Κίρκος - Ορνιθοπανίδα Κίρκος

Κίρκος

Κίρκος, Harrier (Circus) Κίρκος
Γένος αρπακτικών ιερακόμορφων πτηνών, της οικογένειας των Ακιπιτριδών. Περιλαμβάνει 13 είδη με ευρεία εξάπλωση, τα οποία μεταναστεύουν συνήθως σε θερμότερες περιοχές τον χειμώνα. Τα πουλιά αυτά, μέσου μήκους 50 εκατοστών, έχουν μακριά πόδια, μακριές και πλατιές φτερούγες και φέρουν έναν φτερωτό δακτύλιο γύρω από το πρόσωπο.
Παρουσιάζουν φυλετικό διμορφισμό, καθώς στα περισσότερα είδη το φτέρωμα των αρσενικών διαφέρει εμφανώς από αυτό των θηλυκών.
Επίσης τα αρσενικά είναι ελαφρύτερα και μικρότερα από τα θηλυκά, η διαφορά αυτή ποικίλλει από είδος σε είδος. Το είδος με το μεγαλύτερο διμορφισμό είναι το Circus buffoni που συναντάται στη νότια Αμερική. Τα μικρότερα είδη είναι ο Circus macrourus και ο Λιβαδόκιρκος (Circus pygargus), τα μεγαλύτερα και βαρύτερα είναι ο Circus approximans και ο Circus macrosceles.
Ιερακόμορφα (Falconiformes) | Αετίδαι, (Accipitridae) | Κίρκοι (Circus)

Στην Ελλάδα ζουν τα παρακάτω είδη του γένους Κίρκος (Circus):

Οι Κίρκοι συχνάζουν σε ανοιχτές περιοχές, κυρίως σε ποολίβαδα και βάλτους, όπου κυνηγούν μικρά θηλαστικά, πουλιά, ερπετά και αμφίβια. Η εξημέρωση αυτών των αρπακτικών για θηρευτικούς σκοπούς (κυνήγι φασιανού κλπ.) εφαρμόζεται από την αρχαιότητα. Πετούν συνήθως σε χαμηλό ύψος πάνω από το έδαφος και τις πτέρυγες ανορθωμένες σε σχήμα V ψάχνοντας για θηράματα.
Κυνηγούν σε σχετικά χαμηλές ταχύτητες (περίπου 30 χλμ/ώρα), αιφνιδιάζοντας το θήραμα, το οποίο συλλαμβάνουν σε μικρή απόσταση από την επιφάνεια του εδάφους ή πάνω στο έδαφος, κυνηγώντας το για πολύ μικρές αποστάσεις. Πολλά είδη συνηθίζουν να αιωρούνται στον αέρα ή να πετούν κυκλικά για να εντοπίζουν τα θηράματά τους.
Σχεδόν όλοι οι κίρκοι φτιάχνουν τη φωλιά τους με κλαδιά και χόρτα στο έδαφος ανάμεσα σε πυκνά χόρτα, θάμνους και καλάμια. Γεννούν τρία μέχρι έξι αβγά αναλόγως του είδους, και τη φροντίδα του μεγαλώματος των νεοσσών αναλαμβάνουν και οι δύο γονείς.
Κιρκίνες (Circinae)
Τα πουλιά που ανήκουν στην υποοικογένεια αυτή έχουν μεγάλα πόδια και η μορφή του σώματός τους τα κάνει να μοιάζουν με κουκουβάγιες. Η λεία τους, την οποία εντοπίζουν κυρίως με την εξαιρετικά ευαίσθητη ακοή τους, αποτελείται από μικρά θηλαστικά, πουλιά και ερπετά.
Η λέξη Circus προέρχεται από τον αρχαίο ελληνικό κίρκο, αναφέρετε σε ένα αρπακτικό πουλί που γυροπετάει (kirkos, "circle"),
Το πιο διαδεδομένο είδος είναι το Circus cyaneus, γνωστό με την κοινή ονομασία Βαλτόκιρκος, που αναπαράγεται σχεδόν σε όλο το βόρειο ημισφαίριο. Στην Ελλάδα εμφανίζεται στις αρχές της άνοιξης.
Το αρσενικό, πιο μικρόσωμο από το θηλυκό, έχει γκρίζο φτέρωμα στη ράχη, γκρίζες φτερούγες με μαύρες άκρες, ενώ η κάτω επιφάνεια του σώματός του είναι λευκή, αραιά στικτή.
Το φτέρωμα των θηλυκών είναι καφέ στη ράχη και υπόλευκο με πυκνές καστανές ραβδώσεις στην κάτω επιφάνεια. Ο βαλτόκιρκος κατασκευάζει τη φωλιά του στο έδαφος, στα έλη ή ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση.
Το θηλυκό γεννά 4-6 λευκωπά αβγά, τα οποία κλωσά επί τέσσερις εβδομάδες, ενώ το αρσενικό έχει τη μέριμνα της διατροφής του θηλυκού και αργότερα των νεοσσών.
Άλλα γνωστά είδη, τα οποία συναντώνται και στην Ελλάδα, είναι τα:
Circus aeruginosus (κοινώς, καλαμόκιρκος), το οποίο αναπαράγεται σε εκτεταμένες περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας·
Circus pygargus (κοινώς, λιβαδόκιρκος), ένα από τα μικρότερα είδη του γένους, αρκετά διαδεδομένο στις νότιες περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας, το οποίο διαχειμάζει στην Αφρική·
Circus macrourus (κοινώς, στεπόκιρκος), το οποίο αναπαράγεται στην νοτιανατολική Ευρώπη και στην κεντρική Ασία και διαχειμάζει κυρίως στην Ινδία και στην νοτιοανατολική Ασία.
Τα είδη που συναντούνται στην Ελλάδα:
στεπόκιρκος, κίρκος ο μακρόουρος (Circus macrourus)
(Pallid Harrier) Mεταναστευτικό πουλί και συχνάζει σε ημιερήμους και στέπες έως τα 2.000 μέτρα, ενώ οι προτιμώμενες περιοχές ωοτοκίας είναι τα λιβάδια κοντά σε μικρά ποτάμια και λίμνες. Γεννά τέσσερα μέχρι πέντε αβγά, και η επώαση πραγματοποιείται αποκλειστικά από το θηλυκό, και διαρκεί 28-30 ημέρες, με το αρσενικό να εφοδιάζει με τροφή. Μετά την εκκόλαψη, τη σίτιση των νεοσσών αναλαμβάνει το θηλυκό.
καλαμόκιρκος, κίρκος ο χαλκόχρωμος (Circus aeruginosus)
(Western Marsh-harrier) Μεταναστευτικό πουλί και αναπαράγεται σχεδόν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Είναι ο μεγαλύτερος σε μέγεθος και ο πιο κοινός από όλους τους κίρκους που συναντάμε στον τόπο μας. Συναντάται σε υγροτόπους, ιδίως εκείνους που είναι πλούσιοι σε καλαμιώνες. Η επώαση πραγματοποιείται αποκλειστικά από το θηλυκό, με το αρσενικό να την εφοδιάζει με τροφή και διαρκεί 33-38 ημέρες. Μετά την εκκόλαψη, τη σίτιση των νεοσσών αναλαμβάνει το θηλυκό, ενώ το αρσενικό προμηθεύει την τροφή. Κατόπιν, κυνηγούν και οι δύο γονείς ταυτόχρονα.
βαλτόκιρκος, χειμωνόκιρκος​, κίρκος ο κυανούς (Circus cyaneus)
(Hen Harrier) Mεταναστευτικό πουλί. Aπαντάται μόνον ως διαβατικός χειμερινός επισκέπτης, σε μεγάλες ανοικτές, υγρές περιοχές, υφάλμυρους βάλτους και υγρά χωράφια. Το κτίσιμο της φωλιάς γίνεται κυρίως από το θηλυκό στο έδαφος με την τοποθέτηση ενός στρώματος από κλαδιά, επιστρωμένο με μαλακά χόρτα. Η επώαση πραγματοποιείται αποκλειστικά από το θηλυκό, και διαρκεί 29-39 ημέρες, με το αρσενικό να εφοδιάζει με τροφή.
λιβαδόκιρκος, κίρκος ο πύγαργος (Circus pygargus)
(Montagu’s Harrier) Είναι είδος των πεδινών περιοχών, που φωλιάζει κυρίως στις κοιλάδες ποταμών, πεδιάδες, και στα μέρη που γειτνιάζουν με τις λίμνες και τη θάλασσα. Η φωλιά κατασκευάζεται στο έδαφος από καλάμια, ξερόκλαδα και σκληρό γρασίδι, επιστρωμένη με μαλακό χορτάρι και με διάμετρο 30-40 εκατοστών. Γεννά τέσσερα μέχρι πέντε αβγά, και η επώαση πραγματοποιείται αποκλειστικά από το θηλυκό, και διαρκεί 27-40 ημέρες, με το αρσενικό να εφοδιάζει με τροφή. Μετά την εκκόλαψη, τη σίτιση των νεοσσών αναλαμβάνει το θηλυκό.


Ετικέτες: Αετίδες, Ιερακόμορφα

Ευχαριστούμε που διαβάσατε την ανάρτηση Κίρκος

Back To Top