτά γκρίζωπά μάγουλα καί λαιμό καστανό κίτρινο στο πλάι. Αντίθετα, το θηλυκό είναι σταχτί στο πάνω μέρος με καστανές λωρίδες στο λάρυγγα. Τα ανήλικα είναι λευκά και ραβδωτά στο κάτω μέρος.
Αναπαραγωγή
Προτιμάει τα φυλλοβόλα δάση ενώ χτίζει τη φωλιά του στα δέντρα, όχι πολύ ψηλά και γεννάει το Μάιο 3-5 αβγά τα οποία κλωσσάει το θηλυκό επί 32-35 μέρες ενώ ο αρσενικός κυνηγάει και ταΐζει το ταίρι του, που δεν εγκαταλείπει ποτέ τη φωλιά. Οι γονείς είναι ιδιαίτερα στοργικοί απέναντι στους νεοσσούς που κάνουν τα πρώτα τους πετάγματα αφού συμπληρώσουν 40-45 μέρες ζωής.
Βιότοπος
Η εξάπλωσή του είναι σχετικά περιορισμένη στην Ελλάδα, κι έτσι είναι κοινό στη Μακεδονία και τη Θράκη, αλλά σπανιότερο προς τα νότια.
Τα περισσότερα σαΐνια έρχονται στην Ελλάδα τον τέλη Απριλίου έως μέσα Μαΐου και μεταναστεύουν μέσω των στενών του Βοσπόρου.
Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο περισσότερα από χίλια ζευγάρια Σαϊνιών.
Η φθινοπωρινή μετανάστευσή τους κορυφώνεται τον Σεπτέμβριο.
✔ Αστούριος, Astur (Accipiter)
Γένος αρπακτικών πτηνών της οικογένειας των ιερακιδών. Έχουν μικρό ράμφος και φέρουν στο πάνω σαγόνι τους ατροφικό δόντι. Τα πόδια τους είναι μακριά, με γαμψά νύχια· οι πτέρυγές τους είναι ευρείες, κοντές και αποστρογγυλεμένες, ενώ διαθέτουν μακριά και επίσης αποστρογγυλεμένη ουρά. Τα θηλυκά είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά.
Τρέφονται με μικρότερα πουλιά που τα αρπάζουν καθώς πετούν. Στο γένος τους ανήκουν γύρω στα 20 είδη, από τα οποία το γνωστότερο στον τόπο μας είναι ο αστούριος o βραχυκέφαλος.
✔ Σαΐνι
κοινή ονομασία ορισμένων αρπακτικών πτηνών τής οικογένειας accipitridae, όπως τού Αccipiter brevipes, τού καθαυτό σαϊνιού, τού Αccipiter gentilis, κν. διπλοσάινου, και τού Μelierax metabates, κν. ακριδοσάινου.
ΕΤΥΜΟΛΟΛΟΓΙΑ τουρκική, sahin=«γεράκι»
Ως αποτέλεσμα, η Διεθνής Ορνιθολογική Ένωση (IOC) και άλλοι επίσημοι φορείς (όπως το eBird/Clements) προχώρησαν στα τέλη του 2024 και το 2025 σε μια ριζική διάσπαση του γένους Accipiter σε πέντε διαφορετικά μονοφυλετικά γένη. Αυτή η αλλαγή επηρέασε άμεσα τα τρία ελληνικά είδη:
🔸Το Σαΐνι (Accipiter brevipes) μεταφέρθηκε στο αναστημένο γένος Tachyspiza και πλέον ονομάζεται επιστημονικά Tachyspiza brevipes.
🔸Το Διπλοσάινο (Accipiter gentilis) μεταφέρθηκε στο αναστημένο γένος Astur και πλέον ονομάζεται επιστημονικά Astur gentilis.
🔸Το Ξεφτέρι (Accipiter nisus) παρέμεινε στο «στενό» (sensu stricto) γένος Accipiter (το οποίο πλέον περιλαμβάνει μόνο 9 είδη παγκοσμίως), καθώς αποτελεί το τυπικό είδος (type species) του γένους.
Γένος αρπακτικών πτηνών της οικογένειας των ιερακιδών. Έχουν μικρό ράμφος και φέρουν στο πάνω σαγόνι τους ατροφικό δόντι. Τα πόδια τους είναι μακριά, με γαμψά νύχια· οι πτέρυγές τους είναι ευρείες, κοντές και αποστρογγυλεμένες, ενώ διαθέτουν μακριά και επίσης αποστρογγυλεμένη ουρά. Τα θηλυκά είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά.
Τρέφονται με μικρότερα πουλιά που τα αρπάζουν καθώς πετούν. Στο γένος τους ανήκουν γύρω στα 20 είδη, από τα οποία το γνωστότερο στον τόπο μας είναι ο αστούριος o βραχυκέφαλος.
✔ Σαΐνι
κοινή ονομασία ορισμένων αρπακτικών πτηνών τής οικογένειας accipitridae, όπως τού Αccipiter brevipes, τού καθαυτό σαϊνιού, τού Αccipiter gentilis, κν. διπλοσάινου, και τού Μelierax metabates, κν. ακριδοσάινου.
ΕΤΥΜΟΛΟΛΟΓΙΑ τουρκική, sahin=«γεράκι»
Η Ταξινομική Επανάσταση (2024–2025)
Για περισσότερο από έναν αιώνα, το γένος Accipiter ήταν ένα από τα μεγαλύτερα και πιο ποικιλόμορφα των αρπακτικών πτηνών, περιλαμβάνοντας περίπου 50 είδη σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, εκτενείς φυλογενετικές αναλύσεις DNA (με αποκορύφωμα τη δημοσίευση των Catanach κ.ά. το 2024) αποκάλυψαν ότι η παραδοσιακή ομάδα ήταν πολυφυλετική (δεν προερχόταν από έναν κοινό πρόγονο αποκλειστικά για αυτά τα είδη).Ως αποτέλεσμα, η Διεθνής Ορνιθολογική Ένωση (IOC) και άλλοι επίσημοι φορείς (όπως το eBird/Clements) προχώρησαν στα τέλη του 2024 και το 2025 σε μια ριζική διάσπαση του γένους Accipiter σε πέντε διαφορετικά μονοφυλετικά γένη. Αυτή η αλλαγή επηρέασε άμεσα τα τρία ελληνικά είδη:
🔸Το Σαΐνι (Accipiter brevipes) μεταφέρθηκε στο αναστημένο γένος Tachyspiza και πλέον ονομάζεται επιστημονικά Tachyspiza brevipes.
🔸Το Διπλοσάινο (Accipiter gentilis) μεταφέρθηκε στο αναστημένο γένος Astur και πλέον ονομάζεται επιστημονικά Astur gentilis.
🔸Το Ξεφτέρι (Accipiter nisus) παρέμεινε στο «στενό» (sensu stricto) γένος Accipiter (το οποίο πλέον περιλαμβάνει μόνο 9 είδη παγκοσμίως), καθώς αποτελεί το τυπικό είδος (type species) του γένους.