Ψαλιδιάρης ή Κόκκινος Ικτίνος (Milvus milvus)
Ο Ψαλιδιάρης είναι ένα μεγάλο αρπακτικό πτηνό, ανήκει στην οικογένεια γερακιών (Accipitridae). Σε αντίθεση με τον στενό συγγενή του Τσίφτη (Milvus migrans) η κατανομή του περιορίζεται κυρίως στην Ευρώπη. Περίπου το 50 τοις εκατό του συνόλου αναπαράγεται στη Γερμανία. Υποείδη του Ψαλιδιάρη δεν είναι γνωστά, παλιότερα κατατασόταν σαν υποείδος το (Μ. Μ. fasciicauda)
των νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου, σήμερα όμως κατατάσεται από το σύνολο των επιστημόνων σαν ξεχωριστό είδος με την ονομασία (Milvus fasciicauda).
Ο Ψαλιδιάρης (αγγλική ονομασία: Red Kite, επιστημονική ονομασία: Milvus milvus) είναι ένα από τα πιο κομψά, αναγνωρίσιμα και εντυπωσιακά αρπακτικά πτηνά της Ευρώπης. Ανήκει στην οικογένεια των Αρπακτικών (συγκεκριμένα στην οικογένεια των Accipitridae). Φημίζεται για την απαράμιλλη εναέρια δεξιοτεχνία του, τη μακριά διχαλωτή του ουρά που θυμίζει ψαλίδι και το έντονο κοκκινωπό του χρώμα.
Μέγεθος και Βάρος: Μήκος σώματος: 60 - 66 εκατοστά, άνοιγμα πτερύγων: 175 - 195 εκατοστά (εξαιρετικά μεγάλο άνοιγμα σε σχέση με το βάρος του).
Βάρος: Αρσενικά 800 - 1200 γραμμάρια. Θηλυκά 1000 - 1300 γραμμάρια (παρουσιάζει τον τυπικό φυλετικό διμορφισμό μεγέθους των αρπακτικών).
Πτέρωμα και Χρωματισμός: Το σώμα, η ράχη και η πάνω επιφάνεια της ουράς έχουν ένα ζεστό, λαμπερό καστανοκόκκινο (σκουριασμένο) χρώμα. Το κεφάλι του είναι ανοιχτό γκρίζο-λευκό με λεπτές σκούρες γραμμώσεις.
Το «Σήμα Κατατεθέν» των Φτερούγων: Κατά την πτήση, η κάτω επιφάνεια των φτερών παρουσιάζει μια εντυπωσιακή αντίθεση: οι βάσεις των πρωτευόντων ερετικών φτερών σχηματίζουν δύο μεγάλα, κατάλευκα μπαλώματα που έρχονται σε έντονη αντίθεση με τις μαύρες άκρες των φτερών και το κόκκινο σώμα.
Η Ουρά: Η ουρά του είναι μακριά και έντονα διχαλωτή. Το βάθος της σχισμής (το «ψαλίδι») είναι πολύ μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό αρπακτικό.
Βιότοποι:
Προτιμά ανοιχτές δασικές εκτάσεις, μωσαϊκά καλλιεργειών με διάσπαρτα δάση, βοσκοτόπους και ρεικότοπους. Αποφεύγει τις απέραντες, μονοτονικές γεωργικές πεδιάδες χωρίς δέντρα, καθώς και τα πολύ πυκνά, συνεχή δάση.
Η Κατάσταση στην Ελλάδα:
Δυστυχώς, ο Ψαλιδιάρης έχει εκλείψει οριστικά ως αναπαραγόμενο είδος στην Ελλάδα από τα τέλη του 20ού αιώνα, κυρίως λόγω της καταστροφής των πεδινών δασών, της λαθροθηρίας και των δηλητηριασμένων δολωμάτων. Σήμερα, αποτελεί έναν εξαιρετικά σπάνιο χειμερινό επισκέπτη (κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, π.χ. στο Δέλτα του Έβρου ή τη λίμνη Κερκίνη) και περαστικό μεταναστευτικό είδος κατά το φθινόπωρο και την άνοιξη.
Δίαιτα (Κυνηγός και Ρακοσυλλέκτης): Είναι ένας οπορτουνιστής τροφοσυλλέκτης. Τρέφεται σε μεγάλο βαθμό με ψοφίμια (πτώματα ζώων), γεγονός που τον καθιστά ωφέλιμο καθαριστή του οικοσυστήματος. Παράλληλα κυνηγά μικρά θηλαστικά (ποντίκια, τυφλοπόντικες), ερπετά, αμφίβια, νεοσσούς και μεγάλα έντομα (π.χ. γεωσκώληκες). Είναι επίσης συχνό φαινόμενο να ψάχνει για τροφή (roadkill) κατά μήκος των οδικών δικτύων.
Θανατοποίηση (Thanatosis) των Νεοσσών: Σε περίπτωση κινδύνου στη φωλιά (π.χ. προσέγγιση κάποιου θηρευτή), η μητέρα εκπέμπει ένα συγκεκριμένο σήμα. Οι νεοσσοί αμέσως «παγώνουν» και προσποιούνται ότι είναι νεκροί (thanatosis), παραμένοντας εντελώς ακίνητοι μέχρι να περάσει ο κίνδυνος.
Η Φωλιά με τα Σκουπίδια: Κατασκευάζουν μια μεγάλη φωλιά από κλαδιά ψηλά σε μεγάλα δέντρα (βελανιδιές, πεύκα, οξιές). Το πιο περίεργο χαρακτηριστικό του Ψαλιδιάρη είναι ότι «διακοσμεί» το εσωτερικό της φωλιάς με διάφορα ανθρωπογενή υλικά που συλλέγει από το έδαφος, όπως κουρέλια, πλαστικά, χαρτιά, κομμάτια δέρματος ή ακόμα και κάλτσες. Η χρήση αυτή μερικές φορές αποβαίνει μοιραία, καθώς εμποδίζει τον σωστό αερισμό της φωλιάς ή προκαλεί τον εγκλωβισμό των ποδιών των νεοσσών.
Αυγά και Επώαση: Το θηλυκό γεννά 1 - 3 αυγά (συνήθως 2). Η επώαση διαρκεί περίπου 31 - 32 ημέρες και γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από το θηλυκό, ενώ το αρσενικό αναλαμβάνει την τροφοδοσία της.
Μακροζωία: Ο Ψαλιδιάρης μπορεί να ζήσει πολλά χρόνια. Στη φύση έχουν καταγραφεί δακτυλιωμένα πουλιά που ξεπέρασαν τα 25 με 29 έτη ζωής.
Ψαλιδιάρης: Η ελληνική του ονομασία οφείλεται στο πιο χαρακτηριστικό ανατομικό του γνώρισμα, τη βαθιά διχαλωτή ουρά του, η οποία ανοιγοκλείνει και περιστρέφεται κατά την πτήση σαν ανοιχτό ψαλίδι, λειτουργώντας ως ένα εξαιρετικά ευέλικτο πηδάλιο.
Κόκκινος Ικτίνος: Η εναλλακτική του ονομασία τον διαφοροποιεί από τον στενό του συγγενή, τον Τσίφτη ή Μαυροικτίνο (Milvus migrans), ο οποίος έχει πιο σκούρο πτέρωμα και λιγότερο διχαλωτή ουρά.
Κύριες Απειλές (ιδιαίτερα στη Μεσόγειο):
Δηλητηριασμένα Δολώματα: Ως πτωματοφάγο αρπακτικό, ο Ψαλιδιάρης είναι το πρώτο θύμα των παράνομων δηλητηριασμένων δολωμάτων που τοποθετούνται στην ύπαιθρο για την εξόντωση λύκων, αλεπούδων ή τρωκτικών.
Δευτερογενής Δηλητηρίαση από Ροντεντοκτόνα: Η κατάποση μικρών θηλαστικών που έχουν καταναλώσει ποντικοφάρμακα σε γεωργικές περιοχές προκαλεί εσωτερικές αιμορραγίες και θάνατο.
Προσκρούσεις σε Ανεμογεννήτριες και Ηλεκτροφόρα Καλώδια: Λόγω της συνήθειάς του να πετά ψάχνοντας το έδαφος, είναι εξαιρετικά ευάλωτος σε συγκρούσεις με τα πτερύγια των ανεμογεννητριών και σε ηλεκτροπληξία σε πυλώνες μεταφοράς ενέργειας.
Πηγές: Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, BirdLife International, IUCN Red List of Threatened Species, NatureBank (Φιλότης - ΕΜΠ).
Ο Ψαλιδιάρης είναι ένα μεγάλο αρπακτικό πτηνό, ανήκει στην οικογένεια γερακιών (Accipitridae). Σε αντίθεση με τον στενό συγγενή του Τσίφτη (Milvus migrans) η κατανομή του περιορίζεται κυρίως στην Ευρώπη. Περίπου το 50 τοις εκατό του συνόλου αναπαράγεται στη Γερμανία. Υποείδη του Ψαλιδιάρη δεν είναι γνωστά, παλιότερα κατατασόταν σαν υποείδος το (Μ. Μ. fasciicauda)
Αετίδες
Θαλασσαετός
Φιδαετός
Αετογερακίνα
Χιονογερακίνα
Γερακίνα
Ψαλιδιάρης
Σφηκιάρης
Έλανος
Τσίφτης
Ψαραετός
Αλιάστωρ
Ο Ψαλιδιάρης (αγγλική ονομασία: Red Kite, επιστημονική ονομασία: Milvus milvus) είναι ένα από τα πιο κομψά, αναγνωρίσιμα και εντυπωσιακά αρπακτικά πτηνά της Ευρώπης. Ανήκει στην οικογένεια των Αρπακτικών (συγκεκριμένα στην οικογένεια των Accipitridae). Φημίζεται για την απαράμιλλη εναέρια δεξιοτεχνία του, τη μακριά διχαλωτή του ουρά που θυμίζει ψαλίδι και το έντονο κοκκινωπό του χρώμα.
Πως θα τον αναγνωρίσουμε:
Ο Ψαλιδιάρης είναι ένα πολύ αναγνωρίσιμο αρπακτικό πτηνό. Συγχέεται εύκολα με τον στενό συγγενή του, Τσίφτη (Milvus migrans), αλλά όμως υπάρχουν αρκετές σημαντικές διαφορές. Ο Ψαλιδιάρης είναι μεγαλύτερος από μια καρακάξα και λίγο μεγαλύτερος από τον Τσίφτη (Milvus migrans), έχει εξαιρετικά μεγάλα φτερά και μια μακριά ουρά.Μορφολογία και Ανατομικά Χαρακτηριστικά
Ο Ψαλιδιάρης είναι ένα μεσαίου προς μεγάλου μεγέθους αρπακτικό με αεροδυναμική σιλουέτα, ιδανική για ατελείωτες ώρες ανεμοπορίας (gliding):Μέγεθος και Βάρος: Μήκος σώματος: 60 - 66 εκατοστά, άνοιγμα πτερύγων: 175 - 195 εκατοστά (εξαιρετικά μεγάλο άνοιγμα σε σχέση με το βάρος του).
Βάρος: Αρσενικά 800 - 1200 γραμμάρια. Θηλυκά 1000 - 1300 γραμμάρια (παρουσιάζει τον τυπικό φυλετικό διμορφισμό μεγέθους των αρπακτικών).
Πτέρωμα και Χρωματισμός: Το σώμα, η ράχη και η πάνω επιφάνεια της ουράς έχουν ένα ζεστό, λαμπερό καστανοκόκκινο (σκουριασμένο) χρώμα. Το κεφάλι του είναι ανοιχτό γκρίζο-λευκό με λεπτές σκούρες γραμμώσεις.
Το «Σήμα Κατατεθέν» των Φτερούγων: Κατά την πτήση, η κάτω επιφάνεια των φτερών παρουσιάζει μια εντυπωσιακή αντίθεση: οι βάσεις των πρωτευόντων ερετικών φτερών σχηματίζουν δύο μεγάλα, κατάλευκα μπαλώματα που έρχονται σε έντονη αντίθεση με τις μαύρες άκρες των φτερών και το κόκκινο σώμα.
Η Ουρά: Η ουρά του είναι μακριά και έντονα διχαλωτή. Το βάθος της σχισμής (το «ψαλίδι») είναι πολύ μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό αρπακτικό.
Γεωγραφική Εξάπλωση και Βιότοπος
Ο Ψαλιδιάρης είναι σχεδόν ενδημικό είδος της Δυτικής Παλαίαρκτικής, καθώς πάνω από το 95% του παγκόσμιου πληθυσμού του φωλιάζει αποκλειστικά στην Ευρώπη.Βιότοποι:
Προτιμά ανοιχτές δασικές εκτάσεις, μωσαϊκά καλλιεργειών με διάσπαρτα δάση, βοσκοτόπους και ρεικότοπους. Αποφεύγει τις απέραντες, μονοτονικές γεωργικές πεδιάδες χωρίς δέντρα, καθώς και τα πολύ πυκνά, συνεχή δάση.
Η Κατάσταση στην Ελλάδα:
Δυστυχώς, ο Ψαλιδιάρης έχει εκλείψει οριστικά ως αναπαραγόμενο είδος στην Ελλάδα από τα τέλη του 20ού αιώνα, κυρίως λόγω της καταστροφής των πεδινών δασών, της λαθροθηρίας και των δηλητηριασμένων δολωμάτων. Σήμερα, αποτελεί έναν εξαιρετικά σπάνιο χειμερινό επισκέπτη (κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, π.χ. στο Δέλτα του Έβρου ή τη λίμνη Κερκίνη) και περαστικό μεταναστευτικό είδος κατά το φθινόπωρο και την άνοιξη.
Συμπεριφορά, Διατροφή και Ικανότητες
Ορχήστρα στον Αέρα: Η πτήση του Ψαλιδιάρη είναι μια από τις πιο χαρισματικές στη φύση. Πετά με ελάχιστα χτυπήματα των φτερών, εκμεταλλευόμενος τα θερμά ρεύματα αέρα, ενώ η ουρά του βρίσκεται σε συνεχή κίνηση, στρίβοντας αριστερά-δεξιά για να διορθώνει την πορεία του.Δίαιτα (Κυνηγός και Ρακοσυλλέκτης): Είναι ένας οπορτουνιστής τροφοσυλλέκτης. Τρέφεται σε μεγάλο βαθμό με ψοφίμια (πτώματα ζώων), γεγονός που τον καθιστά ωφέλιμο καθαριστή του οικοσυστήματος. Παράλληλα κυνηγά μικρά θηλαστικά (ποντίκια, τυφλοπόντικες), ερπετά, αμφίβια, νεοσσούς και μεγάλα έντομα (π.χ. γεωσκώληκες). Είναι επίσης συχνό φαινόμενο να ψάχνει για τροφή (roadkill) κατά μήκος των οδικών δικτύων.
Θανατοποίηση (Thanatosis) των Νεοσσών: Σε περίπτωση κινδύνου στη φωλιά (π.χ. προσέγγιση κάποιου θηρευτή), η μητέρα εκπέμπει ένα συγκεκριμένο σήμα. Οι νεοσσοί αμέσως «παγώνουν» και προσποιούνται ότι είναι νεκροί (thanatosis), παραμένοντας εντελώς ακίνητοι μέχρι να περάσει ο κίνδυνος.
Αναπαραγωγή και «Διακόσμηση» Φωλιάς
Η αναπαραγωγική περίοδος ξεκινά τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο:Η Φωλιά με τα Σκουπίδια: Κατασκευάζουν μια μεγάλη φωλιά από κλαδιά ψηλά σε μεγάλα δέντρα (βελανιδιές, πεύκα, οξιές). Το πιο περίεργο χαρακτηριστικό του Ψαλιδιάρη είναι ότι «διακοσμεί» το εσωτερικό της φωλιάς με διάφορα ανθρωπογενή υλικά που συλλέγει από το έδαφος, όπως κουρέλια, πλαστικά, χαρτιά, κομμάτια δέρματος ή ακόμα και κάλτσες. Η χρήση αυτή μερικές φορές αποβαίνει μοιραία, καθώς εμποδίζει τον σωστό αερισμό της φωλιάς ή προκαλεί τον εγκλωβισμό των ποδιών των νεοσσών.
Αυγά και Επώαση: Το θηλυκό γεννά 1 - 3 αυγά (συνήθως 2). Η επώαση διαρκεί περίπου 31 - 32 ημέρες και γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από το θηλυκό, ενώ το αρσενικό αναλαμβάνει την τροφοδοσία της.
Μακροζωία: Ο Ψαλιδιάρης μπορεί να ζήσει πολλά χρόνια. Στη φύση έχουν καταγραφεί δακτυλιωμένα πουλιά που ξεπέρασαν τα 25 με 29 έτη ζωής.
Ετυμολογία και Ονομασία
Η επιστημονική ονομασία (Milvus milvus): Η λέξη milvus αποτελεί τη λατινική ονομασία για το συγκεκριμένο αρπακτικό (ικτίνος). Η διπλή επανάληψη του ονόματος (ταυτώνυμο) χρησιμοποιείται στην ταξινόμηση για να δηλώσει το τυπικό είδος του γένους.Ψαλιδιάρης: Η ελληνική του ονομασία οφείλεται στο πιο χαρακτηριστικό ανατομικό του γνώρισμα, τη βαθιά διχαλωτή ουρά του, η οποία ανοιγοκλείνει και περιστρέφεται κατά την πτήση σαν ανοιχτό ψαλίδι, λειτουργώντας ως ένα εξαιρετικά ευέλικτο πηδάλιο.
Κόκκινος Ικτίνος: Η εναλλακτική του ονομασία τον διαφοροποιεί από τον στενό του συγγενή, τον Τσίφτη ή Μαυροικτίνο (Milvus migrans), ο οποίος έχει πιο σκούρο πτέρωμα και λιγότερο διχαλωτή ουρά.
Κατάσταση Διατήρησης και Απειλές
Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο Ψαλιδιάρης κατατάσσεται πλέον ως Ελάχιστης Ανησυχίας (Least Concern) στην Κόκκινη Λίστα της IUCN. Αυτή η θετική εξέλιξη (καθώς παλαιότερα θεωρούνταν Σχεδόν Απειλούμενο είδος) οφείλεται στα εξαιρετικά επιτυχημένα προγράμματα επανεισαγωγής και προστασίας του είδους στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Σουηδία και την Ελβετία, όπου οι πληθυσμοί παρουσιάζουν θεαματική άνοδο.Κύριες Απειλές (ιδιαίτερα στη Μεσόγειο):
Δηλητηριασμένα Δολώματα: Ως πτωματοφάγο αρπακτικό, ο Ψαλιδιάρης είναι το πρώτο θύμα των παράνομων δηλητηριασμένων δολωμάτων που τοποθετούνται στην ύπαιθρο για την εξόντωση λύκων, αλεπούδων ή τρωκτικών.
Δευτερογενής Δηλητηρίαση από Ροντεντοκτόνα: Η κατάποση μικρών θηλαστικών που έχουν καταναλώσει ποντικοφάρμακα σε γεωργικές περιοχές προκαλεί εσωτερικές αιμορραγίες και θάνατο.
Προσκρούσεις σε Ανεμογεννήτριες και Ηλεκτροφόρα Καλώδια: Λόγω της συνήθειάς του να πετά ψάχνοντας το έδαφος, είναι εξαιρετικά ευάλωτος σε συγκρούσεις με τα πτερύγια των ανεμογεννητριών και σε ηλεκτροπληξία σε πυλώνες μεταφοράς ενέργειας.
Πηγές: Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, BirdLife International, IUCN Red List of Threatened Species, NatureBank (Φιλότης - ΕΜΠ).
Ιερακόμορφα | Αετίδαι, (Accipitridae)
Μιλβίνες (Milvus)
Είναι αρπακτικά και πτωματοφάγα, ζουν μεμονωμένα ή κατά αποικίες και φτιάχνουν τις φωλιές τους σε βράχια και σε δέντρα. Τυπικός αντιπρόσωπος της υποοικογένειας αυτής είναι ο μαύρος μίλβος.
Μέγεθος: Το μέγιστο βάρος στο αρσενικό είναι 1,1 κιλά, ενώ ο μέσος όρος βάρους λίγο κάτω από ένα χιλιόγραμμο. Το μέγιστο βάρος στο θηλυκό είναι 1,4 κιλά, ενώ ο μέσος όρος είναι 1,2 κιλά. Το μήκος του σώματος κυμαίνεται μεταξύ 60 και 73 εκατοστών, από το οποίο 31-39 εκατοστά είναι η ουρά. Το άνοιγμα των φτερών είναι 150-171 εκατοστά.
Είναι αρπακτικά και πτωματοφάγα, ζουν μεμονωμένα ή κατά αποικίες και φτιάχνουν τις φωλιές τους σε βράχια και σε δέντρα. Τυπικός αντιπρόσωπος της υποοικογένειας αυτής είναι ο μαύρος μίλβος.
Μέγεθος: Το μέγιστο βάρος στο αρσενικό είναι 1,1 κιλά, ενώ ο μέσος όρος βάρους λίγο κάτω από ένα χιλιόγραμμο. Το μέγιστο βάρος στο θηλυκό είναι 1,4 κιλά, ενώ ο μέσος όρος είναι 1,2 κιλά. Το μήκος του σώματος κυμαίνεται μεταξύ 60 και 73 εκατοστών, από το οποίο 31-39 εκατοστά είναι η ουρά. Το άνοιγμα των φτερών είναι 150-171 εκατοστά.