Τσίφτης - Ορνιθοπανίδα Τσίφτης

Τσίφτης

Τσίφτης (Milvus migrans)
Ο Τσίφτης είναι είδος ικτίνου που απαντάται στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική του ονομασία είναι Milvus migrans και περιλαμβάνει 7 (ή 5) υποείδη. Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος Milvus migrans migrans. Ανήκει στα μη γνήσια γεράκια. Τρέφεται κυρίως με πτώματα και νεκρά ψάρια. Κυνηγάει όμως και μικρότερα πουλιά ή μικρά ζώα (τρωκτικά, αγριοκούνελα, κ.λ.π.). Είναι αγελαίο πουλί. Όταν βρεθεί πτώμα μαζεύονται πολλά πουλιά. Φωλιάζει πάνω στα δένδρα. Έχει σκούρο ξανθοκόκκινο χρώμα και υπόλευκο κεφάλι με ραβδώσεις. Οι φτερούγες είναι στενές. Πετάει ελαφρά. Η ουρά του είναι διχαλωτή. Το μέγεθος του σώματος είναι περίπου 55 εκ.

Ιερακόμορφα | Αετίδαι, (Accipitridae) | Ικτίνος (Milvus)




Ο Τσίφτης είναι ένα, μετρίου μεγέθους, κομψό αρπακτικό που χαρακτηρίζεται από το γενικότερο σκούρο καφέ φτέρωμα και τη διχαλωτή ουρά του (λιγότερο διχαλωτή από τον Ψαλιδιάρη). Το κεφάλι, ο λαιμός και ο τράχηλος είναι αρκετά πιο ανοιχτόχρωμα, όχι όμως τόσο όσο στον Ψαλιδιάρη. Οι πτέρυγές του είναι αρκετά μακριές σε σχέση με το μέγεθός του, γκρι-καφέ στην άνω επιφάνεια με την κάτω επιφάνεια να φέρει πιο ανοιχτόχρωμες περιοχές (όχι«λευκά μπαλώματα»)και, μαυριδερά -σχεδόν μαύρα- άκρα στα πρωτευόντων ερετικά φτερά. Στην πτήση και σε μετωπιαία όψη, φαίνεται να σχηματίζουν ένα ελαφρό δίεδρο προς τα κάτω. Το κήρωμα και η κάτω γνάθος, είναι κίτρινα, η άνω γνάθος (ραμφοθήκη) είναι μαύρη, ενώ τα πόδια είναι κίτρινα και οι γαμψώνυχες μαύροι.
Ικτίνος
Γένος αρπακτικών πτηνών. Το πιο αντιπροσωπευτικό είδος του γένους αυτού είναι ο ι. ο βασιλικός ή ψαλιδιάρης, διαδεδομένος στην κεντρική και νότια Ευρώπη, στην Αφρική και στην Ινδία. Έχει μήκος 65 εκ., άνοιγμα πτερύγων 1,50 μ. και διχαλωτή ουρά. Ζει κατά προτίμηση σε πεδινές ή λοφώδεις περιοχές και τρέφεται με μεγάλα έντομα· όταν είναι πεινασμένος, κυνηγά ακόμα και πουλερικά. Μεταξύ Απριλίου και Μαΐου, το θηλυκό αποθέτει σε μια αρκετά μεγάλη φωλιά (κατασκευασμένη σε ψηλά δέντρα) 3-4 αβγά γαλαζωπού χρώματος, διάστικτα από σκούρες κηλίδες. Το είδος ι. ο μέλας ή τσιφτογεράκι, μικρότερο σε μέγεθος από τον προηγούμενο (συνολικό μήκος 55 εκ.), είναι διαδεδομένο στην Ευρώπη, στην Αφρική και στην Αυστραλία. Συχνάζει κατά κανόνα στις πλούσιες σε νερά περιοχές και τρέφεται κυρίως με ψάρια.
Τα νεαρά άτομα είναι έχουν πιο ανοιχτόχρωμο κεφάλι και στήθος. Η ίριδα είναι καφέ και τα νύχια είναι γκρίζα. Αποκτούν το φτέρωμα των ενηλίκων μετά τα 5-6 χρόνια ζωής τους.
Είναι μικρότερος από τον συγγενικό του Ψαλιδιάρη, ενώ, εκτός από μια μικρή διαφορά βάρους (17%), τα φύλα είναι παρόμοια.
Τσίφτης είναι ένα καθαρά ημερόβιο αρπακτικό. Οι πρώτες πτήσεις για θηράματα αρχίζουν λίγο πριν από την ανατολή του ηλίου και, συνήθως πριν από το ηλιοβασίλεμα βρίσκεται ήδη στις περιοχές κουρνιάσματος. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις αφθονίας τροφής, για παράδειγμα στη μαζική εμφάνιση της μηλολόνθης, παραμένει ενεργός μέχρι το τέλος του λυκόφωτος. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής, το θηλυκό μένει στη φωλιά και το αρσενικό περιφέρεται στην περιοχή, αλλά εκτός αυτής της περιόδου απαντάται σε δέντρα, όπου μπορούν να συγκεντρωθούν έως και αρκετές εκατοντάδες πουλιά. Πολλές φορές, μάλιστα, πριν το κούρνιασμα περιφέρεται κατά μεγάλες ομάδες στην γύρω περιοχή. Είναι εξαιρετικά κοινωνικός, όχι ιδιαίτερα εδαφικός και, τείνει να υπερασπίζεται μόνο το άμεσο περιβάλλον του.
Οι Τσίφτες απαντώνται συχνά να γυροπετάνε (soaring) στα θερμικά ρεύματα καθώς ψάχνουν για τροφή, αλλάζοντας κατευθύνσεις εύκολα. Από εκεί μπορούν να «καταδύονται» με τα πόδια τους προτεταμένα για να αρπάξουν μικρά θηράματα, ψάρια, αλλά και οικιακά απορρίμματα, σφάγια και θνησιμαία. Είναι κυνηγοί οπορτουνιστές και συχνά συλλαμβάνουν πουλιά, νυχτερίδες και τρωκτικά. Η σύλληψη θηραμάτων κατόπιν καταδίωξης είναι αρκετά σπάνια, αλλά συμβαίνει.
Οι πληθυσμοί της Ευρώπης και της κεντρικής και βόρειας Ασίας συμπεριφέρονται αρκετά επιφυλακτικά προς τους ανθρώπους κρατώντας κάποια απόσταση από αυτόν. Όμως, στη νότια Ασία και την Αφρική, οι εκεί πληθυσμοί είναι στενά συνδεδεμένοι με την τροφή που δυνητικά μπορεί να παρέχουν οι άνθρωποι και, όπου δεν διώκονται, μείωσαν τις αποστάσεις μόλις στα λίγα μέτρα και κουρνιάζουν ή φωλιάζουν στο άμεσο ανθρώπινο περιβάλλον.
Συχνά γυροπετάει (soaring), ενώ η κίνησή του στον αέρα θυμίζει χαρταετό, εξ ου και η αγγλική ονομασία του γένους Kite.

Διατροφή: Η επιλογή του θηράματος εξαρτάται από το φυσικό περιβάλλον του εκάστοτε υποείδους. Οι πληθυσμοί κοντά σε νερό επιλέγουν κυρίως μικρά ζώα και ψάρια, ειδικά στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, όπου τα ψάρια μπορούν να φθάσουν στο 80% του συνολικού βάρους τροφής, ενώ το υπόλοιπο συμπληρώνουν μικρά πτηνά και θηλαστικά. Κάποιες φορές ψαρεύει όπως ο Ψαραετός. Σε ξηρές περιοχές στρέφεται σε πουλιά, ερπετά, αμφίβια και μικρά θηλαστικά όπως σκαντζόχοιρους. Τα περιστέρια (Columbidae) και τα κορακοειδή (Corvidae) σε ξηρά ενδιαιτήματα μπορούν να αποτελέσουν ένα μεγάλο μερίδιο της λείας, αλλά και μεγάλα έντομα (μηλολόνθες), γαιοσκώληκες και σαλιγκάρια. Φυτική τροφή συμπεριλαμβάνεται κατά τη διάρκεια της κατανάλωσης των ανθρώπινων αποβλήτων. Στη δυτική και κεντρική Αφρική, οι εκεί διαχειμάζοντες Τσίφτες μπορεί να στραφούν ακόμη και στους καρπούς του φοινικοειδούς ααβόρα (Elaeis guineensis). Τέλος, έχουν παρατηρηθεί να ακολουθούν τα σμήνη των ακρίδων κατά τη μετανάστευσή τους.
Στην Ισπανία επιτίθεται στα μικρά των υδρόβιων πτηνών, ειδικά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, για να ταΐσει τους δικούς του νεοσσούς, αλλά έχει παρατηρηθεί να επιτίθεται και στις φωλιές άλλων Τσιφτών. Επίσης, μπορεί να παρενοχλεί άλλα πουλιά, κυρίως γλάρους, ερωδιούς ή πελαργούς για να τους κλέψει τη λεία, ακόμη και αν χρειαστεί να την εξεμέσουν.
Γενικά, πρόκειται πιθανότατα για το πιο επιτυχημένο αρπακτικό στον κόσμο από οικολογική άποψη, αφού είναι κυριολεκτικά παμφάγο, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα να σκοτώσει μεγάλα θηράματα.

Αναπαραγωγή: Στην Ελλάδα, το φώλιασμα ξεκινάει από τα τέλη Απριλίου, σε δένδρα κοντά στο νερό, ενώ η γέννα πραγματοποιείται στα μέσα Μαΐου. Συνήθως, χρησιμοποιούνται παλαιότερες φωλιές από κορακοειδή, πελαργούς, ερωδιούς κ.α., που τις μεγαλώνουν τοποθετώντας επιπρόσθετα υλικά, μεταξύ των οποίων και σκουπίδια (κουρέλια, χαρτιά, κονσερβοκούτια, κ.ο.κ.). Όπως συμβαίνει και με τον Ψαλιδιάρη, η χρήση ακατάλληλων υλικών, οδηγεί αρκετές φορές σε ελλιπή αερισμό του εσωτερικού της φωλιάς με καταστροφικές συνέπειες για τους νεοσσούς.
Μετά την επιλογή συντρόφου, το αρσενικό δένεται στενά με το θηλυκό,αλλά κάποια αφύλαχτα θηλυκά μπορεί, συχνά,να προσεγγιστούν από άλλα αρσενικά, και τα επιπλέον ζευγαρώματα είναι συνηθισμένα. Γι’αυτό, πολλές φορές, τα αρσενικά που επιστρέφουν από κάποια αναζήτησης τροφή συνευρίσκονται επανειλημμένα με το ήδη γονιμοποιημένο θηλυκό, καθώς αυτό αυξάνει τις πιθανότητες γονιμοποίησης από το συγκεκριμένο αρσενικό και, όχι από κάποιο διαφορετικό. Τόσο το αρσενικό όσο και το θηλυκό συμμετέχουν στην κατασκευή της φωλιάς.
Η γέννα αποτελείται από 2 ή 3 (σπανίως 1-5) αυγά που εναποτίθενται σε διαστήματα 2 έως 3 ημερών, μεταξύ τους. Η επώαση γίνεται ως επί το πλείστον από το θηλυκό, ξεκινώντας από το πρώτο αυγό και διαρκεί 25-38 (συνήθως 32-34) ημέρες. Μετά την εκκόλαψη, η παροχή τροφής γίνεται από το αρσενικό, ενώ το θηλυκό μένει στη φωλιά και αναλαμβάνει τη σίτιση και τη φροντίδα των νεοσσών. Το φτέρωμα βγαίνει στις 30 ημέρες και σιτίζονται μόνοι τους στις 35 ημέρες. Στις 40 ημέρες βγαίνουν έξω από τη φωλιά και, το πρώτο πέταγμα πραγματοποιείται στις 42 ημέρες, περίπου. Οι νεοσσοί του πληθυσμού της Ινδίας τείνουν να μείνουν στη φωλιά για σχεδόν δύο μήνες. [36] Οι νεοσσοί εκκολάπτονται αργότερα στους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, ενώ φαίνεται να πετάνε γρηγορότερα. Η φροντίδα των νεοσσών από τους γονείς φαίνεται να έχει την τάση να μειώνεται, ανάλογα με την ανάγκη των γονιών να μεταναστεύσουν. Οι νεοσσοί δείχνουν επιθετικότητα μεταξύ τους, ενώ συχνά το ασθενέστερο μπορεί να θανατωθεί, αλλά οι γονείς τείνουν να σιτίζουν, κατά προτίμηση, τα μικρότερα πουλάκια σε πειράματα με αλλαγμένες φωλιές. Τα νεαρά πουλιά είναι σε θέση να αναπαραχθούν μετά το δεύτερο έτος της ηλικίας τους.

Εξάπλωση, πληθυσμιακά στοιχεία και τάσεις: Αν και ο τσίφτης μάλλον δεν ήταν ποτέ κοινό είδος στην Ελλάδα, είχε παλαιότερα ευρεία κατανομή και μεγαλύτερο πληθυσμό από το σημερινό. Τις τελευταίες 3-4 δεκαετίες ο πληθυσμός του μειώθηκε σημαντικά και σήμερα πλέον φωλιάζει σε λίγες μόνο θέσεις στη Θράκη, στη Μακεδονία, στη δυτική Θεσσαλία και μάλλον στην Ήπειρο. Ο αναπαραγόμενος στην Ελλάδα πληθυσμός υπολογίζεται σε 20-30 ζευγ., με σαφείς τάσεις περαιτέρω μείωσης (Handrinos & Akriotis 1997, BirdLife International 2004). Το είδος είναι επίσης χειμερινός επισκέπτης στη χώρα μας, κυρίως στους μεγάλους υγρότοπους της βόρειας Ελλάδας, όπως π.χ. το Δέλτα Έβρου (30-40 άτομα κάθε χειμώνα), τη Λ.Κερκίνη κ.α. Πιο διαδεδομένο κατά τη (φθινοπωρινή κυρίως) μετανάστευση, οπότε μικρά σμήνη ή μεμονωμένα άτομα απαντώνται νότια στη Ν.Δ. Πελοπόννησο, στην Κρήτη κ.α. (Χανδρινός 1992, Handrinos & Akriotis 1997). Τρία άτομα δακτυλιωμένα στη Γερμανία βρέθηκαν στη Λακωνία, στα Κύθηρα και στον Πύργο Ηλείας (Ακριώτης & Χανδρινός 2004).
Ποσοστό του πληθυσμού του είδους που βρίσκεται στην Ελλάδα: <1% του ευρωπαϊκού.
Οικολογία: Απαντάται κυρίως σε πεδινές και ημιπεδινές περιοχές με αραιά δάση,
φυτοφράχτες κλπ, ιδιαίτερα δε σε κοιλάδες ποταμών με παραποτάμια βλάστηση. Φωλιάζει σε δένδρα. Συχνά αναζητά την τροφή του σε καλλιέργειες και σκουπιδότοπους.
Τρέφεται με μεγάλη ποικιλία σπονδυλοζώων, μεγάλα έντομα και, σε μεγάλο βαθμό, ψοφίμια και σκουπίδια (Μπόμπολα 2004, Αλιβιζάτος αδημ. δεδομένα, Αλιβιζάτος & Γκούτνερ αδημ. δεδομένα).
Απειλές: Δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητές οι αιτίες της σαφούς μείωσης των πληθυσμών του τσίφτη και των αρνητικών τους τάσεων στην Ελλάδα. Φαίνεται πάντως ότι το είδος απειλείται κυρίως από την υποβάθμιση των πεδινών δασών και υγρότοπων και, σε άγνωστο βαθμό, από τη λαθροθηρία, τα δηλητηριασμένα δολώματα, τα τοξικά υπολείμματα σε σκουπιδότοπους, όπου συχνά τρέφεται, τα φυτοφάρμακα και τη μείωση της τροφής του.
Μέτρα διατήρησης που υπάρχουν: Προστατευόμενο είδος, το μεγαλύτερο μέρος του αναπαραγόμενου στην Ελλάδα πληθυσμού απαντάται σε περιοχές του δικτύου ΖΕΠ/Natura 2000. Τοπικά ωφελείται ως ένα βαθμό και από τις ταΐστρες για αρπακτικά πουλιά, όπως αυτή στο Ε.Π. Δαδιάς ή στα Μετέωρα.
Μέτρα διατήρησης που απαιτούνται: Χρειάζεται συστηματική απογραφή του αναπα-
ραγόμενου πληθυσμού, διερεύνηση των απειλών που αντιμετωπίζει, καλύτερη διαχείριση και προστασία των ΖΕΠ όπου απαντάται το είδος, καθώς και ενημέρωση του κοινού. Τοπικά τουλάχιστον θα πρέπει να διερευνηθεί και η παροχή συμπληρωματικής τροφής (ταΐστρες).

Ετικέτες: Αετίδες, Ιερακόμορφα

Ευχαριστούμε που διαβάσατε την ανάρτηση Τσίφτης

Back To Top