Γυπαετός ή Κοκκαλάς (Gypaetus Barbatus) 
Ο γυπαετός (Gypaetus) είναι γένος ιερακόμορφων αρπακτικών πτηνών της οικογένειας των ακιπιτριδών. Περιλαμβάνει το μοναδικό είδος Gypaetus barbatus, το οποίο ζει στα ψηλά βουνά της νότιας Ευρώπης, της Αφρικής και της κεντρικής Ασίας. Είναι εύρωστο πουλί με αγέρωχη και επιβλητική εμφάνιση. Το μήκος του φτάνει το 1,10 μ., το άνοιγμα των φτερών τα 2,8 μ. και ζυγίζει 5-7 κιλά· το θηλυκό είναι ελαφρώς μεγαλύτερο από το αρσενικό.
Φέρει ισχυρό, γαμψό ράμφος και μακρείς γαμψώνυχες και αναγνωρίζεται από τις μακριές, στενές φτερούγες του και τη ρομβοειδή ουρά του.
Το κεφάλι του δεν είναι γυμνό, όπως στους υπόλοιπους γύπες, αλλά καλύπτεται από λευκωπό φτέρωμα και κάτω από κάθε μάτι φέρει μια μαύρη κηλίδα που καταλήγει στο ράμφος. Κοντά στο ράμφος του κρέμεται μια δέσμη από μαύρα τριχοειδή φτερά, σαν γενειάδα, γι’ αυτό ονομάζεται και γενειοφόρος.
Έχει υπόλευκο ή πορτοκαλοκίτρινο φτέρωμα στο στήθος, στην κοιλιά και στα πόδια, ενώ το φτέρωμα στη ράχη, στις φτερούγες και στην ουρά είναι γκριζόμαυρο.
Ο γυπαετός διαβιεί σε μεγάλα υψόμετρα, όπου φωλιάζει σε απόκρημνους βράχους και βαθιά φαράγγια. Υπερασπίζεται την επικράτειά του, μέσα στα όρια της οποίας δύσκολα ανέχεται ενήλικα άτομα του ίδιου είδους.
Τρέφεται με πτώματα νεκρών ζώων αλλά και μικρά ζώα. Συνήθως προτιμά τα κόκαλα νεκρών οπληφόρων ζώων, τα οποία ρίχνει από ψηλά πάνω σε πέτρες και βράχους για να σπάσουν και στη συνέχεια τρώει τα κομμάτια.
Το θηλυκό γεννά γύρω στον Φεβρουάριο 1-2 αβγά, τα οποία εκκολάπτονται σε 53-58 μέρες.
Το εντατικό κυνήγι του γυπαετού, τα δηλητηριασμένα δολώματα, η λαθροθηρία και η υποβάθμιση του περιβάλλοντος έχουν οδηγήσει σε επικίνδυνη μείωση των πληθυσμών του.
Θεωρείται πλέον από τα σπανιότερα αρπακτικά πουλιά της Ευρώπης και απειλείται με εξαφάνιση, γι’ αυτό έχει δημιουργηθεί διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας του.
Στην Ελλάδα ο κύριος όγκος του πληθυσμού του βρίσκεται στην Κρήτη, όπου ονομάζεται από τους βοσκούς κοκαλάς, λόγω των διατροφικών του συνηθειών.
Η παρουσία του γυπαετού στην ελληνική μυθολογία είναι συχνή. Σύμφωνα με έναν θρύλο, ο Αισχύλος σκοτώθηκε από μια χελώνα που έριξε στο κεφάλι του ένας γυπαετό.
Οι γυπαετοί ζούν στην νότια Ευρώπη, στην Αφρική, στην Μέση-Ανατολή, στην Ινδία και στο Θιβέτ, κατοικώντας αποκλειστικά σε ορεινές περιοχές (σε υψόμετρα μεταξυ 500 και 4.000 μέτρων). Στην Ελλάδα συναντάται πια μόνο στην ορεινή Κρήτη όπου υπάρχουν 5 αναπαραγωγικά ζευγάρια και μερικά ακόμη μοναχικά άτομα. Αναπαράγονται απο τα μέσα του Δεκεμβρίου έως μέσα Φεβρουαρίου, γεννώντας 1 με 2 αυγά, τα οποία εκκολάπτονται σε διάστημα μεταξύ 53 και 58 ημερών. Μετά την εκκόλαψη οι νεοσσοί περνούν ένα διάστημα 106 έως 130 ημερών πριν μπορέσουν να πετάξουν.
Είναι ένα απο τα σπανιότερα αρπακτικά που υπάρχουν και το μόνο μέλος του ταξινομικού γένους Gypaetus. Συναντάται σε πολύ περιορισμένους πληθυσμούς στην Ευρώπη, Ασία, Αφρική. Όπως δηλώνουν τα διάφορα ονόματα που του έχουν δοθεί κατά καιρούς, είναι ένα πτωματοφάγο πτηνό και έχει την συνήθεια να ρίχνει τα κόκκαλα των νεκρών ζώων με τα οποία τρέφεται απο ψηλά ώστε να τα σπάσει και να μπορέσει να φάει το μεδούλι που υπάρχει μέσα τους.
Περιγραφή: Τα ενήλικα έχουν πορτοκαλί σώμα και κεφάλι. Κάτω από το ράμφος του υπάρχει απόληξη από τρίχες πράγμα που του δίνει το χαρακτηριστικό του όνομα "Γυπαετός ο γενειοφόρος". Το μήκος του είναι 95-105 εκ. και το άνοιγμα φτερών μπορεί να φτάσει απο 250 έως 280 εκ. Ο γυπαετός ζυγίζει περίπου 5 με 7 κιλά. Ζεί μέχρι την ηλικία των 40 ετών σε συνθήκες αιχμαλωσίας.

Ο γυπαετός (Gypaetus) είναι γένος ιερακόμορφων αρπακτικών πτηνών της οικογένειας των ακιπιτριδών. Περιλαμβάνει το μοναδικό είδος Gypaetus barbatus, το οποίο ζει στα ψηλά βουνά της νότιας Ευρώπης, της Αφρικής και της κεντρικής Ασίας. Είναι εύρωστο πουλί με αγέρωχη και επιβλητική εμφάνιση. Το μήκος του φτάνει το 1,10 μ., το άνοιγμα των φτερών τα 2,8 μ. και ζυγίζει 5-7 κιλά· το θηλυκό είναι ελαφρώς μεγαλύτερο από το αρσενικό.
Φέρει ισχυρό, γαμψό ράμφος και μακρείς γαμψώνυχες και αναγνωρίζεται από τις μακριές, στενές φτερούγες του και τη ρομβοειδή ουρά του.
Το κεφάλι του δεν είναι γυμνό, όπως στους υπόλοιπους γύπες, αλλά καλύπτεται από λευκωπό φτέρωμα και κάτω από κάθε μάτι φέρει μια μαύρη κηλίδα που καταλήγει στο ράμφος. Κοντά στο ράμφος του κρέμεται μια δέσμη από μαύρα τριχοειδή φτερά, σαν γενειάδα, γι’ αυτό ονομάζεται και γενειοφόρος.
Έχει υπόλευκο ή πορτοκαλοκίτρινο φτέρωμα στο στήθος, στην κοιλιά και στα πόδια, ενώ το φτέρωμα στη ράχη, στις φτερούγες και στην ουρά είναι γκριζόμαυρο.
Ο γυπαετός διαβιεί σε μεγάλα υψόμετρα, όπου φωλιάζει σε απόκρημνους βράχους και βαθιά φαράγγια. Υπερασπίζεται την επικράτειά του, μέσα στα όρια της οποίας δύσκολα ανέχεται ενήλικα άτομα του ίδιου είδους.
Τρέφεται με πτώματα νεκρών ζώων αλλά και μικρά ζώα. Συνήθως προτιμά τα κόκαλα νεκρών οπληφόρων ζώων, τα οποία ρίχνει από ψηλά πάνω σε πέτρες και βράχους για να σπάσουν και στη συνέχεια τρώει τα κομμάτια.
Το θηλυκό γεννά γύρω στον Φεβρουάριο 1-2 αβγά, τα οποία εκκολάπτονται σε 53-58 μέρες.
Το εντατικό κυνήγι του γυπαετού, τα δηλητηριασμένα δολώματα, η λαθροθηρία και η υποβάθμιση του περιβάλλοντος έχουν οδηγήσει σε επικίνδυνη μείωση των πληθυσμών του.
Θεωρείται πλέον από τα σπανιότερα αρπακτικά πουλιά της Ευρώπης και απειλείται με εξαφάνιση, γι’ αυτό έχει δημιουργηθεί διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας του.
Στην Ελλάδα ο κύριος όγκος του πληθυσμού του βρίσκεται στην Κρήτη, όπου ονομάζεται από τους βοσκούς κοκαλάς, λόγω των διατροφικών του συνηθειών.
Η παρουσία του γυπαετού στην ελληνική μυθολογία είναι συχνή. Σύμφωνα με έναν θρύλο, ο Αισχύλος σκοτώθηκε από μια χελώνα που έριξε στο κεφάλι του ένας γυπαετό.
Ιερακόμορφα | Αετίδαι, (Accipitridae) | Γύπες (Gyps)
Οι γυπαετοί ζούν στην νότια Ευρώπη, στην Αφρική, στην Μέση-Ανατολή, στην Ινδία και στο Θιβέτ, κατοικώντας αποκλειστικά σε ορεινές περιοχές (σε υψόμετρα μεταξυ 500 και 4.000 μέτρων). Στην Ελλάδα συναντάται πια μόνο στην ορεινή Κρήτη όπου υπάρχουν 5 αναπαραγωγικά ζευγάρια και μερικά ακόμη μοναχικά άτομα. Αναπαράγονται απο τα μέσα του Δεκεμβρίου έως μέσα Φεβρουαρίου, γεννώντας 1 με 2 αυγά, τα οποία εκκολάπτονται σε διάστημα μεταξύ 53 και 58 ημερών. Μετά την εκκόλαψη οι νεοσσοί περνούν ένα διάστημα 106 έως 130 ημερών πριν μπορέσουν να πετάξουν.
Είναι ένα απο τα σπανιότερα αρπακτικά που υπάρχουν και το μόνο μέλος του ταξινομικού γένους Gypaetus. Συναντάται σε πολύ περιορισμένους πληθυσμούς στην Ευρώπη, Ασία, Αφρική. Όπως δηλώνουν τα διάφορα ονόματα που του έχουν δοθεί κατά καιρούς, είναι ένα πτωματοφάγο πτηνό και έχει την συνήθεια να ρίχνει τα κόκκαλα των νεκρών ζώων με τα οποία τρέφεται απο ψηλά ώστε να τα σπάσει και να μπορέσει να φάει το μεδούλι που υπάρχει μέσα τους.
Περιγραφή: Τα ενήλικα έχουν πορτοκαλί σώμα και κεφάλι. Κάτω από το ράμφος του υπάρχει απόληξη από τρίχες πράγμα που του δίνει το χαρακτηριστικό του όνομα "Γυπαετός ο γενειοφόρος". Το μήκος του είναι 95-105 εκ. και το άνοιγμα φτερών μπορεί να φτάσει απο 250 έως 280 εκ. Ο γυπαετός ζυγίζει περίπου 5 με 7 κιλά. Ζεί μέχρι την ηλικία των 40 ετών σε συνθήκες αιχμαλωσίας.